ΕΡΩΣ ΔΙ' ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ
Γιώργος Ρούβαλης
ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ, τότε είμαστε όλοι πολύ αγαπημένοι. Εγώ πήγαινα ακόμα στο Γυμνάσιο, στην ογδόη. Ο πατέρας μου δούλευε σε μια οικοδομή που είχε πάρει εργολαβία στο Άργος και κάθε Σάββατο ερχόταν με το τρένο. Πήγαινα με τον αδελφό μου κι ένα καρότσι στο Σταθμό να τον υποδεχτούμε και να κουβαλήσουμε ένα σωρό λαχανικά, φρούτα και ό,τι άλλο είχε αγοράσει στο παζάρι. Μας έφερνε και κάτι καραμέλλες Αστακού, που ήταν γεμιστές με σοκολάτα ή πραλίνα μέσα, απέξω με άσπρη σκληρή καραμέλλα. Έπιανε δυο τρεις από το πακέτο και μου τις έδινε και τις έτρωγα στο δρόμο, μέχρι να φτάσουμε με το καρότσι στον Ψαρομαχαλά. Μετά, γινόταν κανονικά η διανομή στις καραμέλλες, αλλά ο άθλιος ο αδελφός μου υπολόγιζε κι αυτές που είχα φάει στο δρόμο!
Η καλύτερή μου φίλη στη γειτονιά ήταν η Ηρώ η Σταυροπούλου. Έμενε ένα δρόμο πιο κάτω, στην 30ης Νοεμβρίου, που είναι η μέρα που ο Σταϊκόπουλος κατέλαβε το Παλαμήδι. Το 1822, παραμονή του Αγίου Ανδρέα. Η Ηρώ έμενε σ' ένα μεγάλο βενετσιάνικο πέτρινο σπίτι με τον πατέρα της, άλλη μια μικρή αδελφή, τη Βίκυ και δυο μεγάλα αδέλφια. Ήταν μεγαλύτερή μου, γύρω στα 22, τότε. Η μητέρα της είχε πεθάνει κι η Ηρώ σταμάτησε το σχολείο, όπου ήταν πολύ καλή στα φιλολογικά και έμεινε στο σπίτι να περιποιηθεί τον πατέρα και τ' αδέλφια της. Ο πατέρας της ήταν στο Τελωνείο κι ένας αδελφός υπάλληλος στη Νομαρχία. Η μικρή της αδελφή στο σχολείο. Η Ηρώ ήταν ψηλή, αδύνατη, με μαύρα ίσια μαλλιά, χαμογελαστή. Δεν μπορούμε όμως να την πούμε πολύ ωραία. Για μένα πάντως ήταν η καλύτερή μου φίλη, που της έλεγα όλα τα μυστικά μου κι αυτή τα ίδια.
Τότε το Ναύπλιο ήταν μια μικρή πόλη, πολύ κουτσομπολίστικη. Όλοι σε παρακολουθούσαν τι έκανες, με ποιόν μίλαγες, που πήγαινες. Πώς να γνωρίσεις κάποιον έτσι; Και τ' αδέλφια ήταν αυστηρά τότε με τα κορίτσια, από κοντά τα είχαν στη βόλτα, στην παραλία το καλοκαίρι, το χειμώνα στο Μεγάλο Δρόμο, να μην φλερτάρουν και σχολιάζει την οικογένεια ο κόσμος. Τι μας έμενε λοιπόν; Οι βόλτες στο « νυφοπάζαρο », κανένα ζαχαροπλαστείο, καμιά ονομαστική εορτή, κανένα πανηγύρι. Το σχολείο αυστηρότατο, απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 8 το βράδυ, σινεμά απαγορευόταν παρά μόνο σε ειδικά έργα, υπήρχε η χορωδία και σπάνια κανένα πάρτι.
Νομίζω ότι όλα αυτά που θα σας πω έγιναν το 1958. Για να γνωρίσει άλλους ανθρώπους, η Ηρώ έγραφε στο Θησαυρό, που διαβάζαμε όλες μας κάθε βδομάδα. Το περιοδικό είχε διηγήματα, γελοιογραφίες, νουβέλλες σε συνέχειες, ιατρικές και αισθηματικές συμβουλές. Είχε και μια στήλη με διευθύνσεις για αλληλογραφία. Άρχισε λοιπόν να γράφει σ' ένα νέο γεωπόνο από τη Θεσσαλονίκη. Ένα χρόνο κράτησε η αλληλογραφία τους. Μου έδειχνε τα γράμματά του και μαζί σχεδιάζαμε τις απαντήσεις της. Αυτός της είχε στείλει μια φωτογραφία του, αυτή όχι. Τελικά αποδείχθηκε ότι η φωτογραφία που της έστειλε δεν ήταν δική του, αλλά ενός άλλου. Ύστερα από ένα χρόνο, λοιπόν, ο Θεσσαλονικιός ήρθε στο Ναύπλιο, μόνο και μόνο για να τη γνωρίσει. Είχαν δώσει ραντεβού στα σκαλιά του Παλαμηδιού, εκεί που ξεκινούν δηλαδή, κοντά στην Πυροσβεστική και στον πλάτανο με τη βρύση. Φυσικά η Ηρώ δεν μπορούσε να πάει μόνη της και τη συνόδευσα εγώ.
Παίρνουμε λοιπόν τον Περιφερειακό από τα Πέντε Αδέλφια, το οχυρό με τα κανόνια, γύρω γύρω το βράχο της Ακροναυπλίας δίπλα στη θάλασσα, που είναι ο πιο ρομαντικός και όμορφος περίπατος στο Ναύπλιο. Έχει κι άλλους, αλλά αυτή η βόλτα είναι πανέμορφη, με τα βουνά της Αρκαδίας καταπράσινα και μωβ απέναντι, τη θάλασσα να στραφταλίζει κάτω, και τον πανύψηλο βράχο, γεμάτο φραγκοσυκιές αριστερά σου. Φτάνουμε στην πλαζ της Αρβανιτιάς, ήταν Οκτώβριος μήνας και κόβουμε ένα μπουκετάκι από γαζίες που μοσχοβολάγανε. Ύστερα κατηφορίσαμε το δρόμο, να φτάσουμε στα ριζά του Παλαμηδιού όπου αρχίζουν τα 999 σκαλιά που οδηγούν στο κάστρο. Εμείς λέμε ότι το χιλιοστό τόσπασε κάποτε ο Κολοκοτρώνης καβάλα στ' άλογό του, μια μέρα που ανέβαινε να πάει πάνω στο κάστρο. Έχει εκεί στον πλάτανο ένα μαγαζί, του Κερασόπουλου, που φτιάχνει κιούπια, κανάτια και πήλινα. Βρισκόντουσαν δυο τρεις άνθρωποι εκεί, ένας με την πλάτη γυρισμένη στην Αρβανιτιά και το ενετικό τείχος απ' όπου κατεβαίναμε εμείς. Περάσαμε, κοντοσταθήκαμε, περιμέναμε να μας μιλήσει κανένας τους αλλά τίποτα, κανένας δεν μας μίλησε κι έτσι χωρίσαμε.
Η Ηρώ πήγε σπίτι της κι εγώ στη Γαλλική Ακαδημία που είχα μάθημα. Τότε στεγαζόταν στην Πλατεία Τριών Ναυάρχων, στο ισόγειο του Πρώτου Γυμνασίου. Προτού προλάβω να μπω στα γαλλικά, έρχεται στην πόρτα ένας από κείνους που είχαμε δει νωρίτερα και μου μιλάει με τ' όνομά μου. “Εσύ είσαι η Αθηνά;”. Μου είπε ότι με γνώριζε γιατί η Ηρώ του είχε πει ότι θα 'ρχόταν με τη φίλη της την Αθηνά. Πώς ήταν; Κατ' αρχήν δεν έμοιαζε με τον άνθρωπο στη φωτογραφία, ούτε για γεωπόνος έμοιαζε. Μετρίου αναστήματος, μελαχρινός, δεν φαινόταν μορφωμένος. Μου είπε ότι αυτός ήταν ο Ανδρέας που αλληλογραφούσε με την Ηρώ, αλλά δεν του άρεσε τώρα που την είδε, ότι του άρεσα εγώ κι αν θα ήθελα να γνωριστούμε καλύτερα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Είν' αλήθεια ότι εγώ ήμουν πιο νόστιμη απ' τη φίλη μου, με σχιστή ματιά και πιο νέα, αλλά αγανάκτησα με τη συμπεριφορά του.
“Άντε χάσου βρε γελοίε”, του λέω, κι άλλα υποτιμητικά, που ένα χρόνο τώρα κορόϊδευε τη φίλη μου, γιατί η Ηρώ επειδή δεν δούλευε δεν είχε χρήματα κι έπρεπε να ζητιανεύει και το γραμματόσημο ακόμα να του γράφει, αυτού του βλάκα. Σηκώθηκε κι έφυγε σαν βρεγμένη γάτα, με την ουρά στα σκέλια. Ποτέ δεν της είπα της Ηρώς τι ακριβώς συνέβη όταν χωρίσαμε. Το κράτησα μέσα μου, τάφος. Μόνο σήμερα, που έχουν περάσει σαράντα τόσα χρόνια από τότε, το διηγούμαι.
Ο “Ανδρέας” (δεν ξέρουμε καν αν στ' αλήθεια τον έλεγαν έτσι) δεν της ξανάγραψε, ούτε κι εγώ επέτρεψα της Ηρώς να του ξαναγράψει, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που αγάπησε, έστω και δι' αλληλογραφίας και λυπήθηκε πολύ για όλα τούτα.
Μήνες έκλαιγε και την παρηγορούσα ότι δεν άξιζε ούτε μισό δάκρυ της εκείνος ο βλάκας, ο ψεύτης, ο κάλπης. Όταν φεύγαμε από τα σκαλιά μου είπε “αν ήμουν τυχερή, θα είχα και τη μάνα μου”, ότι δηλαδή η ατυχία την κυνήγαγε μόνιμα από τότε. Εγώ την καθησύχαζα, ότι θα έβρισκε άλλον έρωτα, καλύτερο και, στο κάτω κάτω, κι αμοιβαίο, γιατί εκείνο ήταν μια ψευτιά, μια χίμαιρα. Την αγαπούσα υπερβολικά και τη λυπόμουνα γιατί ήταν ορφανή. Πριν πεθάνει η μάνα της, ήταν χαϊδεμένη και δεν ήξερε να κάνει δουλειές, ούτε να μαγειρέψει. Εγώ πήγαινα και τις έκανα και της μάθαινα τη μαγειρική, γιατί ήμουνα τσούγδω, όπως μ' έλεγε η μάνα μου, δεν έκανα πίσω πουθενά κι ήμουν μέσα σ' όλα. Η Ηρώ θεώρησε ότι δεν του άρεσε γι' αυτό δεν της μίλησε.
Μετά η φίλη μου άργησε πολύ να παντρευτεί. Όλη η οικογένεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου τ' αδέλφια της της αγόρασαν ένα διαμέρισμα. Τελικά παντρεύτηκε με προξενιό στα σαράντα της, έναν που ουδέποτε αγάπησε, κι όπως ήταν μεγάλη, δεν έκανε παιδιά.
Ποτέ μου δεν της είπα τι έγινε μ' εκείνον το σαχλό, που ήταν, παρ' όλα αυτά, ο μεγάλος της έρωτας. Ένας έρωτας όμως του Θησαυρού, άνθρακες, που δεν άξιζε.
Δευτέρα 11 Μαΐου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου