Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

Τ. 1 Τέσσερα ποιήματα τού...

Τέσσερα ποιήματα τού...

O βέλγος ποιητής, μυθιστοριογράφος και εκδότης Francis Dannemark, γεννήθηκε στα γαλλο-βελγικά σύνορα στις 13 Απριλίου 1955. Κατά τη διάρκεια των σπουδών φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, που έκανε στο Πανεπιστήμιο της πόλης Louvain (Βέλγιο), διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό La Vigie des Minuits Polaires. Εξακολουθώντας να γράφει, εξασκεί παράλληλα διάφορα επαγγέλματα: καθηγητής, νυκτοφύλακας, μεταφραστής, κριτικός κινηματογράφου, αναπληρωτής αρχισυντάκτης σε εφημερίδα κινουμένων σχεδίων, μορφωτικός ακόλουθος σ’ ένα υπουργικό γραφείο, διευθυντής ενός πολιτιστικού κέντρου στις Βρυξέλλες, διευθυντής των συνδέσμων Escales des lettres (που ιδρύει στις Βρυξέλλες και στην πόλη Αράς της Γαλλίας, 1999). Σήμερα είναι εκδότης, ανεξάρτητος σύμβουλος λογοτεχνίας και υπεύθυνος του προγράμματος του συνδέσμου Escales des lettres στις Βρυξέλλες όπου και εξακολουθεί να ζει.

Το 1998 δημιουργεί στις Εκδόσεις Le Castor Astral (Παρίσι-Μπορντό) τη σειρά Escales du Nord, την οποία διευθύνει σε συνεργασία με τους Jean-Yves Rezeau και Bénédicte Pérot.

Ο μυθιστοριογράφος Francis Dannemark έχει εκδώσει περίπου δώδεκα μυθιστορήματα μεταξύ των οποίων Η νύχτα είναι η τελευταία εικόνα (La nuit est la dernière image), Εκδόσεις Robert Laffont, Παρίσι, 1982, Πράγματα που λέγονται τη νύχτα ανάμεσα σε δυο πόλεις (Choses qu’on dit la nuit entre deux villes), 1991 (βραβείο Charles Plisnier), Οι επεκτάσεις στο γαλάζιο του ουρανού (Les agrandissements du ciel en bleu), 1992, Εκδόσεις Robert Laffont, Παρίσι, 1992, O μακρύς περίπατος μ’ ένα νεκρό άλογο (La longue promenade avec un cheval mort), 1993 (βραβείο Alexandre Vialatte), Ας βρέξει (Qu’il pleuve), Εκδόσεις Le Castor Astral, 1998, Ο άνθρωπος του Σεπτεμβρίου (L’homme de semptembre), Εκδόσεις Estuaire, Tournai (Βέλγιο), 2004.

Ο ποιητής Francis Dannemark εκδίδει ποιητικές συλλογές από το 1977. Τα ποιήματα που παρουσιάζουμε παρακάτω είναι από τη συλλογή Κλάσμα αιωνιότητας (Une fraction d’éternité), Εκδόσεις Le Castor Astral, σειρά Escales du Nord, Βρυξέλλες, 2005.




Libre

J’avais 20 ans et la liberté qu’on m’offrait, c’était un
slogan sur un T-shirt trop serrant.
C’était du vent et je n’en voulais pas.
Je ne voulais pas gagner ma vie, je ne voulais
pas la perdre. On prétendait
qu’on choisit son chemin, on racontait
que le monde nous appartient,
mais tout, tout me disait le contraire
et je cherchais désespérément la sortie.

J’étais un étranger.
Je parlais la langue de quelques poèmes.
Je marchais têtu sous la pluie.
Je dormais comme un cheval.
J’étais un étranger.
J’étais un fou qui ne joue pas le jeu.
J’étais seul, j’étais vieux.
Mariages, métiers et voyages
tombaient en poussière,
je comptais les nœuds,
les peurs et les fuites.
J’étais un étranger
et vingt années ont passé,
vingt années à la course,
toute une vie sur un fil.

Un jour, une voix qui venait de loin,
qui avait franchi la frontière
et ignorait le temps, une voix
a murmuré des mots que j’entendais :
vivre était simple comme un cercle
tracé d’un doigt léger sur le sable.
Tout était là. Le début
et la fin confondus. Rien ne s’y perdait.
Et j’étais un grain sur le sable,
et c’était bien.


Ελεύθερος

Ήμουν 20 χρονών κι η ελευθερία που μου πρόσφεραν
ένα σλόγκαν πάνω σ’ ένα T-shirt πολύ στενό.
Κούφια λόγια ήταν, δεν ήθελα την ελευθερία τους.
Δεν ήθελα να κερδίσω τη ζωή μου, δεν ήθελα
να τη χάσω. Ισχυρίζονταν
πως μόνοι μας διαλέγουμε το δρόμο μας, έλεγαν
πως ο κόσμος μας ανήκει,
αλλά τα πάντα, τα πάντα μου μιλούσαν για το αντίθετο
κι εγώ έψαχνα απελπισμένα την έξοδο.

Ήμουν ένας ξένος.
Μιλούσα τη γλώσσα κάποιων ποιημάτων.
Περπατούσα με πείσμα μες στη βροχή.
Κοιμόμουν σαν άλογο.
Ήμουν ένας ξένος.
Ήμουν ένας τρελός που δεν παίζει το παιχνίδι.
Ήμουν μόνος, ήμουν γέρος.
Γάμοι, επαγγέλματα και ταξίδια
γίνονταν σκόνη,
μετρούσα τους κόμπους,
τους φόβους και τις φυγές.
Ήμουν ένας ξένος
κι είκοσι χρόνια πέρασαν
είκοσι χρόνια στο τρέξιμο,
μια ολόκληρη ζωή πάνω σ’ ένα σχοινί.

Μια μέρα, μια φωνή που έρχονταν από μακριά,
διασχίζοντας τα σύνορα,
μια φωνή έξω από το χρόνο
ψιθύρισε λόγια που άκουγα:
να ζεις είναι απλό όπως ένας κύκλος
χαραγμένος μ’ ένα δάχτυλο απαλά πάνω στην άμμο.
Όλα είναι εδώ. Η αρχή
και το τέλος μαζί.. Τίποτα δε χάνεται εκεί.
Κι εγώ ένας κόκκος άμμου
Κι είχε δίκιο..




Seul

J’aime mieux ne plus sortir, disait-elle,
dehors, c’est plein d’hommes
qui cherchent leur mère,
qui cherchent leur chemin,
et je vais encore une fois me retrouver
à vouloir les sauver,
et encore une fois je me perdrai,
dans leurs beaux yeux de chiens fantasques,
dans leurs peurs et leurs regrets.

Je n’ai rien répondu ce soir-là, je pensais à
une phrase de Daniel Boulanger :
« Vouloir changer les gens ?
Autant passer la mer à cheval. »
Et je me disais que
ce n’est pas parce qu’on voit loin
que le chemin est court,
bien au contraire.

Je me souvenais ce soir-là
d’une femme que j’avais aimée,
je me souvenais que rarement
j’avais été aussi vivant.
Et rarement aussi
rarement aussi seul.


Μόνος

Προτιμώ να μην ξαναβγώ, έλεγε,
έξω είναι γεμάτο ανθρώπους
που ψάχνουν τη μάνα τους,
που ψάχνουν το δρόμο τους,
και θα θελήσω πάλι να τους βοηθήσω,
και πάλι θα χαθώ στα όμορφα μάτια τους που
κοιτάζουν σα φαντασμένα σκυλιά,
θα χαθώ στους φόβους και στις λύπες τους.

Δεν απάντησα τίποτα εκείνο το βράδυ, σκεφτόμουν
μια φράση του Daniel Boulanger:
«Ν’ αλλάξεις τους ανθρώπους;
Είναι σαν να θέλεις να διασχίσεις τη θάλασσα με άλογο.»
Κι έλεγα στον εαυτό μου πως
δεν είναι επειδή βλέπει κανείς μακριά
που ο δρόμος είναι μικρός,
το αντίθετο μάλιστα.

Εκείνο το βράδυ σκεφτόμουν
μια γυναίκα που είχα αγαπήσει,
θυμόμουν πως σπάνια
ήμουν τόσο ζωντανός.
Και σπάνια επίσης,
σπάνια τόσο μόνος.




Le bout d’un cercle

Mon père dit qu’on ne déplace pas
les montagnes, qu’on ne change pas les gens.
Il dit qu’on change, parfois, le tracé des routes
et des sentiers. Il est souvent silencieux,
immobile. Il est ailleurs. C’est ainsi
qu’il avance, c’est ainsi
qu’il se fait entendre.

Et moi, je rêve encore parfois de foudre,
de batailles. Je suis la flèche qui fend l’air,
je frissonne de colère, je défie le vent.

Les jours sont lents, les jours sont courts.
Difficile, n’est-ce pas ?
d’attraper le bout d’un cercle.


Η άκρη ενός κύκλου

Ο πατέρας μου λέει ότι δεν μετακινείς
τα βουνά, κι ότι δεν αλλάζεις τους ανθρώπους.
Λέει πως αλλάζεις, καμιά φορά, την κατεύθυνση των
δρόμων και των μονοπατιών. Συχνά μένει σιωπηλός,
ακίνητος. Είναι αλλού. Έτσι βαδίζει,
κι έτσι μιλά.

Κι εγώ, ονειρεύομαι ακόμα καμιά φορά τον κεραυνό,
τις μάχες. Είμαι το βέλος που τρυπάει τον αέρα,
τρέμω από θυμό, αψηφώ τον άνεμο.

Οι μέρες είναι αργές, οι μέρες είναι μικρές.
Δύσκολο, έτσι δεν είναι;
να πιάσεις την άκρη ενός κύκλου.




PUZZLE

Combien de vies dans une vie ?
C’est comme demander combien de pièces
dans un puzzle, dit-il. L’un en compte douze,
l’autre douze fois plus, il en faudra mille ici,
là quarante. Et chemin faisant,
on comprend que chacun aura
très exactement le temps
de compléter le sien, et que le nombre
de pièces n’aura rien signifié,
et que le temps lui-même,
cent ans, dix secondes, n’aura jamais été
qu’un instant,
une fabuleuse fraction
d’éternité.


PUZZLE

Πόσες ζωές υπάρχουν μέσα σε μια ζωή;
Είναι σα να ζητάς να μάθεις πόσα κομμάτια υπάρχουν
μέσα σ’ ένα puzzle, είπε. Ο ένας μετράει δώδεκα,
ο άλλος δώδεκα φορές παραπάνω, θα χρειαστούν
χίλια εδώ, σαράντα εκεί. Και στην πορεία,
καταλαβαίνεις πως ο καθένας θα έχει
ακριβώς το χρόνο που χρειάζεται
για να συμπληρώσει το δικό του, κι ότι ο αριθμός
των κομματιών δε σημαίνει τίποτα,
κι ότι ο ίδιος ο χρόνος,
εκατό χρόνια, δέκα δευτερόλεπτα, δεν θα είναι ποτέ
παρά μόνο μια στιγμή,
ένα φανταστικό κλάσμα
της αιωνιότητας.


Μετάφραση: ΚΩΝΣΤΑΝΣ ΔΗΜΑ

Τ. 1 Από τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στην ΕΕ

Από τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Θανασάκης Ειθαλής


1. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως επιστέγασμα και συνένωση των τριών μέχρι τότε Κοινοτήτων. Συγχρόνως άλλαξε το όνομα της μεγάλης από τις τρεις Κοινότητες και από Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την είπε Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

2. Μήπως στη μετονομασία της Συνθήκης ΕΟΚ σε Συνθήκη της Ε.Κ. κρύβεται κάποιο μυστικό ; Για ποιο λόγο δεν θέλουμε να μας θυμίζουν τα σημερινά κείμενα την « οικονομική » καταγωγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ;


Α

Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες, όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται οι διεθνείς συμφωνίες μεταξύ των κρατών τα οποία ίδρυσαν την ΕΚΑΧ, την ΕΟΚ και την Ευρατόμ, καθώς και εκείνων που προσχώρησαν εκ των υστέρων σ’ αυτές, δεν είναι μόνο οι έξη ή επτά, οι πλατύτερα γνωστές, αλλά πολύ περισσότερες. Οι Clive H. Church και David Phinnemore, στο βιβλίο τους The Penguin Guide to the European Treaties, αναφέρουν στη σελίδα 8 είκοσι, ενδεικτικά, από τις οποίες ιδού μερικές :

Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (EKAX), συχνά αναφερόμενη ως η Συνθήκη του Παρισιού (18 Απριλίου 1951 )

Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( ΕΟΚ ) ( 25 Μαρτίου 1957 ), συχνά αναφερόμενη ως η Συνθήκη της Ρώμης

Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας ( ΕΚΑΕ ) ( 25 Μαρτίου 1957 ), γνωστή επίσης ως η δεύτερη Συνθήκη της Ρώμης ή η Συνθήκη Ευρατόμ

Συνθήκη για την καθιέρωση ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 8 Απριλίου 1965 ), συχνά αναφερόμενη ως η Συνθήκη Συγχώνευσης

Πράξη για την εκλογή των αντιπροσώπων της συνέλευσης με άμεση και καθολική ψηφοφορία ( 20 Σεπτεμβρίου 1976 )

Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ( 17 / 28 Φεβρουαρίου 1986 )

Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ( 7 Φεβρουαρίου 1992 ), συχνά αναφερόμενη ως Συνθήκη του Μάαστριχτ

Συνθήκη του Άμστερνταμ ( 2 Οκτωβρίου 1997 )

Συνθήκη της Νίκαιας ( 26 Φεβρουαρίου 2001 ).




Εδώ θα περιοριστούμε στις τρεις τελευταίες, που θα εξεταστούν κατά την ιστορική τους εμφάνιση, τον κύριο κορμό του περιεχομένου τους και την επίδραση και σημασία τους για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον κόσμο ή, με άλλα λόγια, στη ζωή των λαών της Ευρώπης και του πλανήτη, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Πριν όμως εξετάσουμε χωριστά την κάθε μία από τις συμφωνίες αυτές για να βρούμε τα γνωρίσματα που τη χαρακτηρίζουν στη μοναδικότητά της, δεν θα ήταν καθόλου άσκοπο να αναφερόμασταν σύντομα στις ιδιότητες, τα προβλήματα και τις συνέπειες των Ευρωπαϊκών Συνθηκών γενικά και, ειδικότερα, των τριών αυτών ιδωμένων σαν σύνολο.


Γενικά χαρακτηριστικά των Ευρωπαϊκών Συνθηκών

Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες ρυθμίζουν ή προσπαθούν να δώσουν λύσεις σε ιστορικά προβλήματα, διεθνή ή και εσωτερικά, με ειρηνικό τρόπο και σε κάπως σταθερή και μόνιμη βάση, πράγμα που τους προσδίδει ένα χαρακτήρα συνταγματικότητας, δηλαδή θεσμοθέτησης διαδικασιών και οργάνων στα οποία με αυτόν τον τρόπο εκχωρείται ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών. Πρώτον, λοιπόν, προσπάθεια επίλυσης ιστορικών προβλημάτων με τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και δεύτερον συνταγματική εν μέρει χροιά τους.
Είναι σημαντικό να έχει ο μελετητής ξεκάθαρα στον νου του τα αρχικά και τα απώτερα ζητήματα τα οποία ώθησαν τον ευρωπαίο πολιτικό και οικονομικό άνθρωπο στην ενσυνείδητη και εκούσια διαδικασία ενοποίησης της ηπείρου. Με άλλα λόγια τους διακηρυγμένους και αδιακήρυκτους σκοπούς. Χωρίς ωστόσο να εξαντλούνται αναγκαστικά σ’ αυτούς όλες οι αιτίες. ( Αυτό το νόημα άλλωστε έχει η ιστορικότητα των καταστάσεων. )
Μπορεί να επιφυλάξει κανείς την πρώτη και μεγαλύτερη προσοχή στην ανάγνωση των διακηρύξεων, αλλά κυρίως των ρυθμίσεων που προβλέπονται στα ίδια τα κείμενα των Συνθηκών, και παράλληλα στη διάγνωση, σε όλο της το βάθος, της ιστορικής στιγμής κατά την οποία επέρχεται η ρύθμιση.

Το δεύτερο γνώρισμα, τον συνταγματικό εν μέρει χαρακτήρα, έχουν εξ αρχής όλες οι ιδρυτικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που θεσπίζουν είτε βασικούς κανόνες δικαίου στις σχέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών είτε μόνιμα όργανα και διαδικασίες για την εφαρμογή και την περαιτέρω δημιουργία διεθνούς δικαίου.
Ο ευρύτερος τομέας που πρώτος χρησίμευσε ως έδαφος όπου φύτρωσε το δέντρο της ευρωπαϊκής ενότητας ήταν εκείνος της οικονομίας∙ όχι μόνο των διεθνών οικονομικών σχέσεων, ούτε μόνο των εσωτερικών οικονομικών αναγκών, αλλά και των δύο.
Η πολιτική ως δραστηριότητα και μέθοδος, ως οργάνωση και ως στόχοι αναπτύχθηκε κυρίως τόσο στους κόλπους κάθε μιας οικονομικής και νομικής πραγματικότητας εξελικτικά όσο και με κάθε ιδρυτικό άλμα από τη μια Συνθήκη στην άλλη, ώσπου, καθώς φαίνεται, έφτασε σήμερα η στιγμή να γίνει το μεγάλο ποιοτικό πέρασμα από την οικονομική στην πολιτική ολοκλήρωση, ρητά και όχι σιωπηρά, με την ίδρυση ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους.


Β

Αφού η ιδέα της Ευρωπαϊκής ενότητας είναι τόσο παλιά, γεννάται το ερώτημα : γιατί δεν είχε γίνει πράξη εδώ και τόσους καιρούς, παρά μόνο από το 1950 περίπου και ύστερα, οπότε το όνειρο της πολιτικής ένωσης άρχισε βαθμιαία να πραγματοποιείται ;

1. Ένα στοιχείο απάντησης εμπεριέχει η παρατήρηση ότι μέχρι τότε είχε επιδιωχθεί ο σκοπός αυτός όχι με ειρηνικά, αλλά με στρατιωτικά μέσα. Είναι η πρώτη φορά που με τη θέληση των ηγεσιών των Ευρωπαϊκών κρατών ειρηνικά εκδηλωνόμενη και προβλέποντας διαδικασίες ενοποίησης όχι πολεμικές και κατακτητικές επιχειρείται αυτό το τιτάνιο έργο. Είναι κάτι το πολύ διδακτικό, επιτέλους, για τη δύναμη των ειρηνικών διαδικασιών.

2. Υπάρχουν όμως και άλλες συνθήκες πιο συγκεκριμένες και σχεδόν εξίσου σημαντικές που συνετέλεσαν στην επιτυχία, όπως φαίνεται, της ιστορικής αυτής προσπάθειας.
Ο A. Gauthier, στο βιβλίο του La construction européenne, éd. Bréal 2000, μας θυμίζει ότι οι πρώτες εκδηλώσεις και επιτεύξεις ευρωπαϊκής οργανωτικής συνεργασίας μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, δηλαδή ο OECE (Organisation Européenne de Coopération Economique), το ΝΑΤΟ και το Συμβούλιο της Ευρώπης, γεννήθηκαν για να αποτρέψουν την ενδεχόμενη ανατροπή του οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος των χωρών της δυτικής Ευρώπης και την εξάπλωση του κομμουνισμού είτε μέσω εσωτερικών εξελίξεων είτε με εισβολή της ΕΣΣΔ∙ δημιουργήθηκαν, με άλλα λόγια, μέσα στο διεθνές κλίμα ήδη του ψυχρού πολέμου. Οι φόβοι αυτοί των ηγετών της δυτικής Ευρώπης δεν είχαν εκλείψει, εννοείται, κατά τη θεμελίωση των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Εδώ βέβαια, θα ερωτηθεί γιατί η ενωμένη Ευρώπη δεν προέκυψε εξελικτικά και μεταρρυθμιστικά από τα τρία οργανωτικά σχήματα που προαναφέρθηκαν και που είχαν περιεχόμενο αντίστοιχα οικονομικό, στρατιωτικό, πολιτικό ;
Η απάντηση δεν θα ήταν η ίδια και για τα τρία αυτά διεθνή σώματα. Για τον OECE, που αργότερα ( 1960 – 1961 ) μετασχηματίστηκε σε OCDE (Organisation de Coopération et de Développement Economiques), η αιτία βρίσκεται στο ότι σκοπός δημιουργίας του ήταν κατ’ εξοχήν η κατανομή μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών των ποσών που διέθεταν οι Η.Π.Α. για την ανοικοδόμηση και ενίσχυσή τους με το σχέδιο Marshall – σύμφωνα άλλωστε και με την προϋπόθεση που έθετε για την παροχή της οικονομικής βοήθειας η αμερικανική κυβέρνηση ∙ και, κατά δεύτερο λόγο, στο ότι ο αριθμός των κρατών – μελών του OECE ήταν πολύ μεγαλύτερος από τα έξι αρχικώς κράτη που ήσαν διατεθειμένα να προωθήσουν την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Το ΝΑΤΟ, από την πλευρά του, δεν μπορούσε να εξελιχθεί σε αμυντικό και πολιτικό εαυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί, εκτός του ότι συμμετείχε και ο Καναδάς ( πέραν από πολλά ευρωπαϊκά κράτη ), η αναμφισβήτητη ηγετική δύναμη σ’ αυτό ήταν οι ΗΠΑ με τα πυρηνικά τους όπλα. Δεν πρέπει ωστόσο να διαφύγει από την προσοχή μας το ότι και οι δύο παραπάνω οργανισμοί – οικονομικός και στρατιωτικός – χρησίμευσαν επίσης ως δοκιμές για την απόκτηση εμπειρίας, ίσως και θεωρίας, από τους ηγετικούς κύκλους των ευρωπαϊκών χωρών, προκειμένου να επιτύχουν τη σωστή, την καλή φορά και οργάνωση.
Στην περίπτωση του Συμβουλίου της Ευρώπης, μερικοί ευδιάκριτοι λόγοι για τους οποίους αυτό δεν μετατράπηκε σε κατ’ ουσίαν Ευρωπαϊκή Ένωση, παρ’ όλο το λαϊκό έρεισμα και ώθηση που οδήγησαν στην ίδρυσή του, ίσως ήταν η υπερβολική γενικότητα των σκοπών και των μέσων που του ανατέθηκαν ( βλ. άρθρο 1 του καταστατικού του )1 και η έλλειψη επακριβούς και εμπεριστατωμένης σχέσεως πολιτικών επιδιώξεων και θεσμικών μέσων, μετεξελίξιμων σε ομοσπονδιακή διάρθρωση, παρ’ όλες τις σχετικές προτάσεις που έγιναν μέσα από τους κόλπους του. Το Συμβούλιο της Ευρώπης ήταν γέννημα πρωτοβουλιών ιδιωτικών∙ οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες προήλθαν από το άμεσο ενδιαφέρον των κρατών. Εκείνο που πρέπει επίσης να σημειωθεί – και ερχόμαστε έτσι στην τρίτη συνθήκη που συνετέλεσε στην επιτυχία της προσπάθειας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με την ίδρυση και ανάπτυξη των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – είναι ότι η επιδιωχθείσα ομοσπονδιακή Ευρώπη μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν στηρίχθηκε ως πολιτικό επιστέγασμα σε μια προηγούμενη ανάπτυξη των οικονομικών βάσεων της ενοποίησης είτε μέσα από την εφαρμογή και εξέλιξη του OECE είτε μέσα από τη θεσμοθέτηση μιας στήριξης της πολιτικής δομής στην οικονομική μέσα στα πλαίσια του καταστατικού και της λειτουργίας του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Κοινό, τέλος, γνώρισμα, κάπως τυπικοφανές είναι αλήθεια, και στους τρεις παραπάνω οργανισμούς, που εμπόδιζε τη μετατροπή τους σε ό,τι έγιναν στη συνέχεια οι τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και κυρίως η ΕΟΚ, είναι ότι, σ’ αυτούς, οι συμμετέχουσες χώρες φθάνουν εξ αρχής ένα μεγάλο αριθμό, προσανατολισμένες όλες σ’ έναν ιδιαίτερο στόχο, μη ενδιαφερόμενες για την αλλαγή της συγκεκριμένης δομής προς την κατεύθυνση της οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης.

3. …………………………………………………………………




* Το κείμενο αυτό γράφηκε περί τον Οκτώβριο του 2003. Επρόκειτο για μια πνευματική γυμναστική μετά από μακροχρόνια ακινησία. Είναι κι αυτό μια πλευρά του ενδιαφέροντός του και ένας από τους λόγους για τους οποίους έμεινε μισοτελειωμένο.
Ξεκίνησε από την πρόθεση μελέτης των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, κατά την οποία διαπιστώνεται η σημασία της οικονομίας ως του ευρύτερου τομέα όπου πρωτοκαταβλήθηκε η προσπάθεια ευρωπαϊκής ενοποίησης που οδήγησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθ’ οδόν όμως το κείμενο εξετράπη προς την αναζήτηση της εξήγησης των προγενέστερων αποτυχιών και της μετά τη Συνθήκη του Παρισιού (1951) μάλλον επιτυχούς πορείας προς την Ε.Ε.
Η νέα αυτή τροπή της « μελέτης » διαφάνηκε ότι προχωρώντας δανειζόταν ιδέες ή διαπίστωνε πραγματικότητες είτε δομομαρξιστικές είτε οικονομιστικές, κι αυτό – μαζί με τις αντιξοότητες του πρακτικού μας βίου εκείνης της εποχής – αποτέλεσε ίσως έναν άλλο λόγο για τον οποίο το κείμενο έμεινε ημιτελές…
Πάντως η πατρότητα τέτοιων ιδεών, σε σχέση με τη διαδικασία ενοποίησης της Ευρώπης μέσω ΕΚΑΧ, Ευρατόμ και ΕΟΚ, ανήκει στην εφημερίδα Le Monde, η οποία, σε άρθρο φύλλου της που πρέπει να τοποθετείται κάπου από τα μέσα του 1981 έως τα μέσα του 1982, σχολίαζε την πρωτοβουλία των ιδρυτών της ΕΟΚ και των δύο άλλων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και όσων πρωταγωνιστών τούς διαδέχθηκαν στη σύνταξη και εφαρμογή των Συνθηκών, ως μαρξιστικό πείραμα.
Αντίθετα ο Pascal Boniface, στο βιβλίο του Le Monde contemporain :grandes lignes de partage, PUF, 2001, σελ 99, χαρακτηρίζει την προσπάθεια της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως « ένα από τα ωραιότερα παραδείγματα επιτυχίας του πολιτικού βολονταρισμού ». Όμως, αν οριστεί με προσοχή η έννοια του βολονταρισμού ως η άποψη κατά την οποία ο παράγοντας που προσδιορίζει τη μορφή και τη μεταβολή μιας κοινωνίας είναι το ανθρώπινο υποκείμενο και η ελεύθερη δράση του προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, πρέπει να παραδεχθούμε ότι αυτή η δράση, για να επιτύχει τους στόχους της, είναι ανάγκη να ασκείται με γνώση και εκείνων των νόμων της πραγματικότητας που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη γνώση και τη δράση αυτή. Στην περίπτωση του σκοπού της πολιτικής ενότητας της Ευρώπης, αυτή δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, παρ’ όλη τη θέληση και την προσπάθεια των κοινωνικών υποκειμένων, δηλ. των πολιτικών ηγετών και στελεχών καθώς και των λαών, αν αυτά δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τους νόμους της κοινωνικής πραγματικότητας, προϋπάρχοντες της γνώσης και της δράσης αυτής και κατά τους οποίους – υποτίθεται ότι – η οικονομική δομή προσδιορίζει την πολιτική δομή∙ αν, επομένως, εγκαθιδρυθεί πρώτη εκείνη, αυτό θα διευκολύνει πολύ την επικράτηση της αντίστοιχης πολιτικής δομής. Όπως ακριβώς το εργαλείο κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται με τη θέληση του ανθρώπου επιτυχώς, μόνο αν κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους νόμους της φύσης.
Είναι, τέλος, γνωστό από παλιά ότι το γράψιμο για ένα ζήτημα επιστημονικό ή φιλοσοφικό μπορεί να ακολουθεί είτε μια σειρά έκθεσης σύμφωνα με την εκ των υστέρων διατύπωση συγκροτημένης θεωρίας είτε μια σειρά έκθεσης επάνω στη ζέση της έρευνας. Ας μας επιτρέψει ο αναγνώστης τη δημοσίευση ενός κειμένου κατά τη δεύτερη αυτή σειρά έκθεσης.
Άλλωστε, κατά σύμπτωση, η γραφή του αμέσως προηγούμενου άρθρου (« Τι είναι κίνημα ; ») συμβαίνει να ταιριάζει λίγο με αυτή την κάπως ατημέλητη μορφή γραφής και του δικού μας κειμένου.

1 Charles ZORGBIBE, Histoire de la construction européenne, PUF, 1993, p.p. 20 - 21

Τ. 1 Τι είναι κίνημα;


Τι είναι κίνημα;

Τζόρτζιο Αγκάμπεν
μετάφραση Άκης Γαβριηλίδης

Οι σκέψεις που ακολουθούν πηγάζουν από μια δυσφορία και προέκυψαν από μια σειρά ερωτήματα που μου δημιουργήθηκαν πρόσφατα όταν βρέθηκα σε μία συνάντηση στη Βενετία με τον Tόνι [Νέγκρι], τον Καζαρίνι κ.λπ. Μια λέξη επανερχόταν διαρκώς σε αυτή τη συνάντηση: κίνημα. Πρόκειται για μια λέξη με μακρά ιστορία στην παράδοσή μας. Στο βιβλίο του Tόνι για παράδειγμα αυτή η λέξη ξεπηδά στρατηγικά κάθε φορά που το πλήθος χρειάζεται έναν ορισμό, για παράδειγμα όταν η έννοια του πλήθους πρέπει να αποσυνδεθεί από το ψευδοδίλημμα μεταξύ κυριαρχίας και αναρχίας.
Η δυσφορία μου οφειλόταν στο ότι πρώτη φορά συνειδητοποίησα πως, όσοι χρησιμοποιούν αυτή τη λέξη, δεν την ορίζουν ποτέ.
Θα μπορούσα να μην την ορίσω ούτε εγώ. Στο παρελθόν χρησιμοποίησα ως άρρητο κανόνα της πρακτικής σκέψης μου τη φόρμουλα: «όταν το κίνημα υπάρχει, κάνε σαν να μην υπάρχει, και όταν δεν υπάρχει κάνε σαν να υπάρχει». Δεν ήξερα όμως τι σήμαινε αυτή η λέξη. Όλοι μοιάζουν να την κατανοούν, αλλά κανένας δεν την ορίζει.
Για παράδειγμα, από πού προέρχεται αυτή η λέξη; Γιατί μια αποφασιστική πολιτική βαθμίδα ονομάστηκε «κίνημα»; Τα ερωτήματά μου προκύπτουν από αυτή τη συνειδητοποίηση, ότι δεν είναι δυνατό να αφεθεί αυτή η έννοια χωρίς ορισμό, πρέπει να σκεφτούμε πάνω στο κίνημα επειδή αυτή η έννοια είναι το «αδιανόητό» μας, και εφ’ όσον παραμένει τέτοιο μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις επιλογές και τις στρατηγικές μας. Δεν πρόκειται απλώς για ένα φιλολογικό ενδοιασμό λόγω του ότι η ορολογία είναι η ποιητική, άρα η παραγωγική στιγμή της σκέψης, ούτε θέλω να το κάνω επειδή δουλειά μου είναι να ορίζω έννοιες, από συνήθεια. Πραγματικά θεωρώ ότι η άκριτη χρήση των εννοιών μπορεί να ευθύνεται για πολλές ήττες. Προτίθεμαι λοιπόν να αρχίσω μια έρευνα με στόχο να ορίσουμε αυτή την λέξη. Θα αρχίσω με μερικές βασικές θεωρήσεις, ως προσανατολισμό για τη μελλοντική έρευνα.



Πρώτα, μερικά πεζά ιστορικά στοιχεία: η έννοια του κινήματος, η οποία στις επιστήμες και τη φιλοσοφία έχει μια μακροχρόνια ιστορία1, στην πολιτική αποκτά μια ειδική τεχνική σημασία μόλις το 19ο αιώνα. Μια από τις πρώτες εμφανίσεις του ανατρέχει στη γαλλική επανάσταση του Ιουλίου του 1830, όταν οι φορείς της αλλαγής ονομάστηκαν partie du mouvement [μερίδα της κίνησης] και οι αντίπαλοί τους partie de l’ordre [μερίδα της τάξης]. Μόνο με τον Lorenz von Stein, ένα συγγραφέα που επηρέασε τόσο τον Μαρξ όσο και τον Σμιτ, η έννοια αυτή γίνεται ακριβέστερη και αρχίζει να ορίζει ένα στρατηγικό πεδίο εφαρμογής. Στο έργο του Η ιστορία του κοινωνικού κινήματος στη Γαλλία (1850), ο φον Στάιν θέτει την έννοια του κινήματος σε διαλεκτική αντιπαράθεση προς την έννοια του κράτους. Το κράτος είναι το στατικό και νομικό στοιχείο, ενώ το κίνημα είναι η έκφραση των δυναμικών τάσεων της κοινωνίας. Έτσι, το κίνημα είναι πάντα κοινωνικό και σε ανταγωνισμό με το κράτος, εκφράζει τη δυναμική προτεραιότητα της κοινωνίας επί των δικαστικών και κρατικών θεσμών. Ωστόσο, ο φον Στάιν δεν δίνει ορισμό για το κίνημα, ούτε του αποδίδει κάποιο συγκεκριμένο τόπο [στο πρωτότυπο: topos].

Κάποιες ενδιαφέρουσες ιστορικές ενδείξεις για την ιστορία των κινημάτων μπορούμε να βρούμε στο βιβλίο της Arendt για τον ολοκληρωτισμό. Η Άρεντ δεν ορίζει το κίνημα, δείχνει όμως ότι γύρω από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αμέσως πριν και αμέσως μετά, τα κινήματα στην Ευρώπη γνωρίζουν εξαιρετική ανάπτυξη σε στρατηγική αντιδιαστολή προς τα κόμματα, όταν τα τελευταία εισέρχονται σε περίοδο κρίσης. Σε αυτή την περίοδο υπάρχει μια έκρηξη της έννοιας και του φαινομένου του κινήματος, μια ορολογία που χρησιμοποιείται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά: ο φασισμός και ο ναζισμός ορίζονται πάντα ως κινήματα πρώτα και μόνο δευτερευόντως ως κόμματα.
Ωστόσο, ο όρος υπερβαίνει την πολιτική σφαίρα: όταν ο Φρόιντ θέλει να γράψει ένα βιβλίο το 1914 για να περιγράψει αυτό του οποίου αποτελεί μέρος, το αποκαλεί «ψυχαναλυτικό κίνημα». Προφανώς σε ορισμένες ιστορικές στιγμές, ορισμένες λέξεις-κλειδιά επιβάλλονται ακαταμάχητα και υιοθετούνται από ανταγωνιστικές τοποθετήσεις, χωρίς να χρειάζεται να οριστούν.
Το αμήχανο σημείο της έρευνάς μου ήταν όταν διαπίστωσα ότι ο μόνος που προσπάθησε να ορίσει τον όρο ήταν ένας ναζιστής νομικός: ο Καρλ Σμιτ.
Το 1933, σε ένα δοκίμιο με τίτλο Κράτος, Κίνημα, Λαός και με υπότιτλο Η τριμερής διάκριση της πολιτικής ενότητας, προσπαθεί να ορίσει την πολιτική-συνταγματική λειτουργία της έννοιας του κινήματος. Σε αυτό το δοκίμιο ο Σμιτ προσπαθεί να ορίσει τη συνταγματική δομή του ναζιστικού Ράιχ. Θα συνοψίσω τη θέση του, διότι αυτοί οι χαριεντισμοί με έναν φιλόσοφο του ναζισμού απαιτούν σαφήνεια. Για τον Σμιτ, η πολιτική ενότητα του ναζιστικού Ράιχ θεμελιώνεται σε τρία στοιχεία ή μέλη: το κράτος, το κίνημα και το λαό. Η συνταγματική άρθρωση του Ράιχ προκύπτει από την άρθρωση και τη διάκριση αυτών των τριών στοιχείων. Το πρώτο στοιχείο είναι το κράτος, που είναι η στατική πολιτική πλευρά: ο μηχανισμός των δημόσιων λειτουργιών. Ο λαός, από την άλλη, προσέξτε εδώ, είναι το απολιτικό στοιχείο που αυξάνεται υπό τη σκιά και υπό την προστασία του κινήματος. Το κίνημα είναι το πραγματικό, το δυναμικό πολιτικό στοιχείο, που βρίσκει την ειδική μορφή του στη σχέση με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και την ηγεσία του –αλλά για τον Σμιτ ο Φύρερ είναι απλώς προσωποποίηση του κινήματος. Ο Σμιτ επίσης υπονοεί ότι αυτή η τριμερής διάκριση είναι επίσης παρούσα στο συνταγματικό μηχανισμό του σοβιετικού κράτους.

Η πρώτη εκτίμησή μου είναι ότι η πρωτοκαθεδρία της έννοιας του κινήματος συνίσταται στο ότι αποπολιτικοποιεί την έννοια του λαού. Έτσι το κίνημα γίνεται η αποφασιστική πολιτική έννοια όταν η δημοκρατική έννοια του λαού, ως πολιτικού σώματος, τελεί υπό κατάρρευση. Η δημοκρατία τελειώνει όταν προκύπτουν κινήματα. Ουσιαστικά δεν υπάρχει δημοκρατικό κίνημα (εάν δημοκρατία παραδοσιακά σημαίνει να θεωρούμε το λαό ως πολιτικό σώμα). Σε αυτή την προκείμενη, οι επαναστατικές παραδόσεις της αριστεράς συμφωνούν με το ναζισμό και το φασισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι σύγχρονοι φιλόσοφοι που προσπαθούν να σκεφθούν νέα πολιτικά σώματα, όπως ο Tόνι, παίρνουν απόσταση από το λαό. Για μένα είναι σημαντικό ότι γύρω από τον Ιησού δεν υπάρχει ποτέ λαός* ή δήμος* αλλά μόνο όχλος* (μια μάζα, πλήθος). Η έννοια του κινήματος προϋποθέτει την έκλειψη της έννοιας του λαού ως συντακτικού πολιτικού σώματος.

Η δεύτερη συνεπαγωγή είναι ότι ο λαός είναι ένα απολιτικό στοιχείο, την ανάπτυξη του οποίου το κίνημα πρέπει να προστατεύσει και να στηρίξει (ο Σμιτ χρησιμοποιεί τον όρο wachsen=βιολογική αύξηση). Σε αυτό τον απολιτικό λαό αντιστοιχεί η απολιτική σφαίρα της διοίκησης –ο Σμιτ επικαλείται εδώ και το συντεχνιακό κράτος του φασισμού.
Κοιτάζοντας σήμερα αυτό τον ορισμό του λαού ως απολιτικού, δεν μπορούμε να μη δούμε μια έμμεση αναγνώριση, την οποία ο Σμιτ δεν τολμά ποτέ να αρθρώσει, του βιοπολιτικού χαρακτήρα του. Ο λαός μετατρέπεται τώρα από συντακτικό πολιτικό σώμα σε πληθυσμό: μια δημογραφική βιολογική οντότητα, απολιτική καθεαυτή. Μια οντότητα που χρήζει προστασίας, στήριξης. Όταν κατά το 19ο αιώνα ο λαός έπαψε να είναι πολιτική οντότητα και μετατράπηκε σε δημογραφικούς και βιολογικούς πληθυσμούς, το κίνημα έγινε αναγκαιότητα. Εμείς ζούμε σε μια εποχή όπου ο μετασχηματισμός του λαού σε πληθυσμό είναι τετελεσμένο γεγονός. Ο λαός είναι μια βιοπολιτική οντότητα με την έννοια του Φουκώ, και αυτό καθιστά την έννοια του κινήματος απαραίτητη. Εάν θέλουμε να σκεφτούμε την έννοια της βιοπολιτικής διαφορετικά, όπως κάνει ο Tόνι, εάν σκεφτόμαστε την εκ των έσω πολιτικοποίηση του βιοπολιτικού, το οποίο είναι ήδη εξ ολοκλήρου πολιτικό και δεν χρειάζεται να πολιτικοποιηθεί μέσω του κινήματος, τότε πρέπει να ξανασκεφτούμε και την έννοια του κινήματος.

Αυτή η εργασία ορισμού είναι απαραίτητη επειδή, εάν συνεχίσουμε να διαβάζουμε τον Σμιτ, βλέπουμε να μας απειλούν διάφορες απορίες: εφ’ όσον το καθοριστικό πολιτικό στοιχείο, το αυτόνομο στοιχείο, είναι το κίνημα, ενώ ο λαός το απολιτικό, τότε το κίνημα μπορεί να βρει την πολιτική του ύπαρξη μόνο αν εισαγάγει στο απολιτικό σώμα του λαού ένα εσωτερικό ρήγμα που να επιτρέπει την πολιτικοποίησή του. Αυτό το ρήγμα για τον Σμιτ είναι αυτό που αποκαλεί ταυτότητα του βιολογικού είδους [specie], δηλ. ο ρατσισμός. Εδώ ο Σμιτ φθάνει στον υψηλότερο βαθμό ταύτισης με το ρατσισμό και τη μέγιστη συνυπευθυνότητα με το ναζισμό. Αυτό είναι γεγονός, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η επιλογή, η ανάγκη να εντοπίσουμε ένα ρήγμα στο απολιτικό σώμα του λαού, είναι άμεση συνέπεια της σύλληψής του για τη λειτουργία του κινήματος. Εάν το κίνημα είναι το πολιτικό στοιχείο ως αυτόνομη οντότητα, από πού μπορεί να αντλεί την πολιτική του; Η πολιτική του μπορεί μόνο να θεμελιωθεί στην ικανότητά τoυ να εντοπίζει έναν εχθρό στο εσωτερικό του λαού –στην περίπτωση του Σμιτ, ένα φυλετικά ξένο στοιχείο. Όπου υπάρχει κίνημα, υπάρχει πάντα μια ρωγμή που τέμνει εγκάρσια και διαιρεί το λαό· εν προκειμένω, εντοπίζοντας έναν εχθρό. Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε την έννοια του κινήματος και τη σχέση του με το λαό και το πλήθος. Στον Σμιτ βλέπουμε ότι τα στοιχεία που έχουν αποκλειστεί από το κίνημα επιστρέφουν ως «αυτό για το οποίο πρέπει να αποφασίσουμε»· το πολιτικό πρέπει να αποφασίσει για το απολιτικό. Το κίνημα αποφασίζει πολιτικά για το απολιτικό. Μπορεί να είναι φυλετικό ζήτημα, αλλά μπορεί και να είναι μια διαχείριση-διακυβέρνηση των πληθυσμών, όπως σήμερα.



Τα ερωτήματά μου είναι τα εξής:

Πρέπει άραγε να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε την έννοια του κινήματος; Εάν δηλώνει ένα κατώφλι πολιτικοποίησης του απολιτικού, μπορεί να υπάρξει ένα κίνημα που να είναι διαφορετικό από τον εμφύλιο πόλεμο;
ή

Σε ποια κατεύθυνση μπορούμε να ξανασκεφτούμε την έννοια του κινήματος και της σχέσης του με τη βιοπολιτική;


Εδώ δεν θα σας δώσω απαντήσεις· πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο ερευνητικό πρόγραμμα. Έχω όμως μερικές ενδείξεις:

Η έννοια της κινήσεως είναι κεντρική στον Αριστοτέλη, ως σχέση μεταξύ δυνάμεως και πράξεως. Ο Αριστοτέλης ορίζει την κίνηση ως πράξη της δυνάμεως ως δυνάμεως, όχι ως «πέρασμα στην πράξη». Κατά δεύτερον, λέει ότι η κίνηση είναι ατελής, πράξη χωρίς σκοπό (ή χωρίς τελειότητα). Εδώ θα πρότεινα μια τροποποίηση στην άποψή του, και σ’ αυτό ίσως ο Tόνι συμφωνήσει για μια φορά μαζί μου: ότι η κίνηση [/το κίνημα] είναι η συγκρότηση της δυνάμεως ως δυνάμεως. Αν όμως αυτό ισχύει, τότε δεν μπορούμε να σκεφτούμε το κίνημα ως εξωτερικό ή αυτόνομο σε σχέση με το πλήθος. Δεν μπορεί ποτέ να υπάγεται σε μια απόφαση, οργάνωση, κατεύθυνση του λαού, ή να αποτελεί στοιχείο πολιτικοποίησης του πλήθους ή του λαού.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή στον Αριστοτέλη είναι ότι η κίνηση είναι μια πράξη ατελής, χωρίς τέλος, πράγμα που σημαίνει ότι η κίνηση διατηρεί ουσιαστική σχέση με μια στέρηση, μια απουσία τέλους. Η κίνηση είναι πάντοτε, συστατικά, η σχέση με την έλλειψή της, την απουσία τέλους ή έργου. Αυτό στο οποίο διαφωνώ πάντα με τον Tόνι είναι αυτή η έμφαση που δίνει στην παραγωγικότητα. Εδώ πρέπει να ξαναδιεκδικήσουμε την απουσία έργου ως κεντρική. Είναι αδύνατο να υπάρξει τέλος και έργον για την πολιτική: η κίνηση είναι η απροσδιοριστία και η ατέλεια κάθε πολιτικής, αφήνει πάντα ένα υπόλειμμα.

Σε αυτή την οπτική, το ρητό που ανέφερα στην αρχή ως κανόνα μου θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί οντολογικά ως εξής: η κίνηση είναι αυτή που, όταν υπάρχει, είναι σαν να μην υπάρχει, υπολείπεται του εαυτού της, ενώ, όταν δεν υπάρχει, είναι σαν να υπάρχει, περισσεύει από τον εαυτό της. Είναι ένα κατώφλι απροσδιοριστίας ανάμεσα σε μια υπερβολή και μια έλλειψη που χαράζει το όριο κάθε πολιτικής στη συστατική της ατέλεια.

μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Τ. 1 Νερό και κοινωνικές αξίες


Νερό και κοινωνικές αξίες

Γιώργος Γιατράς




Στις 22 Μαρτίου 2005 τα Ηνωμένα Έθνη εγκαινίασαν διεθνή δεκαετία δράσης με θέμα “Νερό για τη Ζωή” (2005-2015), με στόχο τη σχετική ενημέρωση του κοινού. Η ενέργεια αυτή των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι καθόλου τυχαία. Απεναντίας, αντανακλά το ολοένα και πιο έντονο ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για τα οξύτατα προβλήματα έλλειψης επαρκών υδατικών πόρων, τα οποία είτε αντιμετωπίζουν ήδη πολλές χώρες του πλανήτη, είτε προβλέπεται ότι θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον. Εκτιμάται γενικά ότι περίπου 1,5 δισεκατομμύριο άνθρωποι στον πλανήτη δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό, και πως 2,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι στερούνται υποδομής για αποχέτευση, ενώ παράλληλα εκφράζονται φόβοι πως, το 2025, 3,5 δισ. άνθρωποι σε 52 χώρες της γης είτε θα ζουν σε καθεστώς λειψυδρίας είτε θα κινδυνεύουν άμεσα από αυτήν. Επίσης εκτιμάται ότι οι μολύνσεις λόγω της κακής ποιότητας του νερού είναι υπεύθυνες για το 80 - 85% των ασθενειών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Εύλογο λοιπόν το διεθνές ενδιαφέρον.

Από το 1977 όταν τα Ηνωμένα Έθνη οργάνωσαν στο Μαρ ντελ Πλάτα της Αργεντινής την πρώτη μεγάλη διεθνή διάσκεψη με θέμα το νερό, αναρίθμητες υπήρξαν οι αφιερωμένες στο νερό διασκέψεις, συνέδρια και φόρουμ, σε περιφερειακό, διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο, και οι οποίες συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό, ως αψευδής μάρτυρας της αυξανόμενης σημασίας που δίδει η διεθνής κοινότητα στο θέμα αυτό. Εκείνο που καθιστά τόσο κρίσιμης σημασίας τις αποφάσεις που καλούνται να λαμβάνουν οι πολιτικοί φορείς σχετικά με την παροχή και διαχείριση του νερού, είναι ότι στα σχετικά προβλήματα συμπυκνώνονται οι αγωνίες τόσο για τη διατήρηση της ευημερίας των κοινωνιών μας όσο και για τη διαφύλαξη και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Για τον λόγο αυτόν, οι αποφάσεις που αφορούν την κατασκευή μεγάλων φραγμάτων ή την εκτροπή ποταμών συγκεντρώνουν την προσοχή του κοινού και προκαλούν παθιασμένες συζητήσεις σχετικά με τα υπέρ και τα κατά του ενός ή του άλλου έργου.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω της ζωτικής σημασίας του νερού, η μέριμνα των ανθρώπινων κοινωνιών για την εξασφάλιση επαρκών υδατικών πόρων υπάρχει από τότε που άρχισαν αυτές να συγκροτούνται. Η ικανότητα του ανθρώπου να επηρεάζει την κατάσταση των υδατικών πόρων στο περιβάλλον και να προβαίνει στην ανακατανομή του νερού στο χρόνο και στον τόπο, είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τον πολιτισμένο άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα. Η ανθρωπότητα πραγματοποίησε ένα τεράστιο άλμα προόδου πριν από 6.000 χρόνια στη Μεσοποταμία, επιτυγχάνοντας την εκτροπή του νερού των ποταμών για την άρδευση της γεωργίας. Η προσφυγή στην τεχνολογία για την κάλυψη των αναγκών του ανθρώπου σε νερό υπήρξε λοιπόν φαινόμενο που συμβάδισε με την ανάπτυξη του πολιτισμού.

Τα μεγάλα τεχνολογικά έργα που παρατηρούνται στην εποχή μας, και για τα οποία συχνά εγείρονται φωνές διαμαρτυρίας από το οικολογικό κίνημα, δεν αποτελούν προϊόν αποκλειστικά και μόνο του δυτικού πολιτισμού και του δυτικού τεχνολογικού ορθολογισμού. Τα μεγάλα φράγματα και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, οι εκτροπές ποταμών, οι αποξηράνσεις λιμνών, η δημιουργία τεχνητών λιμνών, η κατασκευή διωρύγων για τη ναυσιπλοΐα, τα έργα άντλησης νερού (μεταξύ άλλων και από τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται σε μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους) και τα έργα μεταφοράς του σε μεγάλες αποστάσεις για την ύδρευση πόλεων με πολλά εκατομμύρια κατοίκους, όλα λοιπόν αυτά τα έργα δεν αποτελούν παρά την προέκταση στην εποχή μας, με τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα, μιας στάσης του ανθρώπου εξίσου παλαιάς με την ύπαρξη του πολιτισμού. Τα πρώτα μεγάλα αρδευτικά έργα είχαν ήδη πραγματοποιηθεί στην αρχαιότητα, τόσο στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία όσο και στην Κίνα. Η πρώτη αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας δεν έγινε τον εικοστό αιώνα αλλά στην αρχαιότητα το 1.300 π.Χ. περίπου. Και η δημιουργία διωρύγων για τη ναυσιπλοΐα ή και για την άρδευση, είναι επίσης φαινόμενο αρκετά παλιό, αφού στην Κίνα γύρω στα 700 μ.Χ. κατασκευάστηκε η Μεγάλη Διώρυγα μήκους 1.100 χιλιομέτρων για να εξυπηρετεί τόσο την άρδευση όσο και τη ναυσιπλοΐα.


Η σημερινή κατάσταση

Εκείνο που διαφοροποιεί την εποχή μας από παλαιότερες εποχές, είναι η αλλαγή στην κλίμακα μεγέθους των τεχνολογικών έργων που πραγματοποιούνται. Αλλαγή που οφείλεται στη γενικότερη τεχνολογική εξέλιξη και τη συνακόλουθη γιγάντωση των πληθυσμιακών συγκεντρώσεων, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των ανθρώπινων αναγκών με συνέπεια την αλματώδη αύξηση της κατανάλωσης ύδατος, αύξηση κατά πολύ μεγαλύτερη από την αύξηση του πληθυσμού.

Όπως παρατηρεί η εμπειρογνώμων σε θέματα υδατικών πόρων Σάντρα Πόστελ στο βιβλίο της “Η τελευταία όαση” (1) σχετικά με τα προβλήματα ύδατος στον πλανήτη, ένα νοικοκυριό που ζει στην πόλη Φοίνιξ στην Αριζόνα των Δυτικών Ηνωμένων Πολιτειών ξοδεύει 3.000 λίτρα νερού καθημερινά, ποσότητα αρκετή για να γεμίσει 20 φορές τη μπανιέρα του, ενώ ένα νοικοκυριό που ζει στην πόλη Λόντγουορ στην Κένυα της Ανατολικής Αφρικής ξοδεύει το πολύ το 5% της ποσότητας αυτής, δηλαδή μόνον όσο είναι απαραίτητο για την ικανοποίηση και των στοιχειωδέστερων αναγκών του, και τούτο παρά το γεγονός ότι το ισχνό ύψος των βροχοπτώσεων στις δύο περιοχές είναι περίπου το ίδιο, δηλαδή 16-18 εκατοστά ετησίως. Και στα δύο μέρη, το μέγεθος του πληθυσμού έχει υπερβεί τις δυνατότητες των τοπικών υδάτινων αποθεμάτων να συντηρήσουν ένα ανεκτό επίπεδο ζωής. Ενώ όμως στο Λόντγουορ οι κάτοικοι βιώνουν τη λειψυδρία στην πιο ωμή της μορφή, συνδυασμένη με μόχθο και ανασφάλεια στην καθημερινή τους ζωή, στο Φοίνιξ της Αριζόνα η λειψυδρία αντιμετωπίζεται με φράγματα, εκτροπές ποταμών και άντληση νερού από κοντά και μακριά, έτσι ώστε η πόλη όχι μόνο να γίνεται βιώσιμη αλλά και να διαθέτει άφθονο νερό. Το αποτέλεσμα είναι να έχει δημιουργηθεί στο άνυδρο Φοίνιξ μια ψευδαίσθηση αφθονίας. Και το Φοίνιξ δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση, καθώς σε πολλές μεσοδυτικές και δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι απόλυτα υπαρκτό και απλώς συγκαλύπτεται με μια σειρά μεγάλων τεχνικών έργων όπως φράγματα, εκτροπές ποταμών, άντληση και μεταφορά νερού από πολύ μεγάλες αποστάσεις.

Θεμιτή βεβαίως και απόλυτα λογική η αξιοποίηση της τεχνολογίας για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Κατά μία έννοια άλλωστε, η απόκρυψη της λειψυδρίας αποτελεί τον βασικό στόχο της υδατικής αναπτυξιακής πολιτικής. Το πρόβλημα όμως δημιουργείται από τη στιγμή που τούτο οδηγεί στην ψευδαίσθηση της αφθονίας, στην αλόγιστη υπερκατανάλωση νερού, στην πτώση της στάθμης λιμνών, στην εξάντληση των υπόγειων υδατικών αποθεμάτων και σε καταστροφικές συνέπειες για το περιβάλλον και για τις επόμενες γενεές.

Σπάταλη χρήση του νερού από τη μία πλευρά, έλλειψη νερού για την ικανοποίηση και των στοιχειωδέστερων αναγκών από την άλλη. Αυτή λοιπόν είναι η διπλή εικόνα που παρουσιάζει συχνά η ανθρωπότητα σε μια εποχή αλματώδους τεχνολογικής εξέλιξης. Και αυτές οι τεράστιες διαφορές στην ικανοποίηση της βασικότερης ανθρώπινης ανάγκης, απειλούν συχνά να πυροδοτήσουν εκρηκτικές κοινωνικές συγκρούσεις στο εσωτερικό πολλών χωρών, καθώς και επικίνδυνες γεωπολιτικές εντάσεις που φθάνουν μέχρι τον κίνδυνο πολέμου μεταξύ κρατών, όπως συμβαίνει στην απειλούμενη από λειψυδρία περιοχή της Μέσης Ανατολής.


Τα κοινωνικά διακυβεύματα

Στον κοινωνικό τομέα, αποτελούν αντικείμενο έντονων συζητήσεων, αντικρουόμενων απόψεων και ιδεολογικών συγκρούσεων αρκετά θέματα που αφορούν τον καταλληλότερο τρόπο διαχείρισής του νερού. Ας προσπαθήσουμε πρώτα να εξετάσουμε κάθε σημείο ξεχωριστά.

Ένα πρώτο μεγάλο θέμα που αποτελεί αντικείμενο έντονων συζητήσεων είναι το κατά πόσο η διαχείριση της παροχής νερού θα πρέπει να ανατίθεται στον δημόσιο τομέα ή απεναντίας κατά πόσο θα πρέπει να περιέλθει στον ιδιωτικό τομέα. Προς το παρόν η παροχή ύδατος από τον ιδιωτικό τομέα αφορά μόνο το 5% του πληθυσμού του πλανήτη.

Ο Riccardo Petrella, υπέρμαχος του χαρακτηρισμού του νερού ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος και της διατήρησης του δημόσιου χαρακτήρα των υπηρεσιών ύδρευσης, στο βιβλίο του “Le Manifeste de l’ eau” [Το μανιφέστο για το νερό] (2), αφού επισημαίνει ότι η ανεπαρκής ποιότητα ή ποσότητα του παρεχόμενου ύδατος αποτελεί την αιτία για το 85% των ασθενειών που μαστίζουν τις αναπτυσσόμενες χώρες και ότι η υγειονομική προστασία του πληθυσμού αποτελεί θεμελιώδες καθήκον που πρέπει να παρέχεται από μια ανθρώπινη κοινότητα σε συλλογικό επίπεδο, παρατηρεί ότι ο σχεδιασμός, η υλοποίηση και η συντήρηση των υποδομών και των δικτύων παροχής ύδατος και αποχέτευσης στην ύπαιθρο και τις πόλεις αντιπροσωπεύουν ένα κόστος που αφορά το σύνολο της κοινωνίας και το οποίο ο ιδιωτικός τομέας και η αγορά δεν είναι σε θέση να επωμισθούν με επιτυχία. Η ανάληψη συνεπώς της ευθύνης για την ασφαλή πρόσβαση σε πόσιμο νερό κατά τρόπο που να εγγυάται τη διατήρηση της δημόσιας υγείας, δεν μπορεί παρά να είναι συλλογική. Για αυτόν τον λόγο, το έργο αυτό πρέπει να ανατίθεται στον δημόσιο τομέα και όχι στον ιδιωτικό.

Οι υποστηρικτές όμως ενός ενεργότερου ρόλου του ιδιωτικού τομέα, στα πλαίσια και της γενικής τάσης που παρατηρείται στην εποχή μας να θεωρείται ο ιδιωτικός τομέας αποτελεσματικότερος από τον δημόσιο, προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι ιδιωτικές εταιρείες με την καλύτερη τεχνογνωσία που διαθέτουν μπορούν να επιτυγχάνουν τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση του κόστους για τις υπηρεσίες που παρέχουν στους καταναλωτές και γενικότερα τη βελτιστοποίηση της διαχείρισης των δικτύων διανομής ύδατος.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιχειρηματολογία υπέρ ενός ενεργότερου ρόλου του ιδιωτικού τομέα δεν θα πρέπει αναγκαστικά να ταυτίζεται με τη νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων. Υπάρχει βεβαίως ως μορφή πλήρους ιδιωτικοποίησης η ουσιαστική εκχώρηση στον ιδιωτικό τομέα της διαχείρισης, της διανομής και της ιδιοκτησίας των δικτύων ύδρευσης. Με τη μέθοδο αυτή η οποία εφαρμόστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταβιβάζεται στους ιδιωτικούς φορείς η κυριότητα του συνόλου των υποδομών και ο έλεγχος του ύδατος. Ωστόσο η μορφή αυτή πλήρους ιδιωτικοποίησης έχει εφαρμοστεί μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Χιλή, και το μοντέλο αυτό δεν ακολουθήθηκε σε άλλες χώρες.

Υπάρχουν όμως και μορφές πιο περιορισμένου ρόλου του ιδιωτικού τομέα ή συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, όπως είναι η περίπτωση της Γαλλίας. Στις περιπτώσεις αυτές οι εθνικές ή τοπικές αρχές αναθέτουν για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο μπορεί να ποικίλλει, τη διαχείριση του ύδατος σε ιδιωτικούς φορείς. Οι ιδιωτικές αυτές επιχειρήσεις, χωρίς να έχουν την κυριότητα των δικτύων διανομής ύδατος, είναι ωστόσο υπεύθυνες για τη συντήρηση των δικτύων και τη διανομή του ύδατος. Σε αντιστάθμισμα δε τούτου, οι επιχειρήσεις αυτές εισπράττουν τα τιμολόγια, καθορίζουν τις τιμές και ενδεχομένως αποκομίζουν ένα κέρδος. Το μοντέλο αυτό συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα υπάρχει επίσης στη Νέα Ζηλανδία, τη Τζαμάικα, και τη Σενεγάλη και τείνει σήμερα να γενικευθεί στην Ασία και τη Λατινική Αμερική.

Ένα άλλο μοντέλο περιορισμένης συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα προβλέπει την εκχώρηση σε ιδιωτική εταιρεία της διαχείρισης του δικτύου ύδρευσης και της διανομής του ύδατος. Η εταιρεία αυτή αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης απευθείας από τις δημόσιες αρχές, οι οποίες όμως διατηρούν την ευθύνη για τον καθορισμό των τιμών. Το σύστημα αυτό ισχύει στο Μεξικό και στο Γκντάνσκ της Πολωνίας.

Είναι γεγονός ότι το γενικότερο πολιτικό και οικονομικό κλίμα ευνοεί την αύξηση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα. Το τρίτο Παγκόσμιο Φόρουμ για το Νερό που έγινε στο Κυότο το 2003 κατέληξε με την αναγνώριση της ανάγκης για προσφυγή σε συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Είναι επίσης γεγονός ότι η διαχείριση των υδατικών πόρων από τον δημόσιο τομέα δεν αποτελεί αναγκαστικά εγγύηση επιτυχίας. Απόδειξη τούτου άλλωστε αποτελεί η παταγώδης αποτυχία της κρατικής διαχείρισης των υδατικών πόρων την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και η δραματική συρρίκνωση της λίμνης Αράλης εξ αιτίας της αλόγιστης και αντιορθολογικής χρήσης των υδάτων της για αρδευτικούς σκοπούς (*). Ούτε άλλωστε η δημόσια διαχείριση αποτελεί απαραιτήτως εγγύηση για μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Καμπότζης όπου η διεύθυνση υδάτων της Πνομ Πενχ ναι μεν επέτυχε να εκσυγχρονίσει το δίκτυο ύδρευσης της πόλης, αλλά με τεράστια αύξηση των τιμολογίων της και χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για τα φτωχότερα νοικοκυριά.

Ωστόσο η μέχρι τώρα πείρα από αυτές τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα όσο θέλουν να τα εμφανίζουν οι υποστηρικτές τους. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει ο Frédéric Lasserre, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Laval του Κεμπέκ στον Καναδά και ειδικός σε γεωπολιτικά θέματα που αφορούν το νερό, στο βιβλίο του “L’Eau, enjeu mondial” [Το νερό ως παγκόσμιο διακύβευμα] (3), έχει συχνά διαπιστωθεί ότι κατά την εφαρμογή πολλών συμβάσεων παραχώρησης σε ιδιωτικές εταιρείες της διαχείρισης δικτύων διανομής ύδατος, οι εν λόγω εταιρείες δεν έχουν τηρήσει τις δεσμεύσεις τους ως προς τη μείωση της τιμής του νερού ή τη βελτίωση της ποιότητάς του. Πολύ συχνά, το μόνο μέσο των ιδιωτικών εταιρειών για να επιτύχουν τον “εξορθολογισμό του κόστους” (δηλαδή τη μείωση του κόστους) καταλήγει να είναι η προσφυγή τους σε απολύσεις για μεγάλο μέρος του εξειδικευμένου προσωπικού, με αποτέλεσμα να σημειώνονται πολλές δυσλειτουργίες στην εκμετάλλευση των δικτύων. Έχουν επίσης διαπιστωθεί πολλές περιπτώσεις αισθητής επιδείνωσης της ποιότητας του νερού και θεαματικής ανόδου των τιμολογίων νερού με ιδιαίτερα θιγόμενες τις υποβαθμισμένες συνοικίες. Επίσης, οι ιδιωτικοί φορείς τείνουν να είναι διστακτικοί ως προς την τήρηση των υποχρεώσεών τους για την ανάπτυξη και τη συντήρηση των δικτύων.

Οι λόγοι για αυτά τα προβλήματα συνδέονται με το γεγονός ότι η διαχείριση του νερού τείνει φυσιολογικά να γίνεται σε συνθήκες μονοπωλίου. Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος την εγκατάσταση σε μια πόλη πολλών ανταγωνιστικών δικτύων παροχής ύδατος και συγκέντρωσης των λυμάτων. Επομένως, μια ιδιωτική εταιρεία που αναλαμβάνει την παροχή νερού σε μια περιοχή θα βρεθεί να έχει μονοπωλιακή θέση. Ως εκ τούτου θα είναι φυσιολογικό να επιδιώξει τη μεγιστοποίηση των κερδών της, είτε μειώνοντας το κόστος της με την απόλυση μέρους του προσωπικού είτε αυξάνοντας τα έσοδά της μέσω αυξήσεων στα τιμολόγιά της. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα την οποία αναμένεται ότι θα επιδείξει μια ιδιωτική επιχείρηση δεν θα υπάρχει εάν δεν υπάρχει ανταγωνισμός ώστε να την ωθήσει προς αυτήν την αποτελεσματικότητα.

Βεβαίως πολλοί υποστηρικτές των ιδιωτικοποιήσεων τείνουν να θεωρούν ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι η διαχείριση από τον ιδιωτικό τομέα προσφέρει αποτελεσματικότητα, αύξηση της παραγωγής και οφέλη για το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων. Όπως όμως παρατηρεί σχετικά ο Frédéric Lasserre, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι χωρίς το αντίβαρο του ανταγωνισμού και της κηδεμονίας του δημόσιου τομέα, ο οποίος σε τελευταία ανάλυση είναι ο μόνος εγγυητής της γενικής ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, η ιδέα αυτή για τη δυνατότητα ενός καλύτερου κόσμου απλώς και μόνον χάρις στον ιδιωτικό τομέα είναι τόσο χιμαιρική όσο και η κομμουνιστική ουτοπία. Πέρα λοιπόν από δογματικές συνταγές με μονοδιάστατη θεώρηση των πραγμάτων, είναι απαραίτητο για τις δημόσιες αρχές ακόμη και όταν συνάπτουν συμβάσεις με ιδιωτικούς φορείς να παραμένουν πάντοτε σε εγρήγορση. Για τον λόγο αυτό οι δημόσιες αρχές πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία πολιτική ισχύ και να διατηρούν την κατάλληλη τεχνογνωσία ούτως ώστε να μπορούν να διασφαλίζουν τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου καθώς και την τήρηση των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί από τους ιδιωτικούς φορείς.

Ένα δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά το πώς πρέπει να πληρώνονται οι υπηρεσίες παροχής ύδατος. Πρέπει άραγε η τιμή του νερού να αντανακλά το πραγματικό κόστος του ή μήπως είναι προτιμότερο να επιδοτείται από τον δημόσιο τομέα;

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τομέας του νερού παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα: εν αντιθέσει προς άλλα σημαντικά αγαθά όπως το πετρέλαιο, το κάρβουνο, το σιτάρι ή το ρύζι, για το νερό δεν υπάρχουν υποκατάστατα, εξ ου και η μοναδικότητά του και ο χαρακτήρας του ως αναντικατάστατου. Ως εκ τούτου, η παροχή πόσιμου νερού δεν μπορεί να υποτάσσεται στη λογική της αγοράς. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η οδηγία 2000/60/ΕΚ, η οποία θέτει το γενικό πλαίσιο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του ύδατος, αρχίζει το αιτιολογικό της αναγνωρίζοντας ότι “το ύδωρ δεν είναι εμπορικό προϊόν όπως όλα τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονομιά που πρέπει να προστατεύεται και να τυγχάνει της κατάλληλης μεταχείρισης” (4).

Το πρόβλημα όμως είναι ότι το νερό δεν καλύπτει μόνο βασικές ανθρώπινες ανάγκες (πόσιμο νερό, νερό για το μαγείρεμα και την ατομική καθαριότητα, για τη γεωργία και τη βιομηχανική παραγωγή) αλλά ταυτόχρονα και δευτερεύουσες ή (ενδεχομένως) τριτεύουσες ανάγκες (π.χ. νερό για πλύσιμο των αυτοκινήτων, για ιδιωτικές πισίνες, ή για πότισμα του γκαζόν σε γήπεδα του γκολφ ή σε ιδιωτικούς κήπους). Αλλά ακόμη και στη χρήση νερού για βασικές ανθρώπινες ανάγκες, υπάρχουν πολλά περιθώρια για εξορθολογισμό της κατανάλωσης και περιορισμό της σπατάλης. Όμως, η διεθνής πείρα έχει αποδείξει ότι ακόμη και όταν το νερό σπανίζει οι εκστρατείες ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης του κοινού για λελογισμένη κατανάλωσή του δεν αποδίδουν αν δεν συνοδεύονται και από την λήψη μέτρων που να υποχρεώνουν το κοινό να αντιληφθεί την πραγματική αξία του. Και το αποτελεσματικότερο μέσο προς τούτο συνίσταται στο να καταβάλλουν οι καταναλωτές το απαραίτητο χρηματικό τίμημα για τις υπηρεσίες ύδατος που τους παρέχονται.

Το χρηματικό αυτό τίμημα μπορεί να επιβάλλεται στους καταναλωτές με τη μείωση της επιδότησης της τιμής του νερού ή με την αύξηση της τιμής του. Το μέσο όμως αυτό οικονομικής πολιτικής πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη προσοχή. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι προκαλεί έντονες διαμάχες και ότι συχνά τείνει να συγχέεται με την ιδιωτικοποίηση. Πρέπει λοιπόν το μέσο αυτό αφενός μεν να είναι αποτελεσματικό στην εφαρμογή του, αφετέρου δε να μην οδηγεί σε δυσβάστακτη και κοινωνικά άδικη επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων.

Για τους λόγους αυτούς, πολλοί προτείνουν να θεσπισθεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα παροχής 50 λίτρων νερού σε κάθε άτομο την ημέρα (5 λίτρα για πόσιμο νερό, 20 λίτρα για το νοικοκυριό, 15 λίτρα για την ατομική καθαριότητα και 10 λίτρα για την κουζίνα). Η ελάχιστη αυτή ποσότητα θα πρέπει να παρέχεται σε κάθε άτομο δωρεάν. Πέρα από αυτό το ζωτικό ελάχιστο όριο, κάθε επιπλέον κατανάλωση θα μπορεί να τιμολογείται αναλόγως (κλιμακωτό τιμολόγιο), η δε τιμολόγηση του νερού θα πρέπει να είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να αποθαρρύνεται η σπάταλη χρήση του.


Νερό και αειφόρος ανάπτυξη

Ο ρόλος του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ο τρόπος τιμολόγησης του νερού και ο χαρακτήρας του ως οικονομικού αγαθού ή ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος είναι λοιπόν προβλήματα καίριας σημασίας, τα οποία όμως συνδέονται με την ανθρωποκεντρική διάσταση του θέματος. Υπάρχει όμως και άλλη διάσταση, η οποία αφορά τον ρόλο του νερού ως κρίσιμου παράγοντα ζωής για όλα τα φυτικά και ζωικά είδη: περισσότερο νερό για τις ανθρώπινες ανάγκες σημαίνει λιγότερο νερό για τη συντήρηση των οικοσυστημάτων.

Έπειτα από την έκταση που έχουν λάβει στην εποχή μας τα οικολογικά προβλήματα και την ανάπτυξη του περιβαλλοντολογικού κινήματος, το πρόβλημα της διαχείρισης των υδατικών πόρων έχει τεθεί πλέον σε νέα βάση. Βεβαίως, εξακολουθεί να επιδιώκεται ως στόχος η βελτιστοποίηση της προσφοράς ύδατος για τις ανθρώπινες ανάγκες. Παράλληλα όμως προβάλλει πλέον ολοένα και επιτακτικότερη η ανάγκη ώστε κατά τη χρήση των υδατικών πόρων, τη διάθεση των λυμάτων ή τον έλεγχο του κινδύνου πλημμυρών, η διαχείριση των υδατικών πόρων να γίνεται κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται οι παρεμβάσεις του ανθρώπου στη φύση και να μεγιστοποιούνται τα οφέλη από τη φύση. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται χρήση του νερού κατά τρόπο ώστε να να προστατεύονται, ακόμη δε και να ενισχύονται οι υδατικοί πόροι που χρειάζονται για τα άγρια ζώα και φυτά και για το φυσικό περιβάλλον.

Το νερό λοιπόν αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ως κεντρικό στοιχείο κάθε πολιτικής η οποία, εκτός από την αύξηση της παραγωγής τροφίμων και την ικανοποίηση ολοένα και περισσότερων ανθρώπινων αναγκών, θα στοχεύει επίσης στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην προστασία της δημόσιας υγείας, ενώ παράλληλα θα μεριμνά για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων. Μιας πολιτικής με σκοπό την αειφόρο ή βιώσιμη ανάπτυξη, δηλαδή την ανάπτυξη η οποία θα διαφυλάττει την κοινωνική συνοχή ενώ παράλληλα θα διασφαλίζει την ευημερία των μελλοντικών γενεών και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Από τη συνοπτική αυτή εξέταση μερικών από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα που συνδέονται με τον ρόλο του νερού στη ζωή μας, βλέπουμε ότι πρόκειται για θέματα στα οποία ούτε οι αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται αποκλειστικά και μόνον από έναν στενό κύκλο τεχνοκρατών, μηχανικών και υδρολόγων, αλλά ούτε και οι επιλογές μπορούν να γίνονται μόνο με κριτήρια οικονομικής αποδοτικότητας και τεχνικής αποτελεσματικότητας. Πρόκειται απεναντίας για θέματα τα οποία συνδέονται με βασικά στοιχεία του συστήματος αξιών μιας κοινωνίας όπως είναι τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα καθώς και η σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Και για τον λόγο αυτό μας αφορούν όλους.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Σάντρα Πόστελ (Sandra Postel), “H Τελευταία Όαση” (Last Oasis), Εκδόσεις “Νέα Σύνορα”, Αθήνα 1993.
2) Riccardo Petrella, “Le Manifeste de l’ eau”, Editions Labor, Bruxelles 1998.
3) Frédéric Lasserre, “L’Eau, enjeu mondial”, Le Serpent à Plumes, Paris 2003.
4) Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, Επίσημη Εφημερίδα, L 327, 22.12.2000, σ. 1.
5) J. A. A. JONES, “Global Hydrology”, Longman 1997.
6) Marq de Villiers, “L’ eau”, Editions Solin/Actes Sud/Leméac, 2000.
7) Alternatives Internationales (mensuel), “La guerre de l ‘eau aura-t-elle lieu?” (φάκελος, σελ. 26-41), février 2005.
(*) Για τη δραματική συρρίκνωση της λίμνης Αράλης επί εποχής της Σοβιετικής Ένωσης, βλ. Marq de Villiers, “L’ eau” (σελ. 146-158) και J. A. A. JONES, “Global Hydrology” (σελ. 217-219).