Τέσσερα ποιήματα τού...
O βέλγος ποιητής, μυθιστοριογράφος και εκδότης Francis Dannemark, γεννήθηκε στα γαλλο-βελγικά σύνορα στις 13 Απριλίου 1955. Κατά τη διάρκεια των σπουδών φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, που έκανε στο Πανεπιστήμιο της πόλης Louvain (Βέλγιο), διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό La Vigie des Minuits Polaires. Εξακολουθώντας να γράφει, εξασκεί παράλληλα διάφορα επαγγέλματα: καθηγητής, νυκτοφύλακας, μεταφραστής, κριτικός κινηματογράφου, αναπληρωτής αρχισυντάκτης σε εφημερίδα κινουμένων σχεδίων, μορφωτικός ακόλουθος σ’ ένα υπουργικό γραφείο, διευθυντής ενός πολιτιστικού κέντρου στις Βρυξέλλες, διευθυντής των συνδέσμων Escales des lettres (που ιδρύει στις Βρυξέλλες και στην πόλη Αράς της Γαλλίας, 1999). Σήμερα είναι εκδότης, ανεξάρτητος σύμβουλος λογοτεχνίας και υπεύθυνος του προγράμματος του συνδέσμου Escales des lettres στις Βρυξέλλες όπου και εξακολουθεί να ζει.
Το 1998 δημιουργεί στις Εκδόσεις Le Castor Astral (Παρίσι-Μπορντό) τη σειρά Escales du Nord, την οποία διευθύνει σε συνεργασία με τους Jean-Yves Rezeau και Bénédicte Pérot.
Ο μυθιστοριογράφος Francis Dannemark έχει εκδώσει περίπου δώδεκα μυθιστορήματα μεταξύ των οποίων Η νύχτα είναι η τελευταία εικόνα (La nuit est la dernière image), Εκδόσεις Robert Laffont, Παρίσι, 1982, Πράγματα που λέγονται τη νύχτα ανάμεσα σε δυο πόλεις (Choses qu’on dit la nuit entre deux villes), 1991 (βραβείο Charles Plisnier), Οι επεκτάσεις στο γαλάζιο του ουρανού (Les agrandissements du ciel en bleu), 1992, Εκδόσεις Robert Laffont, Παρίσι, 1992, O μακρύς περίπατος μ’ ένα νεκρό άλογο (La longue promenade avec un cheval mort), 1993 (βραβείο Alexandre Vialatte), Ας βρέξει (Qu’il pleuve), Εκδόσεις Le Castor Astral, 1998, Ο άνθρωπος του Σεπτεμβρίου (L’homme de semptembre), Εκδόσεις Estuaire, Tournai (Βέλγιο), 2004.
Ο ποιητής Francis Dannemark εκδίδει ποιητικές συλλογές από το 1977. Τα ποιήματα που παρουσιάζουμε παρακάτω είναι από τη συλλογή Κλάσμα αιωνιότητας (Une fraction d’éternité), Εκδόσεις Le Castor Astral, σειρά Escales du Nord, Βρυξέλλες, 2005.
Libre
J’avais 20 ans et la liberté qu’on m’offrait, c’était un
slogan sur un T-shirt trop serrant.
C’était du vent et je n’en voulais pas.
Je ne voulais pas gagner ma vie, je ne voulais
pas la perdre. On prétendait
qu’on choisit son chemin, on racontait
que le monde nous appartient,
mais tout, tout me disait le contraire
et je cherchais désespérément la sortie.
J’étais un étranger.
Je parlais la langue de quelques poèmes.
Je marchais têtu sous la pluie.
Je dormais comme un cheval.
J’étais un étranger.
J’étais un fou qui ne joue pas le jeu.
J’étais seul, j’étais vieux.
Mariages, métiers et voyages
tombaient en poussière,
je comptais les nœuds,
les peurs et les fuites.
J’étais un étranger
et vingt années ont passé,
vingt années à la course,
toute une vie sur un fil.
Un jour, une voix qui venait de loin,
qui avait franchi la frontière
et ignorait le temps, une voix
a murmuré des mots que j’entendais :
vivre était simple comme un cercle
tracé d’un doigt léger sur le sable.
Tout était là. Le début
et la fin confondus. Rien ne s’y perdait.
Et j’étais un grain sur le sable,
et c’était bien.
Ελεύθερος
Ήμουν 20 χρονών κι η ελευθερία που μου πρόσφεραν
ένα σλόγκαν πάνω σ’ ένα T-shirt πολύ στενό.
Κούφια λόγια ήταν, δεν ήθελα την ελευθερία τους.
Δεν ήθελα να κερδίσω τη ζωή μου, δεν ήθελα
να τη χάσω. Ισχυρίζονταν
πως μόνοι μας διαλέγουμε το δρόμο μας, έλεγαν
πως ο κόσμος μας ανήκει,
αλλά τα πάντα, τα πάντα μου μιλούσαν για το αντίθετο
κι εγώ έψαχνα απελπισμένα την έξοδο.
Ήμουν ένας ξένος.
Μιλούσα τη γλώσσα κάποιων ποιημάτων.
Περπατούσα με πείσμα μες στη βροχή.
Κοιμόμουν σαν άλογο.
Ήμουν ένας ξένος.
Ήμουν ένας τρελός που δεν παίζει το παιχνίδι.
Ήμουν μόνος, ήμουν γέρος.
Γάμοι, επαγγέλματα και ταξίδια
γίνονταν σκόνη,
μετρούσα τους κόμπους,
τους φόβους και τις φυγές.
Ήμουν ένας ξένος
κι είκοσι χρόνια πέρασαν
είκοσι χρόνια στο τρέξιμο,
μια ολόκληρη ζωή πάνω σ’ ένα σχοινί.
Μια μέρα, μια φωνή που έρχονταν από μακριά,
διασχίζοντας τα σύνορα,
μια φωνή έξω από το χρόνο
ψιθύρισε λόγια που άκουγα:
να ζεις είναι απλό όπως ένας κύκλος
χαραγμένος μ’ ένα δάχτυλο απαλά πάνω στην άμμο.
Όλα είναι εδώ. Η αρχή
και το τέλος μαζί.. Τίποτα δε χάνεται εκεί.
Κι εγώ ένας κόκκος άμμου
Κι είχε δίκιο..
Seul
J’aime mieux ne plus sortir, disait-elle,
dehors, c’est plein d’hommes
qui cherchent leur mère,
qui cherchent leur chemin,
et je vais encore une fois me retrouver
à vouloir les sauver,
et encore une fois je me perdrai,
dans leurs beaux yeux de chiens fantasques,
dans leurs peurs et leurs regrets.
Je n’ai rien répondu ce soir-là, je pensais à
une phrase de Daniel Boulanger :
« Vouloir changer les gens ?
Autant passer la mer à cheval. »
Et je me disais que
ce n’est pas parce qu’on voit loin
que le chemin est court,
bien au contraire.
Je me souvenais ce soir-là
d’une femme que j’avais aimée,
je me souvenais que rarement
j’avais été aussi vivant.
Et rarement aussi
rarement aussi seul.
Μόνος
Προτιμώ να μην ξαναβγώ, έλεγε,
έξω είναι γεμάτο ανθρώπους
που ψάχνουν τη μάνα τους,
που ψάχνουν το δρόμο τους,
και θα θελήσω πάλι να τους βοηθήσω,
και πάλι θα χαθώ στα όμορφα μάτια τους που
κοιτάζουν σα φαντασμένα σκυλιά,
θα χαθώ στους φόβους και στις λύπες τους.
Δεν απάντησα τίποτα εκείνο το βράδυ, σκεφτόμουν
μια φράση του Daniel Boulanger:
«Ν’ αλλάξεις τους ανθρώπους;
Είναι σαν να θέλεις να διασχίσεις τη θάλασσα με άλογο.»
Κι έλεγα στον εαυτό μου πως
δεν είναι επειδή βλέπει κανείς μακριά
που ο δρόμος είναι μικρός,
το αντίθετο μάλιστα.
Εκείνο το βράδυ σκεφτόμουν
μια γυναίκα που είχα αγαπήσει,
θυμόμουν πως σπάνια
ήμουν τόσο ζωντανός.
Και σπάνια επίσης,
σπάνια τόσο μόνος.
Le bout d’un cercle
Mon père dit qu’on ne déplace pas
les montagnes, qu’on ne change pas les gens.
Il dit qu’on change, parfois, le tracé des routes
et des sentiers. Il est souvent silencieux,
immobile. Il est ailleurs. C’est ainsi
qu’il avance, c’est ainsi
qu’il se fait entendre.
Et moi, je rêve encore parfois de foudre,
de batailles. Je suis la flèche qui fend l’air,
je frissonne de colère, je défie le vent.
Les jours sont lents, les jours sont courts.
Difficile, n’est-ce pas ?
d’attraper le bout d’un cercle.
Η άκρη ενός κύκλου
Ο πατέρας μου λέει ότι δεν μετακινείς
τα βουνά, κι ότι δεν αλλάζεις τους ανθρώπους.
Λέει πως αλλάζεις, καμιά φορά, την κατεύθυνση των
δρόμων και των μονοπατιών. Συχνά μένει σιωπηλός,
ακίνητος. Είναι αλλού. Έτσι βαδίζει,
κι έτσι μιλά.
Κι εγώ, ονειρεύομαι ακόμα καμιά φορά τον κεραυνό,
τις μάχες. Είμαι το βέλος που τρυπάει τον αέρα,
τρέμω από θυμό, αψηφώ τον άνεμο.
Οι μέρες είναι αργές, οι μέρες είναι μικρές.
Δύσκολο, έτσι δεν είναι;
να πιάσεις την άκρη ενός κύκλου.
PUZZLE
Combien de vies dans une vie ?
C’est comme demander combien de pièces
dans un puzzle, dit-il. L’un en compte douze,
l’autre douze fois plus, il en faudra mille ici,
là quarante. Et chemin faisant,
on comprend que chacun aura
très exactement le temps
de compléter le sien, et que le nombre
de pièces n’aura rien signifié,
et que le temps lui-même,
cent ans, dix secondes, n’aura jamais été
qu’un instant,
une fabuleuse fraction
d’éternité.
PUZZLE
Πόσες ζωές υπάρχουν μέσα σε μια ζωή;
Είναι σα να ζητάς να μάθεις πόσα κομμάτια υπάρχουν
μέσα σ’ ένα puzzle, είπε. Ο ένας μετράει δώδεκα,
ο άλλος δώδεκα φορές παραπάνω, θα χρειαστούν
χίλια εδώ, σαράντα εκεί. Και στην πορεία,
καταλαβαίνεις πως ο καθένας θα έχει
ακριβώς το χρόνο που χρειάζεται
για να συμπληρώσει το δικό του, κι ότι ο αριθμός
των κομματιών δε σημαίνει τίποτα,
κι ότι ο ίδιος ο χρόνος,
εκατό χρόνια, δέκα δευτερόλεπτα, δεν θα είναι ποτέ
παρά μόνο μια στιγμή,
ένα φανταστικό κλάσμα
της αιωνιότητας.
Μετάφραση: ΚΩΝΣΤΑΝΣ ΔΗΜΑ
Τρίτη 7 Αυγούστου 2007
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου