Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010
Σημεία διανομής/πώλησης - Points de distribution/vente
rue Froissart 115
1040 Βρυξέλλες
τηλ. +32 (0)2 2309335
Toute la presse
Avenue de Tervueren 14 (Merode)
1040 Etterbeek
Presse shop
Justus Lipsius
rue de la loi 175
1048 Bruxelles
Librairie Press Center
Boulevard Charlemagne 1
1040 Etterbeek
tel: 02 230 88 89
Biβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν
Εθνικής Αμύνης 14
54621 Θεσσαλονίκη
Βιβλιοπωλείο Μεθενίτη
Κανακάρη 147
26221 Πάτρα
Γωνιά του βιβλίου
Αγίου Νικολάου 32
Πάτρα
Αχαϊκές εκδόσεις-Αφοι Πανόπουλοι
Κολοκοτρώνη 34
26221 Πάτρα
Βιβλιοπωλείο Απόστροφος
Θεμιστοκλή Κοτάρδου 41
Κέρκυρα 49100
Δευτέρα 11 Μαΐου 2009
Τ. 5 Ερως δι' αλληλογραφίας
Γιώργος Ρούβαλης
ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ, τότε είμαστε όλοι πολύ αγαπημένοι. Εγώ πήγαινα ακόμα στο Γυμνάσιο, στην ογδόη. Ο πατέρας μου δούλευε σε μια οικοδομή που είχε πάρει εργολαβία στο Άργος και κάθε Σάββατο ερχόταν με το τρένο. Πήγαινα με τον αδελφό μου κι ένα καρότσι στο Σταθμό να τον υποδεχτούμε και να κουβαλήσουμε ένα σωρό λαχανικά, φρούτα και ό,τι άλλο είχε αγοράσει στο παζάρι. Μας έφερνε και κάτι καραμέλλες Αστακού, που ήταν γεμιστές με σοκολάτα ή πραλίνα μέσα, απέξω με άσπρη σκληρή καραμέλλα. Έπιανε δυο τρεις από το πακέτο και μου τις έδινε και τις έτρωγα στο δρόμο, μέχρι να φτάσουμε με το καρότσι στον Ψαρομαχαλά. Μετά, γινόταν κανονικά η διανομή στις καραμέλλες, αλλά ο άθλιος ο αδελφός μου υπολόγιζε κι αυτές που είχα φάει στο δρόμο!
Η καλύτερή μου φίλη στη γειτονιά ήταν η Ηρώ η Σταυροπούλου. Έμενε ένα δρόμο πιο κάτω, στην 30ης Νοεμβρίου, που είναι η μέρα που ο Σταϊκόπουλος κατέλαβε το Παλαμήδι. Το 1822, παραμονή του Αγίου Ανδρέα. Η Ηρώ έμενε σ' ένα μεγάλο βενετσιάνικο πέτρινο σπίτι με τον πατέρα της, άλλη μια μικρή αδελφή, τη Βίκυ και δυο μεγάλα αδέλφια. Ήταν μεγαλύτερή μου, γύρω στα 22, τότε. Η μητέρα της είχε πεθάνει κι η Ηρώ σταμάτησε το σχολείο, όπου ήταν πολύ καλή στα φιλολογικά και έμεινε στο σπίτι να περιποιηθεί τον πατέρα και τ' αδέλφια της. Ο πατέρας της ήταν στο Τελωνείο κι ένας αδελφός υπάλληλος στη Νομαρχία. Η μικρή της αδελφή στο σχολείο. Η Ηρώ ήταν ψηλή, αδύνατη, με μαύρα ίσια μαλλιά, χαμογελαστή. Δεν μπορούμε όμως να την πούμε πολύ ωραία. Για μένα πάντως ήταν η καλύτερή μου φίλη, που της έλεγα όλα τα μυστικά μου κι αυτή τα ίδια.
Τότε το Ναύπλιο ήταν μια μικρή πόλη, πολύ κουτσομπολίστικη. Όλοι σε παρακολουθούσαν τι έκανες, με ποιόν μίλαγες, που πήγαινες. Πώς να γνωρίσεις κάποιον έτσι; Και τ' αδέλφια ήταν αυστηρά τότε με τα κορίτσια, από κοντά τα είχαν στη βόλτα, στην παραλία το καλοκαίρι, το χειμώνα στο Μεγάλο Δρόμο, να μην φλερτάρουν και σχολιάζει την οικογένεια ο κόσμος. Τι μας έμενε λοιπόν; Οι βόλτες στο « νυφοπάζαρο », κανένα ζαχαροπλαστείο, καμιά ονομαστική εορτή, κανένα πανηγύρι. Το σχολείο αυστηρότατο, απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 8 το βράδυ, σινεμά απαγορευόταν παρά μόνο σε ειδικά έργα, υπήρχε η χορωδία και σπάνια κανένα πάρτι.
Νομίζω ότι όλα αυτά που θα σας πω έγιναν το 1958. Για να γνωρίσει άλλους ανθρώπους, η Ηρώ έγραφε στο Θησαυρό, που διαβάζαμε όλες μας κάθε βδομάδα. Το περιοδικό είχε διηγήματα, γελοιογραφίες, νουβέλλες σε συνέχειες, ιατρικές και αισθηματικές συμβουλές. Είχε και μια στήλη με διευθύνσεις για αλληλογραφία. Άρχισε λοιπόν να γράφει σ' ένα νέο γεωπόνο από τη Θεσσαλονίκη. Ένα χρόνο κράτησε η αλληλογραφία τους. Μου έδειχνε τα γράμματά του και μαζί σχεδιάζαμε τις απαντήσεις της. Αυτός της είχε στείλει μια φωτογραφία του, αυτή όχι. Τελικά αποδείχθηκε ότι η φωτογραφία που της έστειλε δεν ήταν δική του, αλλά ενός άλλου. Ύστερα από ένα χρόνο, λοιπόν, ο Θεσσαλονικιός ήρθε στο Ναύπλιο, μόνο και μόνο για να τη γνωρίσει. Είχαν δώσει ραντεβού στα σκαλιά του Παλαμηδιού, εκεί που ξεκινούν δηλαδή, κοντά στην Πυροσβεστική και στον πλάτανο με τη βρύση. Φυσικά η Ηρώ δεν μπορούσε να πάει μόνη της και τη συνόδευσα εγώ.
Παίρνουμε λοιπόν τον Περιφερειακό από τα Πέντε Αδέλφια, το οχυρό με τα κανόνια, γύρω γύρω το βράχο της Ακροναυπλίας δίπλα στη θάλασσα, που είναι ο πιο ρομαντικός και όμορφος περίπατος στο Ναύπλιο. Έχει κι άλλους, αλλά αυτή η βόλτα είναι πανέμορφη, με τα βουνά της Αρκαδίας καταπράσινα και μωβ απέναντι, τη θάλασσα να στραφταλίζει κάτω, και τον πανύψηλο βράχο, γεμάτο φραγκοσυκιές αριστερά σου. Φτάνουμε στην πλαζ της Αρβανιτιάς, ήταν Οκτώβριος μήνας και κόβουμε ένα μπουκετάκι από γαζίες που μοσχοβολάγανε. Ύστερα κατηφορίσαμε το δρόμο, να φτάσουμε στα ριζά του Παλαμηδιού όπου αρχίζουν τα 999 σκαλιά που οδηγούν στο κάστρο. Εμείς λέμε ότι το χιλιοστό τόσπασε κάποτε ο Κολοκοτρώνης καβάλα στ' άλογό του, μια μέρα που ανέβαινε να πάει πάνω στο κάστρο. Έχει εκεί στον πλάτανο ένα μαγαζί, του Κερασόπουλου, που φτιάχνει κιούπια, κανάτια και πήλινα. Βρισκόντουσαν δυο τρεις άνθρωποι εκεί, ένας με την πλάτη γυρισμένη στην Αρβανιτιά και το ενετικό τείχος απ' όπου κατεβαίναμε εμείς. Περάσαμε, κοντοσταθήκαμε, περιμέναμε να μας μιλήσει κανένας τους αλλά τίποτα, κανένας δεν μας μίλησε κι έτσι χωρίσαμε.
Η Ηρώ πήγε σπίτι της κι εγώ στη Γαλλική Ακαδημία που είχα μάθημα. Τότε στεγαζόταν στην Πλατεία Τριών Ναυάρχων, στο ισόγειο του Πρώτου Γυμνασίου. Προτού προλάβω να μπω στα γαλλικά, έρχεται στην πόρτα ένας από κείνους που είχαμε δει νωρίτερα και μου μιλάει με τ' όνομά μου. “Εσύ είσαι η Αθηνά;”. Μου είπε ότι με γνώριζε γιατί η Ηρώ του είχε πει ότι θα 'ρχόταν με τη φίλη της την Αθηνά. Πώς ήταν; Κατ' αρχήν δεν έμοιαζε με τον άνθρωπο στη φωτογραφία, ούτε για γεωπόνος έμοιαζε. Μετρίου αναστήματος, μελαχρινός, δεν φαινόταν μορφωμένος. Μου είπε ότι αυτός ήταν ο Ανδρέας που αλληλογραφούσε με την Ηρώ, αλλά δεν του άρεσε τώρα που την είδε, ότι του άρεσα εγώ κι αν θα ήθελα να γνωριστούμε καλύτερα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Είν' αλήθεια ότι εγώ ήμουν πιο νόστιμη απ' τη φίλη μου, με σχιστή ματιά και πιο νέα, αλλά αγανάκτησα με τη συμπεριφορά του.
“Άντε χάσου βρε γελοίε”, του λέω, κι άλλα υποτιμητικά, που ένα χρόνο τώρα κορόϊδευε τη φίλη μου, γιατί η Ηρώ επειδή δεν δούλευε δεν είχε χρήματα κι έπρεπε να ζητιανεύει και το γραμματόσημο ακόμα να του γράφει, αυτού του βλάκα. Σηκώθηκε κι έφυγε σαν βρεγμένη γάτα, με την ουρά στα σκέλια. Ποτέ δεν της είπα της Ηρώς τι ακριβώς συνέβη όταν χωρίσαμε. Το κράτησα μέσα μου, τάφος. Μόνο σήμερα, που έχουν περάσει σαράντα τόσα χρόνια από τότε, το διηγούμαι.
Ο “Ανδρέας” (δεν ξέρουμε καν αν στ' αλήθεια τον έλεγαν έτσι) δεν της ξανάγραψε, ούτε κι εγώ επέτρεψα της Ηρώς να του ξαναγράψει, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που αγάπησε, έστω και δι' αλληλογραφίας και λυπήθηκε πολύ για όλα τούτα.
Μήνες έκλαιγε και την παρηγορούσα ότι δεν άξιζε ούτε μισό δάκρυ της εκείνος ο βλάκας, ο ψεύτης, ο κάλπης. Όταν φεύγαμε από τα σκαλιά μου είπε “αν ήμουν τυχερή, θα είχα και τη μάνα μου”, ότι δηλαδή η ατυχία την κυνήγαγε μόνιμα από τότε. Εγώ την καθησύχαζα, ότι θα έβρισκε άλλον έρωτα, καλύτερο και, στο κάτω κάτω, κι αμοιβαίο, γιατί εκείνο ήταν μια ψευτιά, μια χίμαιρα. Την αγαπούσα υπερβολικά και τη λυπόμουνα γιατί ήταν ορφανή. Πριν πεθάνει η μάνα της, ήταν χαϊδεμένη και δεν ήξερε να κάνει δουλειές, ούτε να μαγειρέψει. Εγώ πήγαινα και τις έκανα και της μάθαινα τη μαγειρική, γιατί ήμουνα τσούγδω, όπως μ' έλεγε η μάνα μου, δεν έκανα πίσω πουθενά κι ήμουν μέσα σ' όλα. Η Ηρώ θεώρησε ότι δεν του άρεσε γι' αυτό δεν της μίλησε.
Μετά η φίλη μου άργησε πολύ να παντρευτεί. Όλη η οικογένεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου τ' αδέλφια της της αγόρασαν ένα διαμέρισμα. Τελικά παντρεύτηκε με προξενιό στα σαράντα της, έναν που ουδέποτε αγάπησε, κι όπως ήταν μεγάλη, δεν έκανε παιδιά.
Ποτέ μου δεν της είπα τι έγινε μ' εκείνον το σαχλό, που ήταν, παρ' όλα αυτά, ο μεγάλος της έρωτας. Ένας έρωτας όμως του Θησαυρού, άνθρακες, που δεν άξιζε.
Τ. 5 Τα καθήκοντα του σχολείου...
“Τα καθήκοντα του σχολείου σε περιβάλλον νέας τεχνολογίας”
Σταύρος Φασέας
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι αλλαγές που βλέπουμε γύρω μας και η απόκριση γονέων και μαθητών σ’ αυτές με ώθησαν σ’ αυτήν την παρουσίαση.
Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τον προβληματισμό μου και να σας δώσω αντίστοιχα ερεθίσματα, που ίσως ωθήσουν πιο πέρα τον προβληματισμό που σίγουρα έχετε. Η ιδέα της ομιλίας ενισχύθηκε από μια ανάλογη ομιλία που είχα την τύχη ν’ ακούσω στην Αθήνα πριν μερικούς μήνες.
Σίγουρα δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας όταν λέω ότι κάτι δεν πάει καλά με το σχολείο. Με τη λογική ότι, όσα λεφτά κι αν ξοδέψω, όσο καλούς δασκάλους κι αν προσλάβω, πάλι το πρόβλημα δεν διορθώνεται. Πολλοί έχουν προσπαθήσει να δώσουν απαντήσεις, ο καθένας από τη δική του σκοπιά και σύμφωνα βέβαια με τις καταβολές του. Όμως, είναι φανερό ότι και οι απαντήσεις αυτές γρήγορα καταλήγουν σε ένα «ράβε ξήλωνε» χωρίς αποτέλεσμα.
Για να λύσω το πρόβλημα προσπάθησα να το βάλω σε κάποια επιστημονική βάση. Ας βάλουμε κάποιες αρχές, κάτι σαν αξιώματα, για να διατυπώσουμε κατ’ αρχήν το πρόβλημα, και μετά βλέπουμε.
Οι αρχές αυτές ας είναι:
(α) Το σχολείο λειτουργεί μέσα στην κοινωνία και επηρεάζεται απ’ αυτήν.
Έτσι οι κοινωνικές αλλαγές επιδρούν στη σχολική διαδικασία.
(β) Το σχολείο, τουλάχιστον μέχρι τώρα, αναπαρήγαγε το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Αυτό σημαίνει ότι το σχολείο λειτουργεί στα πλαίσια του συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος και μάλιστα το σχολείο δεν είναι απολιτικό αλλά λειτουργεί στα πλαίσια της κυρίαρχης ιδεολογίας.
(γ) Το σχολείο, είτε ως διαδικασία μύησης είτε όχι, προετοιμάζει το παιδί για τη ζωή του ως ενήλικα.
Το σχολείο λοιπόν δεν είναι απλά χώρος μάθησης αλλά και χώρος προετοιμασίας για τη ζωή και σε πολλές περιπτώσεις η σχολική διαδικασία καθορίζει και την κατοπινή επαγγελματική ζωή.
Αν θεωρήσω τις αρχές αυτές αληθινές, και για την ώρα μπορώ να τις θεωρήσω για να στηρίξω τη σκέψη μου, πρέπει να στραφώ στην κοινωνική εξέλιξη και στο πώς αυτή επηρεάζει ή θα έπρεπε να επηρεάζει τη σχολική διαδικασία.
Επειδή υπήρξαν επιτυχημένες σχολικές συνταγές στο παρελθόν που μάλιστα σε μεγάλο βαθμό θεωρήθηκαν διαχρονικές – και συχνά στηρίζονται σ’ αυτές οι μέχρι τώρα προτάσεις – θέλω να δω τι συμβαίνει και δεν είναι πια εφαρμόσιμες – όπως πιστεύω – αυτές οι συνταγές.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Θα μελετήσω τις αλλαγές στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η κοινωνία σήμερα είναι υποχρεωμένη να εξελίσσεται πιο γρήγορα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ας δούμε τέτοια σημάδια. Συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας ότι:
Οι αλλαγές γίνονται αντιληπτές στη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου. Για παράδειγμα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα έγινε κατορθωτή η δυνατότητα αποθήκευσης και αναπαραγωγής ήχου και εικόνας. Η τεχνολογία εκείνη διατηρήθηκε με μικρές παραλλαγές για 80 περίπου χρόνια. Στα τελευταία 20 χρόνια η τεχνολογία αποθήκευσης ήχου και εικόνας έχει αλλάξει 4 με 5 φορές και εξελίσσεται χωρίς ορατό τέλος.
Η πρόσβαση στην πληροφορία είναι πολύ εύκολη. Ο τρόπος αποθήκευσης και μετάδοσης της πληροφορίας πέρασε τρία στάδια. (α) την εφεύρεση της γραφής περίπου στα 2000π.Χ. (δεν μας ενδιαφέρει η ακρίβεια στην εποχή) (β) η εφεύρεση της τυπογραφίας γύρω στα 1500μ.Χ. και (γ) το διαδίκτυο στο γύρισμα μεταξύ του 20ου και του 21ου αιώνα. Οι δυνατότητες των τριών γεγονότων δεν μπορούν να συγκριθούν ποσοτικά, καθώς οι δυνατότητές τους έχουν τεράστιες ποιοτικές διαφορές. Στην ουσία η γραφή δημιούργησε τον πολιτισμό ( και κατ’ επέκταση τον ελληνικό πολιτισμό), η τυπογραφία συνέβαλε στη δημιουργία του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, και το διαδίκτυο δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια ποιοτική διαφορά θα δημιουργήσει. Ίσως δημιουργήσει κάποιον παγκόσμιο πολιτισμό.
Στη δεκαετία του 70 μια επιστημονική εργασία για να φτάσει στην επιστημονική κοινότητα χρειαζόταν το λιγότερο ένα χρόνο. Σήμερα φτάνει σε πραγματικό χρόνο. Ακόμα και η έκφραση «πραγματικός χρόνος» είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης. Ένα γεγονός πολεμικό, αθλητικό, κοινωνικό φτάνει σε πραγματικό χρόνο στο σπίτι μας. Οι άνθρωποι είναι ενήμεροι για το τι γίνεται γύρω τους και έχουν πολύ περισσότερες γνώσεις. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν την αναγκαία γνωστική υποδομή, ούτε το χρόνο, για να αφομοιώσουν όλον αυτό τον πλούτο της πληροφορίας.
Υποβαθμίζεται η αξία της πείρας. Μέχρι να αποκτηθεί, καταργείται η αντίστοιχη τεχνολογία. Άμεσο αποτέλεσμα, ότι εργαζόμενοι κάποιας ηλικίας δεν βρίσκουν εύκολα δουλειά αν απολυθούν ή αν ο τομέας εργασίας τους αλλάξει τεχνολογία. Ακόμη υπάρχει η κοινωνική πίεση για συνεχή επανεκπαίδευση των εργαζομένων.
Στο παρελθόν πολλές γενιές μπορούσαν με την ίδια τεχνογνωσία να διαδέχονται η μιά την άλλη. Σήμερα στη διάρκεια των 35 --- 40 χρόνων της παραγωγικής ηλικίας ενός εργαζόμενου είναι ανάγκη να αλλάξει κανείς εργασία ή τεχνολογία μέσα στην ίδια εργασία. Διαφορετικά βρίσκεται εκτός αγοράς. Η κοινωνία δεν προλαβαίνει να προσαρμοστεί στην τεχνολογική ανάπτυξη. Το εποικοδόμημα βρίσκεται ήδη μία ή δύο γενιές πίσω, και είναι η πρώτη φορά που η εξέλιξη του εποικοδομήματος είναι παρατηρήσιμη.
Η απόσβεση της εξέλιξης πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα. Όταν δηλαδή μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός επενδύει σε μια τεχνολογία πρέπει να αποσβεσθεί γρήγορα για να μπορεί να αντικατασταθεί. Για παράδειγμα υπάρχουν επιφυλάξεις για το ότι οι Κινέζοι βιάστηκαν να ολοκληρώσουν τις εγκαταστάσεις της Ολυμπιάδας, διότι είναι πιθανό να είναι ξεπερασμένες όταν το 2008 γίνουν οι αγώνες.
Το σύστημα παραγωγής δεν προσαρμόζεται. Παράγει με νέες τεχνολογίες αλλά παλιές παραγωγικές σχέσεις. Το γεγονός αυτό δημιουργεί νέες ταξικές αντιθέσεις. Παρατηρούμε ότι πολλές κοινωνίες δεν εφαρμόζουν διαδοχικές φάσεις της τεχνολογίας αλλά κάνουν τεχνολογικά άλματα. Αυτό δεν είναι χωρίς κοινωνικές συνέπειες. Οι άνθρωποι, που για διάφορους λόγους δεν μπορούν να προσαρμοστούν, περιθωριοποιούνται.
Η κατάσταση αυτή θεωρείται μεταβατική. Όμως μεταβατική από τι και σε τί; Αυτό δεν είναι ξεκάθαρο. Δεν είμαστε σίγουροι για την κοινωνία και τις παραγωγικές διαδικασίες στο κοντινό μέλλον, δηλαδή μετά από δύο ή τρεις γενιές.
Αυτό παρατηρείται στη στάση και των πολιτικών κομμάτων απέναντι στα προβλήματα και ίσως να την ερμηνεύει, αλλά και στην ανάγκη για συχνότερη αλλαγή των νόμων και του συντάγματος.
ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Να δούμε όμως πώς επηρεάζουν όλα αυτά τη ζωή του σχολείου.
Μέχρι πρότινος το σχολείο είχε ένα ρυθμό προσαρμογής στις κοινωνικές αλλαγές τέτοιο ώστε κατά κανόνα προηγείτο των αλλαγών, καθώς τα στελέχη της εκπαίδευσης ήταν κοντά στην κοινωνική πρόοδο και αυτή η πρόοδος ήταν αργή. Ακόμη οι μαθητές προετοιμάζονταν για μια κοινωνική πραγματικότητα, που δεν διέφερε πολύ από αυτήν που διδάσκονταν στο σχολείο. Οι μαθητές βρίσκονταν σε παραγωγική ηλικία πολύ νωρίτερα από ό,τι οι σημερινοί μαθητές.
Ο όγκος της γνώσης που είχε να μεταδώσει το σχολείο ήταν μικρός, καθώς οι επιστήμες βρίσκονταν στο τότε επίπεδο αλλά και η εμβέλεια των ανθρώπων ήταν μικρότερη.
Τίποτα από τα πιο πάνω δεν ισχύει σήμερα εκτός από το γεγονός ότι η εξέλιξη του σχολείου διατηρεί τους ρυθμούς του παρελθόντος ή τουλάχιστον αγκομαχάει να επιταχύνει με μικρά διστακτικά βήματα. Βλέπουμε προσπάθειες προσαρμογής αλλά νομίζω ότι πάρα πολλές είναι αποσπασματικές και δεν εντάσσονται σε ενιαίο στόχο. Οι λόγοι είναι πολλοί και αντικειμενικοί.
Οι σημερινοί μαθητές θα μπουν στην παραγωγή περίπου 10 χρόνια μετά την αποφοίτησή τους από το β’βάθμιο σχολείο. Κανείς δεν γνωρίζει ποιες θα είναι τότε οι ανάγκες τους. Το σχολείο όμως θα πρέπει κατά την κατάρτιση του προγράμματός του να παίρνει το γεγονός αυτό υπόψη του και να δημιουργεί ανάλογες δεξιότητες στο μαθητή. Το σχολείο ακόμη πρέπει να κάνει ένα άλμα που να το φέρει στην κορυφή της υπάρχουσας τεχνολογίας.
Όταν λέμε κορυφή της τεχνολογίας δεν εννοούμε από πλευράς υλικού αλλά από πλευράς τρόπου σκέψης που επιβάλλει αυτή η τεχνολογία. Ακόμη το σχολείο θα πρέπει να εξαντλεί τις δυνατότητές του να προβλέπει τις μελλοντικές ανάγκες των μαθητών.
Η ποσότητα των αναγκαίων γνώσεων συνεχώς αυξάνει. Μαθηματικά που πριν 30 χρόνια διδάσκονταν στο πανεπιστήμιο τώρα διδάσκονται στο Λύκειο. Τα θέματα Χημείας των εισαγωγικών εξετάσεων των ελληνικών πανεπιστημίων των αρχών της δεκαετίας του 60 σήμερα θεωρούνται εύκολα σε πρόχειρο διαγώνισμα της 1ης λυκείου. Η ανάγκη για εκμάθηση γλωσσών είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη.
Οι παραπανίσιες γνώσεις δεν είναι πολυτέλεια και απλά αποτέλεσμα του ανταγωνισμού αλλά απαραίτητο εφόδιο της καθημερινής ζωής. Επιστημονικές έννοιες οι οποίες παλιότερα αποτελούσαν γνώσεις μόνο των ειδικών επιστημόνων και οι εφαρμογές τους δεν έφταναν (δεν υπήρχε λόγος να φτάσουν) στο κοινό σήμερα αποτελούν καθημερινό θέμα.
Το αναγκαίο όμως υπόβαθρο για την κατανόησή τους δεν υπάρχει. Ο τρόπος σκέψης δεν επαρκεί. Σε παλιότερες συνθήκες ζωής ένας απλός ένα προς ένα ντετερμινισμός (ας τον ονομάσουμε κλασσικό ντετερμινισμό, αφού είναι αυτός που περιγράφει τη Νευτώνεια μηχανική) ήταν επαρκής. Σήμερα χρειάζεται ένας πιθανοκρατικός ντετερμινισμός για την κατανόηση πολλών εκδηλώσεων της ζωής. Η έννοια της αναλογίας ήταν αρκετή παλιά, όχι όμως και σήμερα, καθώς μη γραμμικά φαινόμενα είναι προσιτά στο πλατύ κοινό. Προσεγγιστικές μέθοδοι και προγραμματισμός περισσότερων διαστάσεων μας δυσκολεύει καθημερινά χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όλα αυτά τα ζητήματα υπήρχαν παλιά μόνο για τους ειδικούς επιστήμονες. Σήμερα υπάρχουν για όλους μας.
H πληροφορική θεωρείται σήμερα ξεχωριστό μαθησιακό αντικείμενο. Κακώς, διότι η χρήση των υπολογιστών δεν αποτελεί αυτοτελή γνώση, πλην της περίπτωσης όπου διδάσκει κανείς προγραμματισμό ή εξειδικευμένα θέματα, που όμως απευθύνονται σε περιορισμένο κοινό.
Στο σχολείο διδάσκονται και τεχνικές. Οι τεχνικές όμως εξελίσσονται και δεν μπορεί να επιμένει κανείς στις παλαιές τεχνικές για ιστορικούς μόνο λόγους, καθώς για την εκμάθησή τους καταναλώνεται πολύτιμος χρόνος. Τις τεχνικές λίγο – λίγο αναλαμβάνει η τεχνολογία.
Με την εντατικοποίηση της δουλειάς, γεγονός το οποίο οφείλεται και στον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της κοινωνίας, οι μαθητές πρέπει να κατατάσσονται στους σκληρά εργαζόμενους. Η άρνηση της μάθησης γίνεται λοιπόν από τους εφήβους συχνότερο φαινόμενο, ειδικότερα όταν λείπει το κίνητρο.
Η γενική παιδεία είναι ένας τομέας στον οποίο όλοι θεωρούν τον εαυτό τους λίγο πολύ ειδικό και πολλοί κοινωνικοί παράγοντες ζητούν να έχουν λόγο. Αυτό δεν είναι κακό γενικά αλλά κάποιος πρέπει να πάρει τελικά τις αποφάσεις, κάποιος που δεν μπορεί παρά να είναι επαγγελματίας. Σίγουρα κάποιοι θα δυσαρεστηθούν. Στο σχεδιασμό της εκπαίδευσης υπάρχει μια αντίφαση. Είναι λογικό να γίνεται από τους πεπειραμένους της εκπαιδευτικής ιεραρχίας, όμως, τι σημαίνει πεπειραμένος στις νέες συνθήκες; Μήπως ο πεπειραμένος επιθεωρητής ή σύμβουλος είναι παλιάς τεχνολογίας και δεν μπορεί στη σκέψη του να ενσωματώσει τις νέες συνθήκες; Ο κάθε πολιτικός προϊστάμενος αλλά και ο τεχνοκράτης θα πρέπει τώρα να πάρουν αυτόν τον παράγοντα σοβαρά υπόψη.
Κάποιοι μελετητές προσπαθούν να αποσυνδέσουν το σχολείο από την αγορά και να το αποκαλέσουν πηγή «γενικής μόρφωσης». Τι σημαίνει γενική μόρφωση στην εποχή μας; Σίγουρα πρέπει το σχολείο να δημιουργήσει ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Σύμφωνα με τις γενικά παραδεκτές σήμερα αρχές, οι οποίες περιγράφουν μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Πρέπει όμως σήμερα ο άνθρωπος τον οποίο μορφώνει το σχολείο να είναι παγκόσμιος άνθρωπος. Μισαλλοδοξίες δεν χωρούν πια. Ο αμοιβαίος σεβασμός και η αποδοχή της ιδιαιτερότητας έχουν σήμερα πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι παλιότερα.
Οι οικονομικοί κύκλοι πιέζουν την εκπαίδευση για τη δημιουργία πολιτών περισσότερο έτοιμων σε πολύπλοκους μηχανισμούς αγοράς και πιο υπεύθυνη εργασιακή απασχόληση. Εμείς οι εκπαιδευτικοί παλιότερα δεν κατανοούσαμε αυτήν την αναγκαιότητα. Όσο περνά ο καιρός όμως γίνεται περισσότερο φανερή αυτή η αναγκαιότητα και κύρια το ποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη γι αυτή τη μόρφωση. Πιστεύω ότι φορέας της μόρφωσης δεν μπορεί παρά να είναι το σχολείο.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Ας δούμε τώρα κάποιες αν όχι προτάσεις αλλά τουλάχιστον ευκαιρίες προβληματισμού. Σίγουρα δεν είναι δυνατόν ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα να το λύση ένας άνθρωπος στα πλαίσια μιας 20λεπτης ομιλίας.
Ας βάλουμε σε αμφισβήτηση την ταξινόμηση των γνωστικών αντικειμένων. Η ταξινόμηση των γνωστικών αντικειμένων δεν έχει γίνει πολλές φορές στην ιστορία της παιδείας. Θεωρούμε την ταξινόμηση της πλατωνικής ακαδημίας, το τρίβιουμ και καντρίβιουμ του μεσαίωνα και τη γερμανική ταξινόμηση του 18ου και 19ου αιώνα. Ανταποκρίνεται αυτή η ταξινόμηση στις σημερινές (βλέπε αυριανές) απαιτήσεις;
Πρέπει υποχρεωτικά να βολέψουμε ό,τι έχουμε να κάνουμε μέσα σε 30-35 περιόδους. Εδώ γίνεται μεγάλο μέρος από το ράβε-ξύλωνε, καθώς κάθε συντεχνία θέλει να έχει μερίδιο από την πίτα. Πρέπει να πάρουμε υπόψη μας την καλλιέργεια του σώματος και την αισθητική αγωγή, και όλ’ αυτά χωρίς να χάσουμε την ανθρωπιστική παιδεία και την επιστημονική γνώση.
Τα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα σήμερα, κύρια στην Ευρώπη, ακολουθούν τη γερμανική ταξινόμηση με αρκετές βέβαια διαφοροποιήσεις, καθώς προσπαθούν να κάνουν προσαρμογές στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το αγγλοσαξονικό σύστημα κάνει προσπάθειες διαφοροποίησης αλλά όταν θέλει να ανεβάσει το επίπεδο καταλήγει πάλι στη συνήθη ταξινόμηση.
Πιστεύω ότι τα σημερινά και τα αυριανά παιδιά δεν έχουν πρόβλημα γνώσεων. Περισσότερο έχουν πρόβλημα να ταξινομήσουν και να αξιολογήσουν τις γνώσεις που προσλαμβάνουν από κάθε πηγή. Οι απαιτήσεις για βιβλία με εικόνες (και αργότερα έγχρωμες εικόνες) των περασμένων δεκαετιών μοιάζουν μίζερες αναμνήσεις. Τα ίδια τα βιβλία ως πηγή γνώσης αμφισβητούνται, αν και προσωπικά πιστεύω ότι το βιβλίο θα επιβιώσει για αρκετά ακόμη χρόνια.
Η προσπάθεια για τη διάδοση του ηλεκτρονικού βιβλίου φάνηκε αρκετά πρόωρη. Η κοινωνία δεν ακολούθησε. Υπήρχε και το πρόβλημα της ασφάλειας της παροχής που δημιουργεί δυσκολίες. Ένα αληθινό βιβλίο το δανείζεις, το πουλάς, το μουτζουρώνεις, το στολίζεις στη βιβλιοθήκη. Το ηλεκτρονικό δεν έχει βρει ακόμη τη θέση του στη ζωή μας.
Το σχολείο πρέπει λοιπόν να παίξει ρόλο ταξινομητή και αξιολογητή της γνώσης που προέρχεται από διάφορες πηγές συχνά ανεξέλεγκτες, όχι τίμιες και αντιφατικές. Η ανάγκη για ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης γίνεται πιο επιτακτική.
Η γνώση πρέπει να αναλύεται και να αξιοποιείται και συνθετικά. Πολλά ζητήματα που μέχρι τώρα προορίζονταν για τις μεγαλύτερες ηλικίες τώρα υπόγεια δίνονται (και μπορούν άνετα να δοθούν) στο πρωτοβάθμιο σχολείο, μετά από κατάλληλη επεξεργασία. Η διαδικασία αυτή πρέπει να ενταθεί.
Βλέπουμε λοιπόν ότι τα προβλήματα οργάνωσης και διαχείρισης της γνώσης είναι πλέον περισσότερο επιτακτικά από τα παραδοσιακά προβλήματα παροχής γνώσης. Το σχολείο πρέπει να ακολουθεί εδώ άλλες διαδικασίες όπως τη δουλειά των μηχανικών, οι οποίοι εδώ και χρόνια έχουν μετατραπεί σε διαχειριστές των έργων που αναλαμβάνουν ενώ τους παραδοσιακούς υπολογισμούς κάνουν οι μηχανές. Το αποτέλεσμα είναι να γίνεται η δουλειά πιο αποδοτική και πιο οικονομική.
Αρκετά εκπαιδευτικά συστήματα έχουν αρχίσει να ενσωματώνουν μαθήματα αυτοοργάνωσης των μαθητών. Η διαδικασία της αυτοοργάνωσης είναι απαραίτητη στη διαχείριση της ζωής μας από κάθε πλευρά. Διαδικασίες διαφωνίας και τέχνη της συζήτησης είναι απαραίτητο να διδαχθούν.
Γνωστικά αντικείμενα, όπως η οικονομία, που μέχρι σήμερα προορίζονταν για τους (επαγγελματικά) ενδιαφερόμενους, πρέπει να γίνουν γενικού ενδιαφέροντος.
Στα παλιότερα χρόνια, που τα βιβλία ήταν κάτω από έλεγχο επειδή ήταν λίγα και ακριβά, ο δάσκαλος είχε τη δυνατότητα να πει διάβασε αυτό ή μη διαβάσεις εκείνο. Τώρα πρέπει ο δάσκαλος να εξοπλίσει το μαθητή με κριτήρια που θα τον κάνουν ικανό να αντιμετωπίσει παραεπιστήμες και ψευτοεπιστήμες ή κάθε λογής καλοθελητές. Το διαδίκτυο είναι το μεγαλύτερο θησαυροφυλάκιο και ο ρυπαρότερος σκουπιδοτενεκές. Πρέπει να διδάξουμε το παιδί πώς θα ξεχωρίσει τους θησαυρούς από τα σκουπίδια, και σίγουρα πρέπει να συμβάλουμε όλοι στον εμπλουτισμό του θησαυροφυλακίου.
Μακριά από μένα η πρόθεση να πω στους φιλολόγους ή τους συναδέλφους πέρα από την ειδικότητά μου πώς θα οργανώσουν τη δουλειά τους. Θα πρέπει να έχουν όμως υπόψη πως μια νέα ταξινόμηση των γνώσεων θα οδηγήσει σίγουρα σε καταστάσεις που σήμερα ονομάζουμε διαθεματικές και για τη νέα ταξινόμηση θα είναι πιθανόν ο κανόνας.
Οι θετικές επιστήμες στο σχολείο σήμερα βρίσκονται στο 19ο αιώνα. Κανείς δεν τολμά να κάνει το βήμα παραπέρα. Είμαι πεισμένος ότι είναι δυνατόν να εκσυγχρονίσουμε τη διδασκαλία των επιστημών. Να διδάξουμε την επιστήμη του 20ου αιώνα και να προετοιμάσουμε τους μαθητές για το μέλλον. Όποτε το επιχείρησα μέσα στην τάξη έγινε αποδεκτό από τους μαθητές, φάνηκε αποτελεσματικό. Αν γινόταν πιο οργανωμένα και πιο μελετημένα, θα είχε και καλύτερο συνολικό αποτέλεσμα. Για να κατανοήσει ο μαθητής τις τεχνικές εφαρμογές που είναι στη διάθεσή του καθημερινά πρέπει και να είναι κοινωνός της σύγχρονης επιστήμης.
Σήμερα οι επιστημονικές ανακαλύψεις φτάνουν στο εμπόριο πολύ πιο γρήγορα από παλιά. Ιδιαίτερα στον τομέα της διατροφής, της υγείας, των τηλεπικοινωνιών.
Στο ερώτημα αν οι μαθητές είναι ικανοί να δεχτούν γνώση αυτού του επιπέδου, η απάντηση είναι ΝΑΙ. Τα παιδιά εξελίσσονται πιο γρήγορα και με την κατάλληλη από μικρή ηλικία αγωγή μπορούμε να τα φέρουμε σε σημείο να απορροφήσουν αυτού του είδους τη γνώση. Η ικανότητα των παιδιών να αποκτούν δεξιότητα στον χειρισμό και τη διαχείριση πολύπλοκων ηλεκτρονικών συσκευών αλλά και καταστάσεων μας δείχνει το δρόμο.
Οι σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες κοινωνίες το επίπεδο κατανόησης των παιδιών έχει εξελιχθεί πολύ πέρα απ’ ό,τι μας έλεγε ο Piaget και η εξέλιξη αυτή είναι συνάρτηση της πρόσβασης του παιδιού στην τεχνολογία.
ΤΕΧΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ
Θα ήταν παρακινδυνευμένο να προτείνει κανείς μια τέτοιου είδους εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η μελέτη που χρειάζεται να γίνει είναι δύσκολη. Ένα μέρος της κοινωνίας γνωρίζει το πρόβλημα και θα στηρίξει την προσπάθεια αλλά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας βρίσκεται στο επίπεδο του «τι καλό που ήταν το σχολείο που τελείωσα» και πρέπει να πεισθεί για τις αλλαγές που γίνονται στον κόσμο και συνεπώς τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση των παιδιών. Το κόστος είναι πολύ μεγάλο και τα τεχνικά προβλήματα μεγάλα.
Στη μελέτη του νέου προγράμματος θα πρέπει οι παλιοί να εμπιστευθούν τους νέους, ώστε να συνδυαστεί η σοφία της λευκής κόμης με τη γνώση και την ορμή της νεανικής κόμης. Δεν μπορεί να υπάρχει ασπρομάλλης ειδικός στους υπολογιστές. Αυτό το ξέρουν πολύ καλά οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, καιρός είναι να το μάθουμε κι εμείς.
Δεν χρειάζονται αλλαγές στις υποδομές. Τα μηχανήματα υπάρχουν και η κούρσα των εξοπλισμών των σχολείων σε υπολογιστές επιταχύνεται έτσι κι αλλιώς. Το πρόβλημα, παρενθετικά, είναι τι κάνει κανείς με αυτούς τους υπολογιστές. Εξ άλλου ο υπολογιστής των 100$ είναι προ των πυλών, και σε λίγα χρόνια θα είναι απαραίτητο συμπλήρωμα του σχολικού εξοπλισμού.
Το δυσκολότερο θα είναι η προσαρμογή η δική μας, η εκπαίδευση του προσωπικού σε νέα αντικείμενα και νέες μεθόδους δουλειάς, η παραγωγή νέου εκπαιδευτικού υλικού προσαρμοσμένου σε νέους στόχους. Τώρα υπάρχει έτοιμο υλικό, το οποίο μπορούμε να προσαρμόζουμε ανάλογα με τις ανάγκες. Γι’ αυτή την προσπάθεια θα χρειαστεί σε πολλές περιπτώσεις υλικό από την αρχή.
Το γεγονός ότι από τα πράγματα μειώνεται η αξία της πείρας θα δυσκολέψει την αξιολόγηση και τον έλεγχο. Υποχρεωτικά θα δημιουργηθούν πειραματικές καταστάσεις.
Η αβεβαιότητα που υπάρχει στην κοινωνία εξαιτίας της γρήγορης εξέλιξης θα είναι και η αχίλλειος πτέρνα του νέου συστήματος, το οποίο θα πρέπει να είναι και αυτό ευέλικτο και ευπροσάρμοστο, ώστε να ακολουθεί αν όχι να προηγείται της κοινωνίας.
Προσπάθησα να δώσω κάποιες ιδέες, τις οποίες σίγουρα κάποιοι γνωρίζετε και κάποιοι υποψιάζεστε. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι αργά ή γρήγορα θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Όσο γρηγορότερα το κάνουμε, τόσο το καλύτερο.
Κυριακή 10 Μαΐου 2009
Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007
Τ. 3 Μικρή ιστορία της ελευθεριακής σκέψης και πράξης
Α. Αναρχία, από το στερητικό α και την αρχή ως εξουσία και όχι ως ηθική αξία. Ο αναρχισμός δεν είναι απλά μια πολιτική θεωρία που εναντιώνεται στο κράτος. Είναι τρόπος σκέψης, τρόπος ζωής και θεώρησης των πραγμάτων και πάνω απ’ όλα μια τάση αμφισβήτησης της ιεραρχικής δομής ως αναγκαίας.
Ενώ ο όρος χρησιμοποιείται για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα από τον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, μπορούμε να βρούμε στοιχεία της ελευθεριακής σκέψης αιώνες νωρίτερα. Στην αρχαία Ελλάδα, οι στωικοί διακήρυσσαν την επικράτηση του ηθικού νόμου του ατόμου αποστρεφόμενοι την παντοδυναμία του κράτους.
Οι ρίζες όμως του αναρχισμού ως πολιτικής θεωρίας βρίσκονται στην περίοδο του Διαφωτισμού. Αν και δεν χρησιμοποιεί πουθενά τον όρο, το δοκίμιο του W. Godwin « Enquiry Concerning Political Justice » (1793), θεωρείται ως η πρώτη απόπειρα ανάπτυξης του αναρχισμού. Επηρεασμένος από το κλίμα της εποχής, ο W. Godwin ισχυρίζεται πως όλες οι μορφές κυβέρνησης είναι ουσιαστικά τυραννικές και ο άνθρωπος ως λογικό ον οφείλει να υπακούει μόνο στους «κανόνες» της λογικής.
Το 1840 κυκλοφορεί το «Περί ιδιοκτησίας» του Προυντόν και για πρώτη φορά έχουμε μια ολοκληρωμένη θεωρία σε συνδυασμό με τον όρο αναρχία την οποία περιγράφει ως εξής:
«…μια μορφή διακυβέρνησης ή συντάγματος, μέσω του οποίου η δημόσια και η ιδιωτική συνείδηση, διαμορφωμένες μέσα από την ανάπτυξη της επιστήμης, αρκούν για την διατήρηση της τάξης και την εξασφάλιση της ελευθερίας. Σε αυτήν την κοινωνία συνεπώς, οι θεσμοί των κατασταλτικών μηχανισμών, φορολογίας κ.τ.λ. περιορίζονται στο ελάχιστο. Η μοναρχία και η κεντρική εξουσία εξαφανίζονται τελείως, για να αντικατασταθούν από συνομοσπονδίες και ένα τρόπο ζωής βασισμένο στην κοινωνική αλληλεγγύη και την συνεργασία.»
Η ολοκλήρωση όμως θα έρθει με την εμφάνιση των Ρώσων, Μ. Μπακούνιν και Π. Κροπότκιν. Θεμελιωτές του αναρχοκομμουνισμού, θα προσθέσουν στην κριτική του καπιταλισμού από τον Μαρξ την δική τους κριτική του κράτους, επισημαίνοντας την σπουδαιότητα της κοινωνικής συνεργασίας για την εξασφάλιση της ατομικής ελευθερίας μέσα σε κοινωνικούς όρους.
Ο Μπακούνιν, μέλος της 1ης Διεθνούς, θα έρθει σε σύγκρουση με τον Μαρξ, για τον δρόμο που θα μας οδηγήσει στην αταξική κοινωνία και ήταν αντίθετος με την Δικτατορία του Προλεταριάτου ως μεταβατικό στάδιο. Εξαιτίας αυτής της κριτικής και της διαμάχης που επακολούθησε, ο Μαρξ θα δρομολογήσει την απομάκρυνση του Μπακούνιν από την Διεθνή την οποία και θα επιτύχει. Ο τελευταίος κατάφερε να προβλέψει με εντυπωσιακή ακρίβεια τον προβληματικό χαρακτήρα της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου» περιγράφοντας τον κίνδυνο της «κόκκινης γραφειοκρατίας» και το πού αυτή θα οδηγήσει. Σ’ ένα κείμενο του για την Παρισινή Κομούνα, ο Μπακούνιν αυτοπροσδιορίζεται ως εξής:
«…είμαι φανατικός εραστής της ελευθερίας, θεωρώντας την ως την μοναδική συνθήκη κάτω από την οποία η ευφυΐα, η αξιοπρέπεια και η ευτυχία μπορούν να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν· δεν αναφέρομαι όμως στην εντελώς τυπική ελευθερία την οποία σου παραχωρεί, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του, το κράτος, ένα αιώνιο ψέμα που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το προνόμιο των λίγων και το οποίο στηρίζεται στην υποδούλωση των πολλών∙ ούτε στην ατομικιστική, εγωιστική και φανταστική ελευθερία της σχολής του J.-J. Rousseau και των υπόλοιπων σχολών αστικού φιλελευθερισμού, οι οποίες θεωρούν πως τα εν δυνάμει δικαιώματα όλων των ανθρώπων, εκπροσωπούνται από το κράτος, το οποίο περιορίζει τα δικαιώματα του καθένα, άποψη η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στην ολοκληρωτική εξαφάνιση των δικαιωμάτων. Όχι, αναφέρομαι στο μόνο είδος ελευθερίας που αξίζει και τιμά το όνομα της, στην ελευθερία που οδηγεί στην πλήρη ανάπτυξη των ηθικών και πνευματικών «δυνάμεων» που βρίσκονται έμφυτες σε κάθε άτομο· στην ελευθερία που δεν γνωρίζει περιορισμούς άλλους από αυτούς που μας υποβάλλει ο ίδιος μας ο εαυτός και οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν περιορισμοί αφού δεν επιβάλλονται από οποιονδήποτε άλλο πέρα ή πάνω από εμάς, αλλά είναι ένα και το αυτό, η «βάση» του σωματικού, πνευματικού και ηθικού μας «είναι».»
Ο Κροπότκιν, επηρεασμένος από τις σπουδές του στη ζωολογία, καθώς και από τις θεωρίες του κοινωνικού Δαρβινισμού, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια ξεπερνούν κατά πολύ την σπουδαιότητα του ανταγωνισμού στην εξέλιξη και επιβίωση των ειδών.
Όλοι οι παραπάνω, αποτελούν κομμάτι του κοινωνικού αναρχισμού, με κυριότερες εκφάνσεις τον αναρχοκομμουνισμό και τον αναρχοσυνδικαλισμό. Όμως παράλληλα θα αναπτυχθεί και μια άλλη σχολή, η οποία επηρεασμένη κυρίως από το έργο του Μαξ Στίρνερ, «Ο Μοναδικός και το Εγώ του» θα θεωρήσουν ως πιο σημαντική την προσωπική και ατομική ελευθερία, απ’ όπου και ο χαρακτηρισμός «αναρχοατομικιστές».
Β. Επηρεασμένοι από τις θεωρίες των αναρχοατομικιστών και σε μια ιστορική περίοδο την οποία χαρακτηρίζουν η πρωτοφανούς αγριότητας καταστολή από την μεριά της εξουσίας, κάποιοι αναρχικοί θεωρούν ότι νομιμοποιείται η χρήση βίας ενάντια σε σύμβολα της εξουσίας και ότι έτσι θα αφυπνισθεί η κοινωνία. Μέσω της «προπαγάνδας με την πράξη», πιστεύουν πως μπορούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, να δώσουν ένα παράδειγμα, ακόμα και να προκαλέσουν την επανάσταση. Όμως τα αποτελέσματα είναι προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Η εξουσία θα χρησιμοποιήσει τις πράξεις αυτές για να εντείνει ακόμα περισσότερο την καταστολή και να περιορίσει τις ατομικές ελευθερίες και η ίδια η κοινή γνώμη, την οποία θέλανε να αφυπνίσουνε θα ζητάει περισσότερη αστυνόμευση. Θα ξεκινήσουν συζητήσεις ανάμεσα στις διαφορετικές σχολές του αναρχισμού, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Σε αυτή την ιστορική συγκυρία γεννιέται και η «καρικατούρα» του αναρχικού ως μοναχικού μαυροντυμένου παράνομου, που βάζει βόμβες. Χαρακτηριστικός «εκπρόσωπος» ο γάλλος Ραβασώλ ο οποίος θα αποπειραθεί να σκοτώσει με βόμβες δικαστικούς λειτουργούς. Βέβαια μιλάμε για μια περίοδο κατά την οποία το «κυνήγι μαγισσών» που έχει εξαπολυθεί μετά την Παρισινή Κομούνα του 1871, η άγρια καταστολή, οι φυλακίσεις και η δολοφονία αναρχικών κατά την διάρκεια των γεγονότων του Clichy (μεταξύ των νεκρών γυναίκες και παιδιά) προσφέρουν μια μορφή «ηθικής κάλυψης» στα μάτια των καταπιεσμένων.
Στις αρχές του 20ου αιώνα έχουμε δυο καθοριστικά γεγονότα. Το πρώτο είναι η εξέγερση της Κρονστάνδης. Ο ηγέτης του κινήματος, Ουκρανός αναρχικός Νέστωρ Μάχνο, ενώ αρχικά συνεργάζεται με τον κόκκινο στρατό για να αντικρούσει την επίθεση των «λευκών», κατάλοιπων του τσαρικού στρατού, θα αρνηθεί να δεχτεί τους επιτρόπους των μπολσεβίκων κι αυτό θα τον οδηγήσει σε ρήξη μαζί τους. Την περίοδο 1918-1919 το κομμάτι της Ουκρανίας που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του θα οργανωθεί με βάση τα αναρχικά ιδεώδη. Γη και εργοστάσια περνάνε στον έλεγχο των εργατών και συγκροτούνται εργατικά και ελεύθερα συμβούλια. Το 1921 όμως, ο Τρότσκυ θα οδηγήσει τον κόκκινο στρατό ενάντια στους «Μαχνοβίτες» τους οποίους θα συντρίψει, και ο ίδιος ο Μάχνο θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την χώρα για να γλιτώσει.
Το δεύτερο γεγονός το οποίο αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στην ιστορία του αναρχισμού, είναι η περίοδος 1936-1939 στην Ισπανία. Αποτέλεσμα δεκαετιών προετοιμασίας και προσέγγισης του πληθυσμού, το αναρχικό συνδικάτο φτάνει να εκπροσωπεί 2.000.000 μέλη. Για άλλη μια φορά έχουμε εργατικά συμβούλια, αυτοδιαχείριση εργοστασίων και αξιοθαύμαστο είναι πως με βάση αυτά τα πρότυπα καταφέρνουν να οργανώσουν όχι μόνο την περιορισμένου μεγέθους τοπική αγροτική παραγωγή ή βιοτεχνία αλλά και βιομηχανίες όπως αυτή των υφασμάτων, απαντώντας έτσι σε μια από τις πιο συνηθισμένες κριτικές κατά του αναρχισμού για απλοϊκότητα θέσεων και ανέφικτο εξάλειψης της ιεραρχίας σε μεγάλες βιομηχανίες χωρίς αυτές να καταρρεύσουν στο χάος.
Και σε αυτή την περίπτωση ουσιαστικά οι αναρχικοί έχουν δύο μέτωπα. Από την μία τον στρατό του Φράνκο, ο οποίος ελέγχει τις περιοχές όπως η Σαραγόσα ,τις μόνες στην Ισπανία με βιομηχανίες όπλων, και από την άλλη τους κομμουνιστές, υποστηριζόμενους από την Σοβιετική Ένωση, οι οποίοι θα φτάσουν ακόμα και στην σύγκρουση για να σταματήσουν τους αναρχικούς. Δεν θα προσπαθήσω να αναλύσω το γιατί και το πώς. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά και είναι ιδιαίτερα σύνθετο το ζήτημα, αυτό που έχει σημασία όμως είναι ότι το αποτέλεσμα ήταν τραγικό για το αναρχικό κίνημα, το οποίο έπεσε σε παρακμή για αρκετά χρόνια. Η αποτυχία θεωρήθηκε ως κομμάτι της ίδιας της θεωρίας.
Γ. Θα ξαναεμφανιστούν αρκετά χρόνια αργότερα, στην δεκαετία του 60 και θα παίξουν σημαντικό ρόλο στα γεγονότα του 68 μέσα από την ομάδα των Καταστασιακών. Για ακόμα μια φορά αποδεικνύεται πως είναι ένα ζωντανό κίνημα, κομμάτι της κοινωνίας και το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες.
Ο αναρχισμός επανεμφανίζεται στο προσκήνιο με τις συγκεντρώσεις που έλαβαν χώρα στο Σηάτλ την περίοδο του συνεδρίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Καταφέρνει έως ένα βαθμό να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα από αυτή που προωθούν τα ΜΜΕ, αυτής του λάτρη της βίας που καταστρέφει ό,τι βρει μπροστά του. ‘Ένα μωσαϊκό από διαφορετικές τάσεις όχι μόνο αποδεικνύει στον κόσμο αλλά συνειδητοποιεί και το ίδιο ότι δεν είναι απλά μικρές περιθωριακές ομάδες αλλά κομμάτι ενός σημαντικού κινήματος.
Δεν αρκούνται στην κριτική της κοινωνίας αλλά προτείνουν και εφαρμόζουν νέες μορφές κοινωνικής δόμησης. Στην Αργεντινή, μετά την οικονομική κρίση παρατηρήθηκε το φαινόμενο εργοστασίων τα οποία κατέλαβαν οι εργάτες και τα οποία συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι σήμερα με βάση τις αρχές της αυτοδιαχείρισης. Έχουμε το διαδίκτυο το οποίο αν και κανείς δεν διατείνεται πως είναι «όργανο» των αναρχικών, η δομή του είναι ακριβώς όπως περιγράφουν την αναρχική κοινωνία οι θεωρητικοί. Καμία κεντρική εξουσία και άπειρος αριθμός αλληλοσυνδεόμενων «φορέων» και μάλιστα όλο και περισσότερο δημιουργείται μια αμφίδρομη σχέση με τον χρήστη ο οποίος μπορεί να γίνεται παραγωγός και να συμμετέχει ενεργά στην διαμόρφωση του περιεχομένου αντί να το παρακολουθεί παθητικά.
Είναι λάθος να πιστεύουμε πως οι αναρχικοί αγνοούν την πολυπλοκότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Μια από τις σημαντικότερες προσφορές του Προυντόν στην αναρχική θεωρία είναι η ιδέα πως η ίδια η μορφή της κοινωνίας οδηγεί στην αποκέντρωση και στην ανάπτυξη αυτόνομων κοινοτήτων. “...μέσα από την πολυπλοκότητα των συμφερόντων και την εξέλιξη των ιδεών, η κοινωνία είναι αναγκασμένη να καταργήσει το κράτος...κάτω από τους κυβερνητικούς μηχανισμούς και υπό την σκιά των πολιτικών θεσμών, η κοινωνία αναπτύσσει την δικιά της οργανωτική δομή φτιάχνοντας για την ίδια μια νέα μορφή που θα της εξασφαλίζει την αυτονομία και την ζωτικότητά της.” Και ο Κροπότκιν υποστήριξε πως η όλο και πιο σύνθετη κοινωνία οδηγείται από μόνη της στην αποκέντρωση και στην αυτοδιαχείριση της βιομηχανίας από τους ίδιους τους εργάτες. “...η παραγωγή και η ανταλλαγή προϊόντων είναι τόσο σύνθετη και απαιτητική ώστε καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να τις οργανώσει και φέρει σε πέρας, χωρίς να σχηματίσει μια φοβερά δυσκίνητη και αντιπαραγωγική γραφειοκρατία. Αντιθέτως, οι εργάτες μέσω των συνδικάτων σε κάθε τομέα, μπορούν να είναι πολύ πιο αποδοτικοί αντιμετωπίζοντας το πλήθος προβλημάτων τα οποία εμφανίζονται, μέσω της συνεργασίας αλλά και της πρακτικής εμπειρίας
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως λέγοντας αποκέντρωση και αυτονομία δεν εννοούμε τον διαμελισμό της κοινωνίας σε μικρά απομονωμένα, οικονομικά αυτάρκη τμήματα, κάτι που δεν είναι ούτε εφικτό αλλά ούτε και επιθυμητό. Ο αναρχικός, Diego Abad de Santillan, οικονομολόγος αλλά και υπουργός(!) οικονομικών στην Καταλονία το ‘36 είπε σε μία ομιλία του: «...πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε πως δεν βρισκόμαστε σε μια μικρή ουτοπία...δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιήσουμε την οικονομική μας επανάσταση σε τοπικό επίπεδο, διότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την στέρηση σε συνολικό επίπεδο...η οικονομία σήμερα είναι ένας τεράστιος οργανισμός και οποιαδήποτε απομόνωση θα αποδειχθεί καταστροφική, οφείλουμε να δουλεύουμε με γνώμονα το κοινό καλό, λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της χώρας και, αν είναι δυνατόν, το σύνολο του κόσμου...»
Το ζήτημα είναι να βρεθεί ο χώρος ανάμεσα στον έλεγχο που ασκεί η εξουσία και το είδος αυτό της αυτονομίας που οδηγεί σε έναν περίεργο τοπικισμό και στον διαμελισμό της κοινωνίας εμποδίζοντάς την να λειτουργήσει ως σύνολο. Η ελευθεριακή μορφή οργάνωσης οφείλει να προωθεί την κοινωνική αλληλεγγύη και συνεργασία στον μέγιστο βαθμό. Συντονισμός μέσω της ελεύθερης συμφωνίας. Ένα τεράστιο δίκτυο, εθελοντικών συνομοσπονδιών και συνεταιρισμών που θα καλύπτουν το σύνολο των κοινωνικών αναγκών στο οποίο όλα τα μέλη διατηρώντας την μέγιστη δυνατή αυτονομία, παραμένουν μέρος του συνόλου. Ενώ οι ελευθεριακοί οραματίζονται μια αναρχική κοινωνία δεν οραματίζονται μια κοινωνία μόνο για αναρχικούς. Το πώς θα διαχειρίζεται η κάθε ομάδα την ομοσπονδία της είναι δικό της θέμα. Οφείλει όμως να έχει την αίσθηση της κοινωνικής ευθύνης και να είναι σε θέση να συνεργάζεται με τους υπόλοιπους. Όταν ο Κροπότκιν προσπάθησε το 1899 στο «Χωράφια, Εργοστάσια και εργαστήρια» να αποδείξει πως είναι εφικτό να αποκεντρωθεί η βιομηχανία ικανοποιώντας τις απαιτήσεις της παραγωγής, οι απόψεις του θεωρήθηκαν πρόωρες. Σήμερα και με τη βοήθεια της τεχνολογίας παρατηρείται ακριβώς αυτό σε πολλούς τομείς όπως στην ηλεκτρική ενέργεια όπου για να αντιμετωπισθούν πιο επιτυχώς οι βλάβες οδηγούμαστε στην αποκέντρωση του δικτύου.
Δ. Είναι σαφές, καθώς παρατηρούμε την πληθώρα τάσεων και τις διάφορες μορφές που σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους παίρνει η ελευθεριακή σκέψη, πως δεν υπάρχει ένας αυστηρός ορισμός. Είναι περισσότερο μια τάση και αυτό ακριβώς περιγράφεται πολύ όμορφα από τον αναρχοσυνδικαλιστή Ρούντολφ Ροκερ: «...ο αναρχισμός δεν είναι ένα αυστηρά καθορισμένο και αυτοπεριοριζόμενο κοινωνικό σύστημα αλλά μια συγκεκριμένη τάση στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, η οποία σε αντίθεση με την πνευματική ιεράρχηση που επικρατεί σε όλους τους θρησκευτικούς και κυβερνητικούς φορείς, φέρνει στην επιφάνεια και απελευθερώνει όλες τις ατομικές και κοινωνικές δυνάμεις της ίδιας της ζωής. Ακόμα και η ελευθερία είναι μια σχετική έννοια αφού τείνει να μεταβάλλεται και να περιλαμβάνει όλο και περισσότερους τομείς της ανθρώπινης ύπαρξης. Για τον αναρχικό, η ελευθερία δεν είναι ένας αφηρημένος φιλοσοφικός όρος αλλά η ζωτικής σημασίας δυνατότητα για κάθε άνθρωπο να αναπτύξει πλήρως όλες του τις δυνάμεις, τις ικανότητες και τα ταλέντα που απλόχερα του χάρισε η φύση και τις οποίες πρέπει να χρησιμοποιήσει για το κοινό καλό.»
Οι θεωρητικοί του αναρχισμού, ή τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία αυτών δεν ήταν αφελείς να πιστεύουν πως από τη μια μέρα στην άλλη ως εκ θαύματος όλοι οι άνθρωποι θα αποκτήσουν κοινωνική συνείδηση και όλες οι προκαταλήψεις τους θα εξαφανιστούν. Τους απασχολούσαν τα άμεσα προβλήματα της κοινωνικής αναδόμησης σε οποιαδήποτε χώρα, είτε βιομηχανοποιημένη είτε όχι. Φανταζόντουσαν μια πολύχρωμη κοινωνία, ευέλικτη, στην οποία όλες οι ανάγκες θα καλύπτονται από έναν άπειρο αριθμό εθελοντικών συνεταιρισμών.
Εξ ορισμού, ένας ελευθεριακός δεν μπορεί να επιβάλει τα ιδανικά του στους υπόλοιπους ανθρώπους. Η πίστη του όμως στην κοινωνική εξέλιξη, τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως η κοινωνία την οποία οραματίζεται είναι αυτή στην οποία πορευόμαστε μέσω της φυσικής επιλογής. Ένα παλιό σύνθημα έλεγε πως θα χτίσουμε τον νέο κόσμο στο κέλυφος του παλιού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Avrich, P. (1988). Anarchist Portraits. Princeton, NJ: Princeton University Press.
Bakunin, M. (1916). God and the State. New York: Mother Earth Publishing
Association.
Bakunin, M. (1990). Marxism, Freedom and the State. Translated and edited with
a biographical sketch by K.J. Kenafick. London: Freedom Press.
Berkman, A. (1929). A.B.C. of anarchism, with a biographical note of the author.
London: Freedom Press.
Berneri, M. L. (1951). Journey through Utopia. Boston: Beacon Press.
Bookchin, M. (1994). To Remember Spain: The Anarchist and Syndicalist
Revolution of 1936. Edinburgh and San Francisco: A.K. Press.
Crowder, G. (1991). Classical Anarchism: The Political Thought of Godwin,
Proudhon, Bakunin, and Kropotkin. Oxford: Clarendon Press.
Encyclopedie Anarchiste. (1934) Paris : Librairie Internationale.
Goldman, E. (1983). Red Emma Speaks: an Emma Goldman Reader.
Ed. by Alix Kates Shulman. New York: Schocken Books.
Goodway, D. (ed.) (1989). For Anarchism: History, Theory, and Practice.
London and New York: Routledge.
Guerin, D. (1970). Anarchism. Translated by M. Klopper. Introduction by
N. Chomsky. New York: Monthly Review Press.
Hobsbawm, E. J. (1973). Revolutionaries; contemporary essays.New York
Pantheon Books. [Chapter on anarchists]
Joll, J. (1980). The Anarchists. London: Eyre and Spottiswoode;
Malatesta, E. (1894); “The Duties of the Present Hour,” from Liberty, August 1894,
reprinted in Robert Graham, ed.
Marx, K., Engels F., and Lenin. (1972). Anarchism and anarcho-syndicalism.
(Selected writings). New York: International Publishers.
Nettlau, M. (1979). Anarchy Through the Times. New York: Gordon.
Nettlau, M. (1982). A short history of Anarchism. Oakland: Barricade Books.
Plekhanov, G.V. (1909). Anarchism and Socialsm. Chicago: C.H. Kerr & Co.
Proudhon, P.J. (1840). What is Property: An Inquiry into the Principle of
Right and Government. trans. B.R. Tucker, 1876. New York:
Humbold, 1890; New York: Dover, 1970; Cambridge, Cambridge
University Press,1994.
Rocker, R. Anarcho-Syndicalism Phoenix Press.
Russell, B. (1919). Proposed Roads to Freedom: Socialism Anarchism, and
Syndicalism. New York: H.Holt & Co.
Wolff, R.P. (1976). In Defense of Anarchism. New York: Harper Colophon.
Τ. 3 Πέντε ποιήματα και μια συνέντευξη του Μαχμούντ Νταρβίς
Παρουσίαση-μετάφραση: Δημήτρης Πορφύρης
Την εποχή του προληπτικού πολέμου, η αντιπρόταση είναι προληπτική ποίηση. Γιατί η ποίηση δεν είναι μια ακόμη φράξια –σέκτα ή μειονότητα που επιδιώκει την αναγνώρισή της, αλλά μια τέχνη που σύμφωνα με τον Ντιντερό «οφείλει να έχει κοινωνική αποστολή και χρησιμότητα». «Θάμαι πάντα με το μέρος εκείνων που δεν έχουν τίποτα και που τους αρνούνται ακόμα και την ησυχία αυτού του τίποτα» , διακηρύσσει ο Λόρκα. «… δε θέλουν την πρόοδο, θέλουν την υπεροχή», καταγγέλλει ο Μπρεχτ. «Η Νέα Ρώμη, η Σπάρτη της τεχνολογίας και της ιδεολογίας της παραφροσύνης» καγχάζει την κάθε υπερδύναμη ο Νταρβίς. «Έπαιρνε τα μέτρα τ’ ουρανού με τις αλυσίδες του» ... «έπαιρνε τα μέτρα του χρόνου με τις αλυσίδες του», οικτίρει το λαό του. Ένας απ’ τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της κοινωνικής και ανθρωπιστικής λογοτεχνίας, ο παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούντ Νταρβίς.
Μια φωνή από τον ελαιώνα
Η ηχώ ερχόταν απ’ τον ελαιώνα.
εγώ ήμουν σταυρωμένος στην πυρά
και απέτρεπα τα κοράκια: μη με βασανίζετε.
Θα μπορούσα να επιστρέψω στο σπίτι
κι ο ουρανός να βρέξει
και....να εξαλείψει αυτό
το σαρκοφάγο ξύλο.
Μια μέρα θα κατεβώ απ’ τον σταυρό μου
αλλά τότε, πώς
θα γυρίσω στο σπίτι, γυμνός και ξυπόλητος;
1966
Η φυλακή
Η διεύθυνσή μου άλλαξε.
η ώρα των γευμάτων μου,
το μερτικό του καπνού,
ώς και το χρώμα των ρούχων μου, και το πρόσωπό μου
κ’ η μορφή μου, άλλαξαν.
Το φεγγάρι,
μονάκριβο, εδώ στην καρδιά μου,
και πιο ωραίο και πιο μεγάλο στο εξής.
Και η ευωδιά της γης: αρώματα
και η γεύση της φύσης: γλυκίσματα.
Σα να στεκόμουν στη στέγη του πατρικού μου,
κι ένα άστρο νέο,
ένθετο στα μάτια μου.
1966
Πάνω σ΄αυτή τη γη
Πάνω σ΄αυτή τη γη, υπάρχει ό,τι αξίζει ζωή:
Ο δισταγμός τ’Απρίλη, τ’άρωμα του άρτου της αυγής,
οι απόψεις μιας γυναίκας για τους άντρες,
τα γραπτά τού Αισχύλου, η αρχή της αγάπης,
το χορτάρι στην πέτρα,
μητέρες ν’ ακροπατούν σε φλάουτο
και ο φόβος που εμπνέει η θύμηση στους κατακτητές.
Πάνω σ΄αυτή τη γη, υπάρχει ό,τι αξίζει ζωή:
Το τέλος του Σεπτέμβρη, μια γυναίκα που βγαίνει απ’ τα σαράντα,
η ωρίμανση όλων των βερίκοκών της, η ώρα του ήλιου στη φυλακή,
σύννεφα που αντιγράφουν ένα σκίρτημα των κτισμάτων,
οι επευφημίες ενός λαού γι’ αυτούς που ανεβαίνουν χαμογελαστοί προς τον θάνατό τους
και ο φόβος
που εμπνέουν τα τραγούδια στους τυράννους.
Πάνω σ’ αυτή τη γη, υπάρχει ό,τι αξίζει ζωή:
στέκεται η κυρά της γης, μητέρα των προλόγων και των επιλόγων.
η καλούμενη Παλαιστίνη.
η αποκαλούμενη έκτοτε Παλαιστίνη.
Κυρία μου, αξίζω, αξίζω τη ζωή,
γιατί εσύ είσαι η Κυρία μου.
1986
Στη μητέρα μου
Νοσταλγώ το ψωμί της μητέρας μου
τον καφέ της ,τα χάδια της...
την πλησμονή της παιδικότητας.
Μέρα με τη μέρα,
λάτρευα τη ζωή,
γιατί αν πέθαινα,
θα ντρεπόμουν για τα δάκρυα της μητέρας μου.
Αν κάποτε γυρίσω,
φτιάξε από μένα μια σκιά για τα βλέφαρά σου.
Σκέπασε τα κόκκαλά μου μ’ αυτή τη χλόη, τη βαπτισμένη στ’ αθώα τακούνια σου.
Συγκράτησέ με από μια πόρπη των μαλλιών σου,
ως μια κλωστή που θα κρέμεται απ’ το στρίφωμά σου...
Κι ίσως τότε νάμαι ένας θεός,
περίπου ένας θεός,
αν θ’ άγγιζα την καρδιά σου...
Αν κάποτε γυρίσω, θάψε με.
προσάναμμα στην εστία σου.
Και άπλωσέ με στο σκοινί με τ’ ασπρόρουχα,
στην ταράτσα του σπιτιού σου.
Δε στέκομαι όρθιος χωρίς την προσευχή σου.
Γέρασα. Φέρε μου τα παιδικά μου αστέρια
κι εγώ θα τα μοιραστώ με τους νεοσσούς,
στο δρόμο της επιστροφής
στη φωλιά της προσμονής σου.
1966
To ποίημα της γης
1
Το Μάρτη, τη χρονιά της Ιντιφάντα, η γη
μας αποκάλυψε τα αιμάτινα μυστικά της.
Το Μάρτη, πέντε κόρες πέρασαν μπροστά
απ’τις πασχαλιές και τις σφαίρες.
Όρθιες στην πόρτα ενός σχολειού
αναφλέγησαν σε ρόδα και θυμάρι της πατρίδας.
εισηγήτριες του άσματος της άμμου.
Εισχώρησαν μες στον κλοιό, σ’οριστική περίπτυξη.
Ο Μάρτης έρχεται στη γη, στα έγκατά της
Καταφθάνει και στο χορό των κοριτσιών.
Οι πασχαλιές λυγίζουν ελαφρά για να διέλθουν οι φωνές τους.
Τα πουλιά τείνουν το ράμφος τους στην κατεύθυνση του ύμνου
και της καρδιάς μου.
Εγώ είμαι η γη,
και η γη, είσαι συ
Χαντίτζα! Μην κλείνεις την πόρτα.
Μην προσχωρείς στη λήθη.
Tο Μάρτη, πέντε κόρες πέρασαν μπροστά
απ’ τις πασχαλιές και τις σφαίρες.
Έπεσαν στην πόρτα ενός δημοτικού σχολειού.
Στα δάχτυλα, η κιμωλία παίρνει τα χρώματα πουλιών.
Το Μάρτη, η γη μας αποκάλυψε τα μυστικά της.
1977
Αποσπάσματα από συνέντευξη του ποιητή στη γαλλική εφημερίδα «L’Ηumanité» στις 15/04/04
Δημ.: Μια προηγούμενη σειρά συνεντεύξεών σας έφερε τον τίτλο «Η Παλαιστίνη ως μεταφορά». Πώς ακριβώς εννοείτε αυτόν τον χαρακτηρισμό;
Νταρβις: Ο εκδότης μου επέλεξε αυτόν τον τίτλο. Αυτή η μεταφορά επιτρέπει να μιλήσουμε για την ποίηση: για τη σχέση του ανθρώπινου πλάσματος με την ιστορία του, την ύπαρξή του, τη φύση, το εγώ του όσο και για τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες του. Για μένα η Παλαιστίνη δεν είναι ένας περιορισμένος γεωγραφικός χώρος. Αυτή επαναφέρει το αίτημα της Δικαιοσύνης, της Ελευθερίας, της Ανεξαρτησίας αλλά επίσης παραπέμπει σ’ έναν τόπο πολιτιστικού πλουραλισμού και συνύπαρξης. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που εγώ υπερασπίζομαι και στην επίσημη ισραηλινή νοοτροπία –θα έλεγα στην κυρίαρχη νοοτροπία σήμερα στο Ισραήλ–είναι ότι αυτή εδώ οδηγεί σε μια αντίληψη αποκλειστικότητας της Παλαιστίνης, ενώ για εμάς πρόκειται για έναν τόπο πολυσήμαντο. Γιατί εμείς δεχόμαστε την ιδέα ενός πλουραλισμού πολιτισμικού , ιστορικού και θρησκευτικού στην Παλαιστίνη. Αυτή τη χώρα κληρονομήσαμε. Αυτή δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατη, ούτε ανήκε μόνο σ’ έναν λαό. Μέσα απ’ τα γραπτά μου, αναγνωρίζομαι ως παιδί των πολλών διαδοχικών πολιτισμών. Υπάρχει θέση για την εβραϊκή, ελληνική, χριστιανική, μουσουλμανική φωνή. Η αντίπαλη οπτική επικεντρώνει όλην την ιστορία της Παλαιστίνης μέσα στην εβραϊκή της περίοδο. Εγώ δεν έχω το δικαίωμα να τους προσάψω την αντίληψη που έχουν για τους εαυτούς τους. Μπορούν να καθορίσουν την ταυτότητά τους οπως θέλουν. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αντίληψη ταυτότητας σημαίνει την άρνηση αυτής του άλλου. ...
Δημ. Επιτρέψτε μου αυτήν την ερώτηση την κάπως άκομψη, αλλά η ποίηση στο υψηλότερο νόημά της, όπως εσείς την εξασκείτε σήμερα, μπορεί να αποτελέσει μια εναλλακτική της θρησκείας;
Νταρβίς: Ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ έλεγε ότι η φαντασία είναι μια νέα θρησκεία. Ολόκληρο το κίνημα του Ρομαντισμού εννοεί να υποκαταστήσει την ποιητική έμπνευση από την θρησκευτικο-προφητική. Εγώ πιστεύω, ότι η θρησκεία και η ποίηση προήλθαν απ’ την ίδια πηγή, αλλά η ποίηση δεν είναι μονοθεϊστική. Όπως το διατύπωσε ο Χάιντεγκερ, «αυτή διορίζει τους θεούς». Η ποίηση βρίσκεται σε διαρκή εξέγερση ενάντια στον εαυτό της, αδιάκοπα μεταβάλλεται. Η θρησκεία είναι σταθερή, παγιωμένη, μόνιμη. Αντίθετα, το αίτημα του «αγνώστου» τούς είναι κοινό. Η ποίηση τείνει προς το αθέατο χωρίς να βρίσκει λύση. Η θρησκεία βρίσκει μια λύση άπαξ και δια παντός. Μήπως το μεγάλο πρόβλημα του Μαρξισμού δεν ήταν ότι κάποια στιγμή έγινε θρησκεία;
Δημ: Η ποίηση είναι σήμερα συμβατή με τη θρησκεία υπό τη μορφή της την πιο βίαιη και διεκδικητική;
Νταρβίς: Ο φανατισμός εμποδίζει την ποίηση να διαδοθεί. Ο μανιχαϊσμός του δεν ταιριάζει καθόλου στην ποίηση. Ο φανατισμός διαθέτει προειλημμένες απαντήσεις. Ο ποιητής είναι αυτός που αμφισβητεί και δέχεται τον άλλον. Μου φαίνεται ότι η Ποίηση είναι συνυφασμένη με την Ειρήνη. Η ποίηση εκστασιάζεται μπροστά στο γυναικείο κάλλος και στην ομορφιά των πραγμάτων. Ο φανατισμός απομονώνει τη γυναίκα και την κρύβει. Η ποίηση αγαπά το κρασί. Ο φανατισμός το απαγορεύει. Η ποίηση ιεροποιεί τις γήινες απολαύσεις. Ο φανατισμός μανιωδώς αντιτίθεται.Η ποίηση ελευθερώνει τις αισθήσεις. Ο φανατισμός τις χαλιναγωγεί. Η ποίηση εξανθρωπίζει τους Προφήτες, γι’ αυτό η κουλτούρα η προερχόμενη απ’ τον θρησκευτικό φανατισμό είναι κατ’ εξοχήν αντι-ποιητική. Ο φανατισμός μπορεί να φτάσει να καταργήσει κάθε τι που αντιτίθεται στην κοσμοαντίληψή του. Στις μορφές του τις πιο ακραίες, αντιπροσωπεύει ένα θανάσιμο κίνδυνο για την ποίηση και γιά τους ποιητές. Κατά τη διάρκεια της Χρυσής Εποχής της Αραβικής Ποίησης (9ος –11ος αι) το κράτος ήταν αρκετά ανεκτικό, ανοικτό σε όλες τις κουλτούρες. Υπήρχε κυρίως μια πολύ ερωτική και βακχική ποίηση. Ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός είναι ο ίδιος μια αντίδραση στον αμερικάνικο και ισραηλινό φονταμενταλισμό και φανατισμό. Ο παγκόσμιος αμερικάνικος δεσποτισμός, όπως παρουσιάζεται σήμερα, επιφέρει τη νομιμοποίηση του μουσουλμανικού φανατισμού. Όταν οι Αμερικάνοι μιλούν για «τρομοκρατία» ως αναπόσπαστο στοιχείο του Ισλάμ, αυτοί εξωθούν τους μουσουλμάνους σε κάποιες ακρότητες. Η σύγχρονη μάχη που εμφανίζεται ως διαπάλη μεταξύ πολιτισμών, δεν είναι άλλη παρά μια διαμάχη ανάμεσα σε φανατισμούς. Δεν πρόκειται για πόλεμο πολιτισμών, αλλά για πόλεμο ανάμεσα σε διαφορετικές βαρβαρότητες.
Δημ. Η ποίησή σας σημαδεύτηκε από τον χαρακτηρισμό που της απέδωσε ο Ρίτσος ως «επικό λυρισμό». Πιστεύετε ότι αυτός ο χαρακτηρισμός ευσταθεί ώς και σήμερα, δοθέντος ότι στη Δύση πρόκειται για μια φόρμα παρωχημένη εδώ και αιώνες;
Nταρβίς: Η επική ποίηση με την κλασική έννοια, έχει εξαφανισθεί εδώ και αρκετό καιρό. Αυτή είναι, όπως το απέδειξε και ο Χέγκελ, συνυφασμένη με τους αρχαίους πολιτισμούς. Ο λυρισμός έχει διαχρονική αξία γιατί πάντα υπάρχει ένας πλουραλισμός του εγώ. Αυτή η μορφή ποίησης εκφράζει λεπτομέρειες και μέρη της ψυχής ενός λαού. ...Όταν ο Ρίτσος ορίζει την ποίησή μου ως ένα «επικό λυρισμό» επιχειρεί να μιλήσει για τη δομή του ποιήματος και για την πολλαπλότητα των φωνών στο εσωτερικό του. Δεν υπάρχει μόνο η φωνή μου αλλά και οι άλλες που εκφράζουν το σύνολο. Η ποίησή μου δεν τοποθετείται μέσα σ’ ένα χώρο περιορισμένο και προσωπικό αλλά σ’ έναν ευρύ χώρο στο ιστορικο-γεωγραφικό γίγνεσθαι, εξ ου και κάποια στοιχεία που παραπέμπουν στην επική ποίηση. Ο λυρισμός αυτών των ποιημάτων δεν είναι πολύ προσωπικός, ούτε ατομικός. Είναι ένας συλλογικός λυρισμός...
Δημ: Η ποίηση μπορεί να βοηθήσει ένα λαό να είναι ο εαυτός του ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες επιβίωσης;
Νταρβίς: Νομίζω ότι ο ρόλος της ποίησης σ’ έναν εθνικό αγώνα δεν εξυπακούεται. Η επιρροή της δεν είναι άμεση. Αυτή αποτελεί ένα διαρκές ταξίδι ανάμεσα σε κουλτούρες και χωροχρόνους. Με αυτήν την έννοια δεν πιστεύω σε μια εθνική ποίηση. Καθώς ο ποιητής είναι το παιδί μιας εποχής και μιας δεδομένης γλώσσας, αυτός συμβάλλει αδιαμφισβήτητα στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας ενός λαού, διαδραματίζοντας ένα ρόλο πολιτισμικής σημασίας. ..
Στη δεκαετία του’50, εντός του αραβικού κόσμου αλλά και στον κόσμο ολόκληρο, η στρατευμένη ποίηση, κυρίως στη δική σας, στον Αραγκόν, ο ποιητής είχε ένα ρόλο άμεσα πολιτικό. Ο κόσμος ήταν λιγότερο σύνθετος απ’ ό,τι σήμερα. Στην περίπτωσή μας, η ισραηλινή κατοχή είναι μια κατάσταση χρόνια σ’ αντιδιαστολή με τη γερμανική κατοχή στη Γαλλία. Ποιός καλλιτέχνης μπορεί ν’ αναλαμβάνει διαρκώς το ρόλο του ποιητή των ανάλογων συνθηκών, του στρατευμένου ποιητή με την κλασσική έννοια; Aν αυτός προτίθεται να διαδραματίζει αυτόν το ρόλο, η κατοχή θα πετύχει επίσης να σκοτώσει την ποίηση.
Τ. 2 Ψηφιδωτό, η τέχνη των μουσών
Ψηφιδωτό, η τέχνη των μουσών
Πελαγία Αγγελοπούλου
Το ψηφιδωτό είναι ένα πολύ αρχαίο, πολύ σύγχρονο και πολύ αμφιλεγόμενο είδος των εικαστικών τεχνών. Θα προσπαθήσω λοιπόν να αναπτύξω σύντομα, τις διάφορες φάσεις της εξελικτικής του πορείας και τις τεχνικές ώστε να γίνουν κατανοητά ο ρόλος και η μορφή που έχει ή που θα έπρεπε να έχει σαν μια μνημειακή τέχνη στον 21ο αιώνα. Είναι δε ένα ξεχωριστό είδος που πρέπει να αξιολογείται και να εκφράζεται με τους δικούς του όρους γιατί έχει δικούς του κανόνες και ύφος.
Η λέξη μωσαϊκό προέρχεται από την ελληνική λέξη μούσα. Η επίσης ελληνική ονομασία ψηφιδωτό προέρχεται από την λέξη «ψήφος» (μικρή πέτρα). Ένας ορισμός της τέχνης αυτής θα μπορούσε να είναι ο εξής:
Ψηφιδωτό είναι μια εικόνα συνεκτική της οποίας το κάθε επί μέρους στοιχείο είναι κτισμένο από μικρά ή μεγάλα κανονικά ή ακανόνιστα κομμάτια πέτρας, μαρμάρου, γυαλιού, κεραμικών κτλ συνδεδεμένα με κονίαμα. Καλύπτουν δε ολόκληρη ή μέρος μιας επίπεδης ή καμπύλης επιφάνειας ή ακόμη κι ένα τρισδιάστατο σχήμα.
Το ψηφιδωτό αντιμετωπίζονταν σαν μια μορφή ζωγραφικής με μεγαλύτερη αντοχή και διάρκεια στον χρόνο και στις συνθήκες περιβάλλοντος, υγρασίας και θερμοκρασίας. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκε η ζωγραφική της αιωνιότητας.
Ο καλλιτέχνης του ψηφιδωτού θα πρέπει να είναι βαθύς γνώστης των σύνθετων προβλημάτων των τεχνικών και της αισθητικής του μέσου.
Οι τεχνικές του ψηφιδωτού
Το υπόστρωμα των εντοίχιων ψηφιδωτών είναι λιθοδομή ή πλινθοδομή και επάνω σε αυτήν έχουν τοποθετηθεί στρώματα ασβεστοκονιάματος με αυξανόμενο πάχος.
Στα δάπεδα, αφού πιεζόταν το χώμα και ισιωνόταν κατά το δυνατόν η επιφάνεια, έβαζαν ένα παχύ στρώμα ασβεστοκονιάματος με χοντρό χαλίκι και κομμάτια κεραμικού και μετά δεύτερο με μικρότερα χαλίκια. Και στις δυο περιπτώσεις τοίχων και δαπέδων, το τελικό στρώμα κονιάματος, όπου και γίνεται η ψηφοθέτηση, είναι ασβέστης, άμμος ποταμού, κεραμικό σε μορφή σκόνης και θηραϊκή γη.
Επίσης είναι σημαντικό να δοθεί προσοχή στην ποιότητά τους, διαφορετικά υπάρχει πρόβλημα αποκόλλησης από το εσωτερικό υπόστρωμα, ή διάλυσής τους από την υγρασία.
Οι ψηφίδες που είναι από μάρμαρα, σμάλτα, πέτρες ή ακόμα και βότσαλα πιέζονται στο τελευταίο στρώμα κονιάματος, όταν είναι ακόμη νωπό και εύπλαστο. Παραμένει δε υγρό για περίπου 4-5 ώρες και ο ψηφοθέτης βάζει καθημερινά τόση ποσότητα, όση χρειάζεται για να εργαστεί στο χρονικό διάστημα μέχρι να στεγνώσει.
Εξυπακούεται ότι ο καλλιτέχνης εκτός από την έμπνευση και την αισθητική πρέπει να έχει και υψηλού επιπέδου τεχνικές ικανότητες και γνώσεις.
Τα ιστορικά ψηφιδωτά είχαν φιλοτεχνηθεί από δημιουργούς που ανήκαν στις αυτοκρατορικές αυλές ή τις πολιτείες και όχι από τον απλό λαό. Κάθε καλλιτέχνης είχε την δική του ποικιλία χρωματικών αποχρώσεων. Στην αρχαιότητα και την Ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιούσαν κυρίως φυσικές πέτρες. Ενώ στους Βυζαντινούς χρόνους η χρήση σμάλτων είναι πιο συνήθης. Έτσι λοιπόν μικρά εργαστήρια παρήγαν αυτό το είδος υαλόμαζας, που όφειλε την εξαιρετική ποιότητα και τα λαμπερά της χρώματα, σε οξείδια μέταλλων και ορυκτά άλατα. Οι χρυσές ψηφίδες ήταν κατασκευασμένες από κανονικό γυαλί, πάνω σε αυτό ρευστό, καθαρό χρυσό και τέλος ένα πολύ λεπτό, διάφανο στρώμα γυαλιού για προστασία. Έτσι το χρυσό διατηρούσε την λάμψη του για εκατοντάδες χρόνια.
Για να κοπούν τα μεγάλα κομμάτια πέτρας και μαρμάρου χρησιμοποιείται ένα ειδικό ατσάλινο σφυρί, με δυο πολύ κοφτερές πλευρές και ένα μεγάλο ατσάλινο επίσης κοφτερό δόντι, στηριγμένο σε μια βάση από συμπαγές ξύλο. Ένα ακόμα εργαλείο είναι η πένσα με την οποία ο ψηφιδογράφος κόβει τις πέτρες σ’ όποιο μέγεθος και σχήμα επιθυμεί.
Δυο είναι οι βασικές μέθοδοι ψηφοθέτησης: Η κατ’ ευθείαν, που είναι και η αρχαιότερη, και η έμμεση, η αντίστροφη.
Η κατ’ ευθείαν χρησιμοποιήθηκε στους αρχαίους και βυζαντινούς χρόνους. Είναι η μόνη που μπορεί να δώσει καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και την τέλεια αίσθηση της ανάγλυφης κυματιστής επιφάνειας , που συλλαμβάνει το φως και το αντανακλά, με ένα τρόπο σαν να παράγεται απ’ αυτήν. Καθώς κάθε πέτρα πιέζεται ξεχωριστά πάνω στο υγρό εύπλαστο κονίαμα με εξαιρετική ακρίβεια, ο καλλιτέχνης ελέγχει κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου.
Στον έμμεσο τρόπο υπάρχει αντίστροφα σχεδιασμένη πάνω σε χαρτί η καμπότο, η σύνθεση που θα γίνει ψηφιδωτό. Κατόπιν κάθε ψηφίδα τοποθετείται στο χαρτί η το ύφασμα με την μπροστινή όψη προς τα κάτω, χρησιμοποιώντας μια κόλλα που διαλύεται με νερό, όπως η αλευρόκολλα. Βέβαια δεν υπάρχει δυνατότητα ποικιλίας στην ψηφοθέτηση και η τελική επιφάνεια γίνεται αρκετά επίπεδη. Το πλεονέκτημα αυτού του τρόπου είναι ότι γίνεται ευκολότερα. Όμως η διαδικασία της αντίστροφης ψηφοθέτησης έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ημί-βιομηχανοποίηση του ψηφιδωτού και έχει πάντα καθαρά διακοσμητικό αποτέλεσμα.
Ιστορική αναδρομή στο ψηφιδωτό
Προσπαθώντας μια αναδρομή στην ιστορική και αισθητική εξέλιξη της τέχνης αυτής, βρίσκουμε αρχικά, τις προσόψεις των Σουμμεριακών χτισμάτων που χρονολογούνται στο τέλος της τέταρτης χιλιετηρίδας και που μπορεί να συσχετιστούν με το ψηφιδωτό. Την δε νεολιθική περίοδο στην Κρήτη βρέθηκαν δάπεδα με ακατέργαστα βότσαλα χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο.
Τον 6ο αιώνα ψηφιδωτά από βότσαλα με συγκεκριμένα πλέον σχέδια, ανώριμα όμως αισθητικά, βρίσκονται στην Όλυνθο. Με το ίδιο επίσης υλικό τον 4ο αιώνα στην Πέλλα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας και γενέτειρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βρέθηκαν υπέροχα ψηφιδωτά με λαμπερά χρώματα και με εμφανή την βαθιά γνώση και το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για να αποδώσει την πλαστικότητα των μορφών. Υπάρχει δε η υπογραφή του, ονομαζόταν Γνώσις.
Το 325 π.Χ στον Ναό του Διός στην Ολυμπία μερικές από τις πέτρες έχουν κοπεί με αδέξιο τρόπο για μεγαλύτερη ακρίβεια. Έτσι έχουμε την γέννηση της ψηφίδας.
Στα υπέροχα ψηφιδωτά της Δήλου τέλους του 2ου αιώνα έχει επιτευχθεί η μετάβαση σε επιδέξια κομμένους και χρωματιστούς κύβους.
Οι Έλληνες καλλιτέχνες κράτησαν την κυρίαρχη θέση στο σχέδιο και την δημιουργία των ψηφιδωτών, όχι μόνο κατά τους κλασσικούς χρόνους αλλά και κατά την διάρκεια του μεσαίωνα. Ψηφιδωτά εξαιρετικής τέχνης φιλοτεχνήθηκαν σε πολλά μέρη όπως την Έφεσο, Αντιόχεια, Τυνησία, Κύπρο και την Πομπηία, όπου ανάμεσα σε αλλά το περίφημο ψηφιδωτό του Αλέξανδρου πολεμώντας τον πέρση βασιλιά Δαρείο.
Όταν ο Γκαίτε το είδε λίγες μέρες πριν πεθάνει, έγραψε: «Η δική μας και οι γενιές του μέλλοντος, δεν θα μπορούν καν να το προσεγγίσουν και με πολύ προσεκτική σκέψη και μελέτη θα είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέφουμε ξανά και ξανά με μόνο καθαρό και απλό θαυμασμό.
Ένα άλλο είδος, τα ασπρόμαυρα δάπεδα, ήταν ρωμαϊκό επίτευγμα. Η τομή ανάμεσα στα κλασσικά ρωμαϊκά και μεσαιωνικά χριστιανικά ψηφιδωτά δεν είναι καθαρή. Η αλλαγή κατεύθυνσης παρά την αλλαγή θρησκείας έγινε βαθμιαία και όχι επαναστατικά.
Η πρώτη αξιοσημείωτη ένδειξη αλλαγής είναι ο θόλος της κυκλικής κιονοστοιχίας στην εκκλησία Stanza Constanza στην Ρώμη χρονολογούμενος πριν το 350 μ.Χ και είναι το πιο φίνο και το μεγαλύτερο ρωμαϊκό ψηφιδωτό σε τόξο.
Το φόντο όπως σε όλα τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά είναι συντεθειμένο από ημίλευκες μαρμάρινες ψηφίδες, ενώ τα σμάλτα χρησιμοποιούνται για τις φιγούρες και το διάκοσμο.
Η Stanza Constanza σηματοδοτεί το τέλος της αισθητικής της όψιμης αρχαιότητας και την εντυπωσιακή έναρξη της χιλιετούς πορείας του ψηφιδωτού στην υπηρεσία της εκκλησίας ως του πλέον εκλεπτυσμένου και πολυτελούς είδους στις μεσαιωνικές τέχνες.
Κατά τους κλασσικούς χρόνους η πλειοψηφία των ψηφιδωτών δαπέδων είχαν παραγγελθεί από ιδιώτες χορηγούς. Ενώ τον μεσαίωνα οι ψηφιδογράφοι εργάζονταν για τους άρχοντες και την εξουσία με την υπερφυσική αυθεντία, οι οποίοι είχαν και την ικανότητα να ξοδεύουν αξιοσημείωτα μεγάλα χρηματικά ποσά. Το γεγονός αυτό βοήθησε να επεκταθεί ο ρόλος και το μέγεθος των ψηφιδωτών. Μια άλλη αλλαγή ήταν σε αυτήν τη φύση του μέσου. Όταν τώρα είχε να καλύψει επιφάνειες τόξων, θόλων, τοίχων και όλων των σύνθετων αρχιτεκτονικών στοιχείων, ο ψηφιδωτός διάκοσμος γίνεται ένα πρόβλημα πιο σύνθετο απ’ ό,τι ήταν από την εποχή των απλών παραλληλόγραμμων δαπέδων. Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι ο ρόλος τους δεν είναι πλέον η διακόσμηση σαν αυτοσκοπός αλλά επιχειρούσε να επηρεάσει ψυχολογικά το κοινό προπαγανδίζοντας την πίστη.
Δεν φιλοδοξεί πλέον να συλλάβει και να αποδώσει τον κόσμο όπως ακριβώς ήταν αλλά να αποδώσει τους πατρόνες της εξουσίας όπως εκείνοι ήθελαν να προβάλλουν εαυτούς προς τους υπηκόους τους δηλαδή εξιδανικευμένους.
Το ψηφιδωτό λοιπόν που από την φύση του τείνει στην αφαίρεση και την σχηματοποίηση, έχει δε μορφή πολυτελή και μνημειακή, ήταν απόλυτα κατάλληλο για τον σκοπό αυτό.
Η μακρόχρονη διαδικασία της εργασίας με ένα δύσκαμπτο και δύσχρηστο αντικείμενο λειτουργεί σαν φίλτρο που εξαϋλώνει και αποπροσωποποιεί την εντύπωση της πραγματικότητας και την καλλιτεχνική έμπνευση και αποστασιοποιεί το έργο από τον δημιουργό του. Οι κοινωνικοί κανόνες και αξίες, επηρεάζουν το ύφος του Βυζαντινού ψηφιδωτού, αλλά και το ψηφιδωτό επηρεάζει την αισθητική του βυζαντίου και κυριαρχεί ανάμεσα στις τέχνες της ιστορικής αυτής περιόδου.
Ο χριστιανικός ψηφιδωτός διάκοσμος παρ’ ότι καλύπτει μεγάλο μέρος των κτιρίων, είναι στοιχείο που η σύλληψη της σύνθεσής του γινόταν αφού τελείωνε η οικοδομή ακολουθώντας τις γραμμές του, αλλά ανεξάρτητα από την αρχιτεκτονική τους λειτουργία.
Η δυνατότητα της χρήσης μεγάλης ποικιλίας χρυσού και χρωματιστής υαλόμαζας έχει σαν αποτέλεσμα εξαιρετικές ποιότητες, πολυτέλεια και εντυπωσιακούς ιριδισμούς του φωτός. Η αδρή επιφάνεια του ψηφιδωτού και οι κύβοι που την αποτελούν, δεν αντανακλούν ομοιόμορφα το φως, αλλά όπως ο θεατής κινείται εχει την αίσθηση μιας επιφάνειας που τρεμοπαίζει με μια απαλή λάμψη, σαν ένα πολυτελές χαλί δουλεμένο με χρυσή κλωστή.
Τα χαμηλά τμήματα των κτιρίων, καλύπτονταν από χρωματιστά μάρμαρα και τα νερά τους σχημάτιζαν συμμετρικά σχέδια. Μάρμαρα και ψηφιδωτά δημιουργούσαν πολυτελείς επιφάνειες που κάλυπταν την συμπαγή δομή που βρίσκονταν πίσω από αυτά. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος δείχνει σαν να αντανακλάται πάνω στους τοίχους από μια μακρινή πηγή φωτός όπως οι εικόνες πάνω στην οθόνη.
Οι θόλοι συμβολίζουν τον ουρανό και οι κίονες που τους στηρίζουν δίνουν τον μόνο απτό συσχετισμό της κλίμακας του κτιρίου με τον άνθρωπο διατηρώντας την σχέση του μέτρου αυτού του κόσμου, που διαφορετικά θα χανόταν σε ένα κόσμο άσπιλου πνεύματος, όπου το βάρος και η ύλη εξαφανίζονται.
Ο έμπειρος καλλιτέχνης, γνώστης βαθύς της ισορροπίας και των οπτικών διορθώσεων σχεδιάζει τις συνθέσεις επιμηκύνοντας η παραμορφώνοντας τα σχήματα όταν χρειάζεται να λύσει σύνθετα προβλήματα που δημιουργούσαν τα τόξα, οι αψίδες αλλά και η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις εικόνες και τους θεατές. Η απόσταση κάνει επίσης πιο αναγκαία απ’ ό,τι στα δάπεδα, την αφαίρεση και την απλοποίηση, δεδομένου ότι φίνες λεπτομέρειες δεν θα ήταν ευδιάκριτες. Πολλές φορές ψηφιδωτά από ατυχή σχεδιασμό έμειναν στην αφάνεια έως ότου τα αποκαλύψει και προβάλει η σύγχρονη κάμερα. Ίσως βέβαια σε αυτό να υπάρχει και ένα στοιχείο χριστιανικού μυστικισμού όπου ο ευσεβής καλλιτέχνης αφιερώνει χρόνια υπομονετικής εργασίας, σαν μια μορφή ψαλμών με χρώματα προορισμένων να είναι ορατοί μόνο από τους ουράνιους άρχοντες.
Οι φιγούρες στις ψηφιδωτές συνθέσεις των βυζαντινών εκκλησιών ποικίλουν σε κλίμακα. Το θείον δεν περιγράφεται ούτε εκφράζεται με φόρμες της γήινης πραγματικότητας. Απλά και διακριτικά την υπαινίσσεται. Είναι σχηματοποιημένες και αυστηρές προσκολλημένες σε μια καθεστηκυία παράδοση. Έτσι συνήθως ο Χριστός και η Πανάγια είναι σε κολοσσιαίο μέγεθος στον κεντρικό θόλο η το ημιθόλιο της αψιδας.
Οι απόστολοι παρουσιάζονται σε υπερφυσικό μέγεθος αντίθετα με άλλες μορφές με δευτερεύοντες ρόλους. Η αυθαίρετη αυτή απομάκρυνση από το πραγματικό, αξιολογεί την θέση τους στην ιεραρχία. Ακόμη κι όταν οι μορφές εμφανίζονται σε κίνηση αναπαριστώνται καταμέτωπο. Η ιερατική τελετουργική Βυζαντινή στάση και σχηματοποίηση, φέρνει τις ιερές μορφές πιο κοντά στους θεατές, ενώ την ίδια στιγμή αποστασιοποιημένες νοητικά απομακρύνονται στην διάσταση του μεγαλειώδους και του υπερβατικού.
Ανάμεσα στα πιο γνωστά και εντυπωσιακά έργα της βυζαντινής ψηφιδογραφίας, είναι αυτά της εκκλησίας του Αγίου Βιτάλιου στην Ραβέννα του 6ου μ.Χ αιώνα και εξ αυτών τα πλέον προβεβλημένα εκείνα που αναπαριστούν τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τις συνοδείες τους, όπου και είναι εμφανής η επιρροή της αρχαίας ανατολής στην εξιδανίκευση, σχεδόν την θεοποίηση της βασιλικής εξουσίας.
Ίδιας περίπου εποχής είναι τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά των βυζαντινών ναών της Θεσσαλονίκης, από τα ωραιότερα δείγματα της τέχνης αυτής δηλαδή, της Ροτόντας ,του Όσιου Δαυίδ, της Αχειροποιήτου, του Αγίου Δημητρίου, που είναι του 5ου αιώνα, και των μεταγενέστερων, της Αγίας Σοφίας και των Αγίων Αποστόλων του 9ου και 14ου αντίστοιχα.
Βυζαντινοί καλλιτέχνες του ψηφιδωτού καλούνται από τον χαλίφη της Δαμασκού και αργότερα στην Κόρδοβα για να διακοσμήσουν τα τεμένη τους. Στην Ρωσία το 989 ο Μεγάλος Δούκας Βλαδίμηρε του Κίεβου, καλεί καλλιτέχνες κατευθείαν από την Κων/πολη. Έλληνες ψηφιδογράφοι κάνουν την Αγία Σοφία του Κίεβου εξαίρετο δείγμα βυζαντινής τέχνης.
Από τον 9ο αιώνα που έληξε η περίοδος της εικονοκλασίας, έως τον 12ο το βυζαντινό ύφος φτάνει την κορύφωση της έκφρασής του. Τα ψηφιδωτά που σώζονται στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης δεν φιλοτεχνήθηκαν με ένα συγκεκριμένο πλάνο αλλά σε διαφορετικές στιγμές σε διαφορετικούς αιώνες. Μερικά δε από αυτά είναι πορτραίτα ηγεμόνων αφιερωμένα από τους διαδόχους τους.
Οι προσωπογραφίες των αυτοκρατόρων είναι παγερές από την πολυτέλεια και άκαμπτες σαν μάσκες. Σε αυτές κυριαρχεί η αίσθηση της δεξιοτεχνίας και όχι της τέχνης. Αντίθετα η σύνθεση της δέησης, τέλος του 12ου αιώνα, είναι έργο ανυπέρβλητης αισθητικής άξιας. Αυτή απεικονίζει τον Χριστό μεγαλοπρεπή, πλαισιωμένο από την Παναγία και τον βαπτιστή Ιωάννη.
Ο εσωτερικός ψηφιδωτός διάκοσμος της Μονής της Χώρας επίσης στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί ένα υπέροχο δείγμα του 14ου αιώνα. Ο αριθμός των ψηφιδωτών που σώθηκαν στην μητρόπολη του βυζαντίου, είναι σχετικά μικρός. Γι’ αυτό μπορούν να δώσουν μια ελάχιστη μόνον ιδέα από το μεγαλείο, τη χλιδή και τη λάμψη της Πόλης. Με δύναμη αλλά και με βαθύ θρησκευτικό ύφος, ήταν τα εξαιρετικά υψηλής τέχνης ψηφιδωτά του 12ου αιώνα στις ελληνικές μονές του Δαφνίου στην Αττική, του Οσίου Λουκά στην Φωκίδα και τη Νέα Μονή στην Χίο, τα οποία είχαν φιλοτεχνηθεί από αυτοκρατορικά εργαστήρια που είχαν σταλεί στην Ελλάδα και με αυτοκρατορική χορηγία.
Τα ψηφιδωτά της πρωτεύουσας αλλά και αυτά που πατρονάριζε είχαν πάντα την επίδραση του ύφους της. Δηλαδή πλούσια και επίπεδα χρώματα σε χρυσό φόντο και φόρμες προσδιορισμένες από καθαρά περιγράμματα. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου και των χρόνων που ακολούθησαν η σχηματοποίηση των λεπτομερειών παράγεται από σχήματα με αυστηρές γωνίες, σε αντίθεση με την κλασσική εποχή που αναζητά τις καμπύλες.
Ο καθεδρικός ναός του Monreale στο Παλέρμο της Σικελίας καλύφθηκε με ψηφιδωτά μέσα σε 10 χρόνια μόνο. Αν και οι συνθέσεις έγιναν με βάση τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και παρ’ ότι διασώζονται σαν συνολικό έργο, η αισθητική τους προκαλεί πολλά ερωτηματικά, ενώ περισσότερο προκαλεί το μέγεθός τους.
Μια άλλη αξιοσημείωτη περίπτωση είναι ο Καθεδρικός ναός στο βενετσιάνικο νησί Τορτσέλο, χρονολογούμενος περίπου το 1100, όπου οι διακοσμητικές αψίδες με τους απόστολους και η μοναχική μορφή της Παναγίας είναι έργα ελλήνων καλλιτεχνών.
Τον 13ο αιώνα το εργαστήριο του Βατικανό ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα. Ο τελευταίος καλλιτέχνης ψηφιδωτού που ήταν σχεδιαστής και εκτελεστής του έργου του, ήταν ο Maziano da Breva και έργα του χρονολογούμενα από το 1576 βρίσκονται στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης.
Παρακμή της τέχνης του ψηφιδωτού
Ακολουθεί η εποχή όπου ο ζωγράφος σχεδιάζει ψηφιδωτά τα οποία πραγματοποιεί τεχνίτης του είδους. Ελαιογραφίες και φρέσκα κυριαρχούν και οι προσωπικότητες των ζωγράφων καθώς και οι τεχνικές της ζωγραφικής επηρεάζουν και καθορίζουν ακόμη και την τέχνη του ψηφιδωτού προκαλώντας για μακρύ χρονικό διάστημα την παρακμή και εξαφάνιση της μετά από τα χίλια χρόνια εντυπωσιακής πορείας.
Το 1727 ο Πάπας Βενέδικτος ο 13ος ιδρύει ένα παπικό εργαστήριο όπου μετέφραζαν ζωγραφικούς πίνακες σε ψηφιδωτό. Το δε εργοστάσιο σμάλτων του Βατικανό, παρήγε εικοσιοχτώ χιλιάδες χρωματικές αποχρώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν έργα δεξιοτεχνίας, που όμως δεν είχαν τις αισθητικές αρετές ούτε του ψηφιδωτού ούτε της ζωγραφικής. Το τέλος του 18ου αιώνα δεν αντέχει πλέον οικονομικά να παράγει εκκλησιαστικά μόνο έργα. Πληθώρα πλούσιων πελατών αγοράζουν αντίγραφα κλασσικών ψηφιδωτών ενώ την ίδια εποχή αρχίζουν έργα για την αναστήλωση των ιστορικών εκκλησιών της Ρώμης.
Το 1846 ο Τσάρος Νικόλαος ο 1ος στέλνει ρώσους καλλιτέχνες να εκπαιδευτούν και κατόπιν να ιδρύσουν εργαστήριο στην Ρώμη, το οποίο έξι χρόνια μετά, μεταφέρεται στην Αγία Πετρούπολη όπου ενσωματώθηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών και κατάντησε είδος παραφυάδας της ζωγραφικής, όπως είναι σήμερα στην Beaux-Arts του Παρισιού και στην Καλών Τεχνών της Αθήνας.
Στη Γαλλία ένας Φλωρεντίνος ιδρύει εργαστήριο τον 17ο αιώνα και ο Ναπολέων, που ήθελε να λαμπρύνει το στέμμα του, το θέτει υπό την αιγίδα του και γίνεται ο κυρίως χρηματοδότης του, ενώ μετά από εκατοντάδες χρόνια το ψηφιδωτό επανέρχεται σε μη θρησκευτικά θέματα.
Το 1880 περίπου ιδρύεται η Ecole Nationale de la Mosaïque. Παρ’ όλ’ αυτά η σχολή εχει ζωή μόνο μερικών δεκαετιών και μεγάλα έργα της εποχής, όπως η όπερα του Παρισιού και ο καθεδρικός ναός της Μασσαλίας, φιλοτεχνήθηκαν από βενετσιάνικο οίκο.
Το 1816 ιδρύεται ο οίκος Salviati στην Βενετία. Τα έργα που παρήγαγε ήταν άψογα από άποψη τεχνική και γινόταν προσπάθεια να είναι αισθητικά συνεπή όσο βέβαια επέτρεπαν τα σχέδια που πρότειναν οι εύποροι πελάτες, που επιθυμούσαν κυρίως μίμηση της ζωγραφικής.
Το ψηφιδωτό έρχεται πλέον στην βιομηχανοποιημένη του φάση αποκομμένο από την επανάσταση που προκαλείται την ίδια εποχή στις εικαστικές τέχνες, από τους Cézanne, Seurat και Gauguin, που ο προβληματισμός της τέχνης τους σχετικά με τη συναίρεση χρωματικών κηλίδων για την παραγωγή χρώματος, συγγένευε με αυτόν του ψηφιδωτού. Οι φόρμες και τα αντικείμενα που απεικονίζονται παραμένουν αρχαΐζοντα και στείρα ακαδημαϊκά. Ενώ και μέχρι τις ημέρες μας το πλείστο του κοινού και των ειδικών το θεωρούν σαν ένα είδος τέχνης αυστηρά μεσαιωνικής και εκκλησιαστικής.
Η πορεία του ψηφιδωτού στον 20ο αιώνα
Το 1889 τρεις νεαροί βερολινέζοι ιδρύουν ένα εργοστάσιο, αφού με δικές τους έρευνες ανακάλυψαν τις μεθόδους παραγωγής σμάλτων που ζηλότυπα κρατούσαν οι βενετσιάνοι. Λειτούργησε δε και σαν εργαστήριο δημιουργίας ψηφιδωτών μέχρι το 1969. Παρ’ ότι δεν έκαναν επαναστατικές τομές, με αργά βήματα συνετέλεσαν στην βαθμιαία στροφή προς το ύφος και τα θέματα του 20ου αιώνα.
Ένας από τους μεγάλους σύγχρονους καλλιτέχνες που ασχολήθηκε με το ψηφιδωτό είναι ο Gino Severini, που όμως δεν πρόσθεσε κάτι το ουσιαστικό στην εξέλιξη της τέχνης, ούτε το εργαστήριο ψηφιδωτού της Beaux-Arts του Παρισιού, την οποία διεύθυνε, άφησε κάτι το αξιοσημείωτο, αφού στα ψηφιδωτά του επαναλάμβανε θέματα των οποίων τα εικαστικά προβλήματα και ερωτήματα τα είχε θέσει και λύσει με τη ζωγραφική του.
Μεγάλοι ζωγράφοι όπως ο Braque, o Mattisse, o Chagal, έκαναν σχέδια των οποίων η μεταφορά στο ψηφιδωτό δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής. Ο ψηφιδογράφος πρέπει να είναι καλλιτέχνης με βαθειά γνώση των ιδιοτήτων της ψηφίδας. Θα μπορούσε ακόμη αν θελήσει να βασιστεί η να εμπνευστεί από έργα μεγάλων ζωγράφων, πράγμα απόλυτα θεμιτό και που εχει γίνει από πολλά και μεγάλα ονόματα στο χώρο των εικαστικών τεχνών. Αυτό σημαίνει ότι οι ψηφίδες, δεν πρέπει να γεμίζουν απλά προϋπάρχοντα σχήματα σαν χειροτεχνία, αλλά να ερμηνεύεται το έργο στην δική τους γλώσσα. Για να γίνει κατανοητό φανταστείτε μεγάλους ποιητές και συγγραφείς μεταφρασμένους αυτολεξεί με ηλεκτρονικό υπολογιστή. Στην καλύτερη περίπτωση να μην υπάρχουν ορθογραφικά λάθη.
Σήμερα στα περίφημα εργαστήρια της Ραβέννας, γίνονται αντίγραφα των ιστορικών ψηφιδωτών κατά εκατοντάδες και πωλούνται στα πλήθη των τουριστών. Βέβαια οι καλλιτέχνες και οι τεχνίτες που τα εργάζονται, έχουν την ευκαιρία αν έχουν την διάθεση, να μελετήσουν τον τρόπο που ψηφοθετούσαν και χρωμάτιζαν οι Βυζαντινοί ιδιοφυείς δάσκαλοι. Έτσι οι αντιγραφείς μπορεί να εξελιχθούν σε ικανούς τεχνίτες.
Το πρόβλημα είναι σήμερα ότι ο μεν καλλιτέχνης όπως ο Έλληνας η ο Ιταλός που στηρίζεται σε μια λαμπρή παράδοση, ενώ κατανοεί τις ιδιότητες της ψηφίδας, μένει παγιδευμένος στο μεγαλειώδες παρελθόν της Ιστορίας του. Οι άλλοι σύγχρονοι καλλιτέχνες που είναι απεγκλωβισμένοι από την παράδοση αποπειρώνται να προσεγγίσουν το μέσον, όμως δεν κατανοούν τις αρχές και την αισθητική του.
Μερικά παραδείγματα σύγχρονων ψηφιδωτών που είναι πρωτοποριακά έργα τέχνης, είναι τα εξής:
Το μοναδικό ποιοτικά και ποσοτικά ψηφιδωτό του Klimt στην τραπεζαρία του Palais Stocklet στις Βρυξέλλες φιλοτεχνήθηκε μετά την επιστροφή του από την Ραβέννα το 1903. Γι’ αυτό είναι εμφανείς οι επιρροές του διακοσμητικού της βυζαντινής τέχνης. Είναι ένα κολλάζ από ζωγραφική, ψηφίδες από σμάλτο, πλακίδια με ανάγλυφα σχήματα όπως επίσης κεραμικά με συγκεκριμένες φόρμες ειδικά για το έργο.
Ο αρχιτέκτονας Antonio Gaudi προχώρησε περισσότερο, δεν ενδιαφερόταν μόνο για το εσωτερικό των κτιρίων του αλλά και για το εξωτερικό. Ήθελε τα αρχιτεκτονικά στοιχεία να έχουν από μόνα τους δύναμη. Γι’ αυτό τους γλυπτικούς όγκους πρόβαλε με το χρώμα των εφυαλωμένων πλακιδίων, που εξ αιτίας της ισπανό-αραβικής παράδοσης ήταν μια προφανής επιλογή. Χρησιμοποίησε κυρίως κομμάτια σπασμένα, μονόχρωμα ή ζωγραφισμένα. Για ποικιλία προσθέτει περιγράμματα από σπασμένες φιάλες η ακόμη και αντικείμενα σαν ένα είδος objet trouvé όπως το κεφάλι κούκλας. Οι δε επιφάνειες των μεγάλων κομματιών εναλλάσσονται με μικρές ψηφίδες από σμάλτο.
Ενώ τα στοιχεία στο έργο του Klimt στο Palais Stocklet ήταν ειδικά φτιαγμένα γι’ αυτό, ο Gaudi κάλυπτε σαν δέρμα με άχρηστα υλικά, τις περιπετειώδεις καμπύλες των χτισμάτων του. Το γεγονός ότι δίνει σημαντικό ρόλο στο εξωτερικό των κτιρίων του, αντανακλούσε και την κοινωνική αλλά και την φιλοσοφική θέση της εποχής του που ήταν πολύ πιο εξωστρεφής από την εσωτερικότητα και θρησκευτικότητα του Μεσαίωνα. Ίσως ο ισπανός αρχιτέκτονας να επηρέασε την εντυπωσιακή εξέλιξη των ψηφιδωτών στη Λατινική Αμερική αλλά και ίσως να επηρεάστηκε ο ίδιος από την μακρά ιστορία στην προ-κολομβιανή Αμερική.
Υπήρχαν δυο διαφορετικές τάσεις μία στο Περού και μια στο Μεξικό. Στο Περού μικρά σκεύη είχαν ένα είδος ψηφιδωτού από οστά, ελεφαντόδοντο, άλατα χαλκού και χρυσό. Στο Μεξικό τα ερείπια του Ολμέκ από την πρώτη χιλιετηρίδα, έχουν δάπεδα με κομμάτια σερπεντίτη και κεραμικού, που αναπαριστούν την χαρακτηριστική μάσκα του ιαγουάρου. Οι Μάγιας και οι Αζτέκοι, κάλυπταν τελετουργικά αντικείμενα, μαχαίρια, πανοπλίες, ξύλινες μάσκες, ακόμα και κρανία, με ημιπολύτιμες πέτρες. Βέβαια, απλά κάλυπταν ένα προϋπάρχον σχήμα.
Στη σύγχρονη Λατινική Αμερική το κλίμα και η φτηνή εργασία, ενθαρρύνουν και επιτρέπουν την πολύχρωμη εξωτερική διακόσμηση των κτιρίων. Οι αρχές κατανοούν ότι οι τέχνες χρησιμοποιημένες με φιλολαϊκό τρόπο, προωθούν την κατανόηση της εθνικής ταυτότητας και λειτουργούν προπαγανδιστικά όπως τα ψηφιδωτά του Βυζαντίου.
Στο Μεξικό τα όρια των τεχνών είναι ανοιχτά και oι σύγχρονοι καλλιτέχνες είναι δυνατοί και τολμηροί χρήστες του χρώματος. Η δε τέχνη τους εχει σαφή συγγένεια με τις αρχές του ψηφιδωτού, το οποίο εξελίχθηκε παράλληλα με τις άλλες τέχνες.
Στην Πόλη του Μεξικού υπάρχει το μεγαλύτερο ψηφιδωτό, που καλύπτει το κτίριο της βιβλιοθήκης της πόλης. Αυτό, καθώς και το κτίριο, είναι σχεδιασμένα από τον αρχιτέκτονα Juan O’Corman. Παρ’ όλ’ αυτά το ψηφιδωτό απλά καλύπτει χωρίς να συνεργάζεται με τις επιφάνειες του κτιρίου.
Το 1951 ο ζωγράφος Diego Rivera σχεδίασε την πρόσοψη του Teatro de los Insurgentes, περιγράφοντας σκηνές από την ιστορία της πόλης χωρίς όμως και αυτό να γίνεται στοιχείο ενταγμένο στο αρχιτεκτόνημα. Αντίθετα πράγματι ιδιοφυές είναι το γλυπτικό ψηφιδωτό που βρίσκεται σε ένα πάρκο της πόλης του Μεξικού και αναπαριστά την μορφή του θεού της βροχής Tatloc. Αυτό καθώς και ο περιβάλλων χώρος καλύπτονται από μεγάλες πέτρες με διαφορετικά χρώματα και σχήματα. Αυτό ίσως να είναι το ωραιότερο παράδειγμα σύγχρονου ψηφιδωτού.
Ένα άλλο είδος που εμφανίζεται την τελευταία δεκαετία, με καθαρά διακοσμητικό ρόλο, είναι η ψηφιακή εκδοχή μιας εικόνας, σχεδίου ή πίνακα μεταφρασμένη σε ψηφιδωτό.
Εικαστικές τέχνες και η θέση του ψηφιδωτού ανάμεσά τους σήμερα
Για να γίνει κατανοητή η θέση του ψηφιδωτού σήμερα, θα πρέπει πρώτα να γίνει μια σύντομη ανάλυση του τι συμβαίνει γενικά στον χώρο των εικαστικών τεχνών.
Η σύγχρονη τέχνη πολλές φορές καταντάει να είναι αυτό που έγραφε ο ιστορικός της τέχνης Νικόλαος Ξύδης, «Ακαδημία του πάση θυσία μοντερνισμού». Σε προηγούμενες εποχές υπήρχαν οι πολιτικές, φιλοσοφικές ή καλλιτεχνικές ιδέες, τάσεις και θέσεις με επαναστατικό ή ανατρεπτικό χαρακτήρα εναντίον ενός συντηρητικού κατεστημένου. Σήμερα οι «επαναστάσεις» και οι «επαναστάτες» κρατούσαν η κρατούν τις εξουσίες σε όλους του χώρους, δημιουργώντας ένα στείρο κατεστημένο των «επαναστατών», που δεν επιτρέπει καμία περαιτέρω επανάσταση ή διαφοροποίηση ιδεών και θέσεων.
Στις τέχνες λοιπόν υπάρχει η αντίφαση να αναζητείται το αυθεντικό και η πρωτοτυπία και ταυτόχρονα να πρέπει η καλλιτεχνική δημιουργία να εντάσσεται σε συγκεκριμένη ομάδα, κίνημα ή τάση. Οι ιστορικοί της τέχνης, κριτικοί, επιμελητές μουσείων και γκαλερίστες, αναλαμβάνουν να κατατάξουν τα έργα και τους καλλιτέχνες σε ομάδες, καθώς και να τα επεξηγήσουν και να τ’ αναλύσουν. Μέχρι ένα σημείο αυτό είναι θεμιτό και κατανοητό. Υπάρχει όμως η καταφανής αγωνία των θεωρητικών να ανταγωνιστούν την εικόνα του καλλιτέχνη-δημιουργού και του έργου του και να κάνουν την παρουσία τους αναγκαία, προβάλλοντας έργα αδύναμα να λειτουργήσουν εικαστικά χωρίς την θεωρητική υποστήριξη.
Από την άλλη οι γκαλερί και οι art-dealers θέλουν μεγάλη και γρήγορη παραγωγή. Έτσι ο καλλιτέχνης προσπαθεί να παράγει ταχύτατα, έργα που να είναι ευρήματα πολλές φορές ευφυή, στα οποία όμως η λογική καταπνίγει το ταλέντο και την δημιουργική φαντασία. Είναι δε ένα είδος κατευθυνόμενης, οργανωμένης και προκαθορισμένης πρωτοπορίας.
Σήμερα η τέχνη θεωρείται συνήθως επένδυση και το έργο αγοράζεται με την προοπτική να αυξήσει το αρχικό κεφάλαιο που επενδύθηκε σε αυτό. Ένας δε ολόκληρος κύκλος ατόμων, ειδικών ή εταιρειών, περιμένει κέρδος από την εμπορευματοποίηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Τα αριστουργήματα της Αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της Αναγέννησης φιλοτεχνήθηκαν με χορηγούς γενναιόδωρους μαικήνες με μόνη επιδίωξη την υψηλή ποιότητα. Στην Αθήνα της κλασσικής αρχαιότητας ήταν ιδιαίτερη τιμή να επιτραπεί σε κάποιον πολίτη να γίνει χορηγός. Η τέχνη επομένως όχι μόνο δεν έδινε κέρδος αλλά απορροφούσε μεγάλα χρηματικά ποσά.
Το ψηφιδωτό στην ιστορική του πορεία από τον 4ο π.Χ έως τον 15ο μ.Χ. αιώνα ήταν τέχνη πολυτελής και μνημειακή. Μαρτυρίες από την Ρωμαϊκή εποχή περιγράφουν ότι οι αμοιβές των απλών τεχνιτών του ψηφιδωτού, που βοηθούσαν τον καλλιτέχνη, ήταν τριπλάσιες από αυτές των αγροτών και διπλάσιες από αυτές των υπόλοιπων εξειδικευμένων εργατών. Την δε εποχή του Βυζαντίου, τα υπέροχα ψηφιδωτά τα οποία βρίσκονται κυρίως σε λατρευτικούς χώρους της χριστιανικής θρησκείας, είχαν γίνει με αυτοκρατορικές χορηγίες από αυτοκρατορικά εργαστήρια.
Ο σημερινός καλλιτέχνης που θα ήθελε να ασχοληθεί με την τέχνη αυτή, κατ’ αρχήν χρειάζεται μια σημαντικότατη δαπάνη για την αγορά υλικών και εργαλείων, ώστε να στήσει ένα πρώτο στοιχειώδες εργαστήριο. Εχει επίσης να αντιμετωπίσει την επιθετική και αρνητική στάση των αρμόδιων και επαϊόντων οι οποίοι εκ προοιμίου δεν επιτρέπουν σε σύγχρονα ψηφιδωτά να είναι τέχνη.
Είναι βέβαια αλήθεια, ότι το πλείστον των σύγχρονων ψηφιδωτών θα τα χαρακτήριζα επιεικώς πολύ μέτρια. Αν όμως εξετάσουμε πιο προσεκτικά, παρατηρούμε ότι ο αριθμός των ψηφιδογράφων είναι πολύ μικρότερος από αυτόν των άλλων εικαστικών και είναι αλήθεια ότι ο αριθμός πράγματι αξιοσημείωτων περιπτώσεων καλλιτεχνών σε κάθε μορφή τέχνης, αναλογικά σε ποσοστιαίες μονάδες, είναι σταθερά ο ίδιος και δεν υπερβαίνει το 5%.
Από την άλλη μεριά ο μικρός αυτός αριθμός από πράγματι ενδιαφέροντες καλλιτέχνες του ψηφιδωτού, δουλεύει και πειραματίζεται χωρίς να ανήκει σε ομάδες ή κινήματα. Το ιδιαίτερο ύφος ή τα ευρήματά τους δεν ενδιαφέρουν τους ειδικούς, οι οποίοι ψάχνουν για το αυθεντικό, που να εντάσσεται σε κάποιο από τα συγκεκριμένα πλαίσια αυθεντικότητας που εκείνοι έχουν καθορίσει. Επιπλέον δεν ήτανε εύκολο να πληροφορηθεί κανείς γι’ αυτούς δεδομένου ότι δεν υπήρχαν παρουσίες τους στα μεγάλα διεθνή εικαστικά γεγονότα. Σήμερα μόνο το διαδίκτυο δίνει μια γενική εικόνα τους, όμως όχι τόσο σαφή όσο θα έδινε το ίδιο το έργο.
Ο ένας ρόλος των σύγχρονων ψηφιδωτών είναι η διακόσμηση εκκλησιαστικών χώρων με βυζαντινότροπα έργα που γίνονται με την αντίστροφη μέθοδο και χωρίς κατανόηση του ύφους, του ήθους και της φιλοσοφικής θεώρησης της εποχής εκείνης. Μιμούνται δε επιφανειακά την σχηματοποίηση των μορφών, τις οποίες καταντούν άκαμπτες και ανέκφραστες. Ο άλλος ρόλος είναι επίσης η διακόσμηση μεγάλων δημόσιων χώρων. Σε αυτή την περίπτωση , συνήθως ένας ζωγράφος συνθέτει μια εικόνα σχεδιαστικά και χρωματικά και ένας καλός τεχνίτης την μεταφέρει στο ψηφιδωτό. Έτσι, δεν έχουν μεν τις εικαστικές και πλαστικές ποιότητες των βυζαντινών και των αρχαίων ψηφιδωτών, δίνουν όμως γοητευτικές, αξιοπρεπείς και με χαρακτήρα λύσεις που κοσμούν πολυσύχναστους και απρόσωπους χώρους όπως σταθμοί μετρό και τρένων, αεροδρόμια, τράπεζες, χώρους υποδοχής ξενοδοχείων και μεγάλων εταιρειών.
Η προσωπική μου επιλογή και πορεία στις εικαστικές τέχνες
Σπούδασα ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με εξαίρετους δάσκαλους τους Ν. Νικολάου και Ι. Μόραλη στη ζωγραφική και Ι. Κολέφα στο ψηφιδωτό, ο οποίος μετέφερε στους μαθητές του τις γνώσεις και τον ενθουσιασμό για το αντικείμενό του. Όταν τελείωσα τις σπουδές μου, ήθελα, όπως κάθε νέος, υπερόπτης, ενθουσιώδης και αφελής, να γράψω ιστορία. Έτσι οι λύσεις ήταν προφανείς. Η εξελικτική πορεία του ψηφιδωτού σταματάει τον 15ο αιώνα ενώ στις άλλες τέχνες συνεχίζεται θριαμβευτικά μέχρι σήμερα. Ένα μέσο ανεξερεύνητο φαινόταν ιδανικό για τις προσωπικές μου αναζητήσεις στον χώρο των εικαστικών τεχνών.
Για να διδαχτώ όμως έπρεπε να γυρίσω στο παρελθόν και να μελετήσω σε βάθος τον τρόπο έκφρασης και τις αισθητικές λύσεις των αρχαίων ρωμαίων και βυζαντινών δημιουργών. Για τον λόγο αυτό ταξίδεψα εκτεταμένα στην Ιταλία, Κωνσταντινούπολη και φυσικά στην Ελλάδα. Ό,τι δεν μπόρεσα να δω στο πρωτότυπο το ερεύνησα σε εικόνες βιβλίων και διαφάνειες.
Έκανα προσεκτικές αναλύσεις με σχέδια, για να βρω την εσώτερη δομή τους. Στο προσωπικό μου έργο δεν ακολούθησα προκαθορισμένη πορεία αλλά κατευθυνόμουν από την ίδια τη δουλειά. Φυσικά, το γεγονός ότι είχα εξαιρετικά υψηλής στάθμης δείγματα του παρελθόντος αλλά όχι σύγχρονα, για να διδαχτώ όπως στις άλλες τέχνες, αποτελούσε μια μεγάλη δυσκολία.
Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι τα ψηφιδωτά της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου ανήκαν σε ένα οικοδόμημα έστω και αν δεν είχαν σχεδιαστεί μαζί με αυτό. Από την άλλη μεριά οι παραγγελίες για μεγάλα έργα, έχουν δεσμεύσεις για τον καλλιτέχνη από μέρους του χορηγού και δυσχεραίνουν σημαντικά την δυνατότητα πειραματισμών που επιτρέπει ένα μικρό έργο. Το μικρό όμως έργο πρέπει να μπορεί να ανήκει στον χώρο που κοσμεί. Αυτό ήταν ένα από τα κύρια θέματα της έρευνάς μου. Ήθελα λοιπόν να βρω μια λύση, ώστε το φορητό ψηφιδωτό να μη φαίνεται αποσπασμένο από μια μεγάλη σύνθεση, ούτε να ασφυκτιά αισθητικά καλυμμένο από άκρου εις άκρο με ψηφίδες.
Για τους λόγους αυτούς αποφάσισα τμήματα των έργων μου να τα δουλεύω ζωγραφικά. Το πρόβλημα ισορροπίας ζωγραφικής και ψηφιδωτού ήταν δύσκολο αισθητικά και τεχνικά. Δεδομένου ότι ψηφοθετώ σε ασβεστοκονίαμα, μια λογική λύση θα ήταν η νωπογραφία, αλλά ο συνδυασμός της με την αδρότητα των ψηφίδων θα είχε ένα αδύναμο εικαστικά αποτέλεσμα. Μετά από πολλούς πειραματισμούς κατέληξα να δουλεύω το υλικό μου με σπάτουλα, όπως περίπου γινόταν στα «Φαγιούμ», που χρησιμοποιούσαν κερί και χρώματα σε μορφή σκόνης. Στην δική μου περίπτωση ο ασβέστης επιδρά στα χρώματα, που είναι όμοια με αυτά των frescoes, και δημιουργεί εξαιρετικές ποιότητες.
Συνθέτω και εργάζομαι τις ψηφιδωτές, ζωγραφικές και ανάγλυφες επιφάνειες με το χρωματισμένο κονίαμα. Έτσι οι γλυπτικές φόρμες δεν είναι προαποφασισμένες ή προκατασκευασμένες, αλλά διαμορφώνονται από τις ψηφίδες.
Η ανάλυση με σχέδια της κίνησης των ψηφίδων στα έργα των αρχαίων και βυζαντινών καλλιτεχνών, αποκαλύπτει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει αυτή, στην πλαστικότητα, την έκφραση της φόρμας και των μορφών. Καθώς και στο χτίσιμο των όγκων και της προοπτικής.
Αυτό ήταν το αρχικό ερέθισμα για να πειραματιστώ διστακτικά και μετά με μεγαλύτερη τόλμη ερευνώντας τις δυνατότητες του ανάγλυφου στα έργα μου, το οποίο ενισχύει το μνημειακό ύφος της τέχνης του ψηφιδωτού αφενός και αφετέρου συνεργάζεται καλύτερα με τις απλές γραμμές των σύγχρονων αρχιτεκτονημάτων. Τα υλικά της δουλειάς μου, πέτρες, κρύσταλλα, μάρμαρα, και η πολυτελής και χρονοβόρα διαδικασία παραγωγής των έργων μου επηρεάζουν, όπως είναι φυσικό, το ύφος και το περιεχόμενό τους.
Γιαυτό η τέχνη μου είναι ένα παιχνίδι με την απειρία των μορφών αλλά και με την ιδιότητα της ουσίας, ενώ η ύλη υπάρχει ανεξάρτητα από την μορφή της, στην ενδότερη ουσία της. Θερμός θαυμαστής των πρωτοποριακών τάσεων στις τέχνες, χρησιμοποιώ την πρόκληση των δεσμεύσεων του εκφραστικού μου μέσου και, αδιαφορώντας για το υπάρχον, οραματίζομαι αυτό που ανακύπτει. Προσπαθώ να εγκλωβίσω στις εικόνες τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των φευγαλέων πραγμάτων της σύγχρονης τέχνης και να τους δώσω αθάνατη χροιά. Συνεχίζω την πορεία μου ερευνώντας προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά βρίσκομαι πάντα στην αρχή, ελπίζοντας να δημιουργήσω έργα αρκετά ικανά να υποστηρίξουν την αιτία της δικής τους ύπαρξης, αλλά και της δικής μου.





