Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

Τ. 1 Από τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στην ΕΕ

Από τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Θανασάκης Ειθαλής


1. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως επιστέγασμα και συνένωση των τριών μέχρι τότε Κοινοτήτων. Συγχρόνως άλλαξε το όνομα της μεγάλης από τις τρεις Κοινότητες και από Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την είπε Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

2. Μήπως στη μετονομασία της Συνθήκης ΕΟΚ σε Συνθήκη της Ε.Κ. κρύβεται κάποιο μυστικό ; Για ποιο λόγο δεν θέλουμε να μας θυμίζουν τα σημερινά κείμενα την « οικονομική » καταγωγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ;


Α

Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες, όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται οι διεθνείς συμφωνίες μεταξύ των κρατών τα οποία ίδρυσαν την ΕΚΑΧ, την ΕΟΚ και την Ευρατόμ, καθώς και εκείνων που προσχώρησαν εκ των υστέρων σ’ αυτές, δεν είναι μόνο οι έξη ή επτά, οι πλατύτερα γνωστές, αλλά πολύ περισσότερες. Οι Clive H. Church και David Phinnemore, στο βιβλίο τους The Penguin Guide to the European Treaties, αναφέρουν στη σελίδα 8 είκοσι, ενδεικτικά, από τις οποίες ιδού μερικές :

Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (EKAX), συχνά αναφερόμενη ως η Συνθήκη του Παρισιού (18 Απριλίου 1951 )

Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( ΕΟΚ ) ( 25 Μαρτίου 1957 ), συχνά αναφερόμενη ως η Συνθήκη της Ρώμης

Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας ( ΕΚΑΕ ) ( 25 Μαρτίου 1957 ), γνωστή επίσης ως η δεύτερη Συνθήκη της Ρώμης ή η Συνθήκη Ευρατόμ

Συνθήκη για την καθιέρωση ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 8 Απριλίου 1965 ), συχνά αναφερόμενη ως η Συνθήκη Συγχώνευσης

Πράξη για την εκλογή των αντιπροσώπων της συνέλευσης με άμεση και καθολική ψηφοφορία ( 20 Σεπτεμβρίου 1976 )

Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ( 17 / 28 Φεβρουαρίου 1986 )

Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ( 7 Φεβρουαρίου 1992 ), συχνά αναφερόμενη ως Συνθήκη του Μάαστριχτ

Συνθήκη του Άμστερνταμ ( 2 Οκτωβρίου 1997 )

Συνθήκη της Νίκαιας ( 26 Φεβρουαρίου 2001 ).




Εδώ θα περιοριστούμε στις τρεις τελευταίες, που θα εξεταστούν κατά την ιστορική τους εμφάνιση, τον κύριο κορμό του περιεχομένου τους και την επίδραση και σημασία τους για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον κόσμο ή, με άλλα λόγια, στη ζωή των λαών της Ευρώπης και του πλανήτη, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Πριν όμως εξετάσουμε χωριστά την κάθε μία από τις συμφωνίες αυτές για να βρούμε τα γνωρίσματα που τη χαρακτηρίζουν στη μοναδικότητά της, δεν θα ήταν καθόλου άσκοπο να αναφερόμασταν σύντομα στις ιδιότητες, τα προβλήματα και τις συνέπειες των Ευρωπαϊκών Συνθηκών γενικά και, ειδικότερα, των τριών αυτών ιδωμένων σαν σύνολο.


Γενικά χαρακτηριστικά των Ευρωπαϊκών Συνθηκών

Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες ρυθμίζουν ή προσπαθούν να δώσουν λύσεις σε ιστορικά προβλήματα, διεθνή ή και εσωτερικά, με ειρηνικό τρόπο και σε κάπως σταθερή και μόνιμη βάση, πράγμα που τους προσδίδει ένα χαρακτήρα συνταγματικότητας, δηλαδή θεσμοθέτησης διαδικασιών και οργάνων στα οποία με αυτόν τον τρόπο εκχωρείται ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών. Πρώτον, λοιπόν, προσπάθεια επίλυσης ιστορικών προβλημάτων με τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και δεύτερον συνταγματική εν μέρει χροιά τους.
Είναι σημαντικό να έχει ο μελετητής ξεκάθαρα στον νου του τα αρχικά και τα απώτερα ζητήματα τα οποία ώθησαν τον ευρωπαίο πολιτικό και οικονομικό άνθρωπο στην ενσυνείδητη και εκούσια διαδικασία ενοποίησης της ηπείρου. Με άλλα λόγια τους διακηρυγμένους και αδιακήρυκτους σκοπούς. Χωρίς ωστόσο να εξαντλούνται αναγκαστικά σ’ αυτούς όλες οι αιτίες. ( Αυτό το νόημα άλλωστε έχει η ιστορικότητα των καταστάσεων. )
Μπορεί να επιφυλάξει κανείς την πρώτη και μεγαλύτερη προσοχή στην ανάγνωση των διακηρύξεων, αλλά κυρίως των ρυθμίσεων που προβλέπονται στα ίδια τα κείμενα των Συνθηκών, και παράλληλα στη διάγνωση, σε όλο της το βάθος, της ιστορικής στιγμής κατά την οποία επέρχεται η ρύθμιση.

Το δεύτερο γνώρισμα, τον συνταγματικό εν μέρει χαρακτήρα, έχουν εξ αρχής όλες οι ιδρυτικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που θεσπίζουν είτε βασικούς κανόνες δικαίου στις σχέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών είτε μόνιμα όργανα και διαδικασίες για την εφαρμογή και την περαιτέρω δημιουργία διεθνούς δικαίου.
Ο ευρύτερος τομέας που πρώτος χρησίμευσε ως έδαφος όπου φύτρωσε το δέντρο της ευρωπαϊκής ενότητας ήταν εκείνος της οικονομίας∙ όχι μόνο των διεθνών οικονομικών σχέσεων, ούτε μόνο των εσωτερικών οικονομικών αναγκών, αλλά και των δύο.
Η πολιτική ως δραστηριότητα και μέθοδος, ως οργάνωση και ως στόχοι αναπτύχθηκε κυρίως τόσο στους κόλπους κάθε μιας οικονομικής και νομικής πραγματικότητας εξελικτικά όσο και με κάθε ιδρυτικό άλμα από τη μια Συνθήκη στην άλλη, ώσπου, καθώς φαίνεται, έφτασε σήμερα η στιγμή να γίνει το μεγάλο ποιοτικό πέρασμα από την οικονομική στην πολιτική ολοκλήρωση, ρητά και όχι σιωπηρά, με την ίδρυση ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους.


Β

Αφού η ιδέα της Ευρωπαϊκής ενότητας είναι τόσο παλιά, γεννάται το ερώτημα : γιατί δεν είχε γίνει πράξη εδώ και τόσους καιρούς, παρά μόνο από το 1950 περίπου και ύστερα, οπότε το όνειρο της πολιτικής ένωσης άρχισε βαθμιαία να πραγματοποιείται ;

1. Ένα στοιχείο απάντησης εμπεριέχει η παρατήρηση ότι μέχρι τότε είχε επιδιωχθεί ο σκοπός αυτός όχι με ειρηνικά, αλλά με στρατιωτικά μέσα. Είναι η πρώτη φορά που με τη θέληση των ηγεσιών των Ευρωπαϊκών κρατών ειρηνικά εκδηλωνόμενη και προβλέποντας διαδικασίες ενοποίησης όχι πολεμικές και κατακτητικές επιχειρείται αυτό το τιτάνιο έργο. Είναι κάτι το πολύ διδακτικό, επιτέλους, για τη δύναμη των ειρηνικών διαδικασιών.

2. Υπάρχουν όμως και άλλες συνθήκες πιο συγκεκριμένες και σχεδόν εξίσου σημαντικές που συνετέλεσαν στην επιτυχία, όπως φαίνεται, της ιστορικής αυτής προσπάθειας.
Ο A. Gauthier, στο βιβλίο του La construction européenne, éd. Bréal 2000, μας θυμίζει ότι οι πρώτες εκδηλώσεις και επιτεύξεις ευρωπαϊκής οργανωτικής συνεργασίας μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, δηλαδή ο OECE (Organisation Européenne de Coopération Economique), το ΝΑΤΟ και το Συμβούλιο της Ευρώπης, γεννήθηκαν για να αποτρέψουν την ενδεχόμενη ανατροπή του οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος των χωρών της δυτικής Ευρώπης και την εξάπλωση του κομμουνισμού είτε μέσω εσωτερικών εξελίξεων είτε με εισβολή της ΕΣΣΔ∙ δημιουργήθηκαν, με άλλα λόγια, μέσα στο διεθνές κλίμα ήδη του ψυχρού πολέμου. Οι φόβοι αυτοί των ηγετών της δυτικής Ευρώπης δεν είχαν εκλείψει, εννοείται, κατά τη θεμελίωση των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Εδώ βέβαια, θα ερωτηθεί γιατί η ενωμένη Ευρώπη δεν προέκυψε εξελικτικά και μεταρρυθμιστικά από τα τρία οργανωτικά σχήματα που προαναφέρθηκαν και που είχαν περιεχόμενο αντίστοιχα οικονομικό, στρατιωτικό, πολιτικό ;
Η απάντηση δεν θα ήταν η ίδια και για τα τρία αυτά διεθνή σώματα. Για τον OECE, που αργότερα ( 1960 – 1961 ) μετασχηματίστηκε σε OCDE (Organisation de Coopération et de Développement Economiques), η αιτία βρίσκεται στο ότι σκοπός δημιουργίας του ήταν κατ’ εξοχήν η κατανομή μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών των ποσών που διέθεταν οι Η.Π.Α. για την ανοικοδόμηση και ενίσχυσή τους με το σχέδιο Marshall – σύμφωνα άλλωστε και με την προϋπόθεση που έθετε για την παροχή της οικονομικής βοήθειας η αμερικανική κυβέρνηση ∙ και, κατά δεύτερο λόγο, στο ότι ο αριθμός των κρατών – μελών του OECE ήταν πολύ μεγαλύτερος από τα έξι αρχικώς κράτη που ήσαν διατεθειμένα να προωθήσουν την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Το ΝΑΤΟ, από την πλευρά του, δεν μπορούσε να εξελιχθεί σε αμυντικό και πολιτικό εαυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί, εκτός του ότι συμμετείχε και ο Καναδάς ( πέραν από πολλά ευρωπαϊκά κράτη ), η αναμφισβήτητη ηγετική δύναμη σ’ αυτό ήταν οι ΗΠΑ με τα πυρηνικά τους όπλα. Δεν πρέπει ωστόσο να διαφύγει από την προσοχή μας το ότι και οι δύο παραπάνω οργανισμοί – οικονομικός και στρατιωτικός – χρησίμευσαν επίσης ως δοκιμές για την απόκτηση εμπειρίας, ίσως και θεωρίας, από τους ηγετικούς κύκλους των ευρωπαϊκών χωρών, προκειμένου να επιτύχουν τη σωστή, την καλή φορά και οργάνωση.
Στην περίπτωση του Συμβουλίου της Ευρώπης, μερικοί ευδιάκριτοι λόγοι για τους οποίους αυτό δεν μετατράπηκε σε κατ’ ουσίαν Ευρωπαϊκή Ένωση, παρ’ όλο το λαϊκό έρεισμα και ώθηση που οδήγησαν στην ίδρυσή του, ίσως ήταν η υπερβολική γενικότητα των σκοπών και των μέσων που του ανατέθηκαν ( βλ. άρθρο 1 του καταστατικού του )1 και η έλλειψη επακριβούς και εμπεριστατωμένης σχέσεως πολιτικών επιδιώξεων και θεσμικών μέσων, μετεξελίξιμων σε ομοσπονδιακή διάρθρωση, παρ’ όλες τις σχετικές προτάσεις που έγιναν μέσα από τους κόλπους του. Το Συμβούλιο της Ευρώπης ήταν γέννημα πρωτοβουλιών ιδιωτικών∙ οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες προήλθαν από το άμεσο ενδιαφέρον των κρατών. Εκείνο που πρέπει επίσης να σημειωθεί – και ερχόμαστε έτσι στην τρίτη συνθήκη που συνετέλεσε στην επιτυχία της προσπάθειας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με την ίδρυση και ανάπτυξη των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – είναι ότι η επιδιωχθείσα ομοσπονδιακή Ευρώπη μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν στηρίχθηκε ως πολιτικό επιστέγασμα σε μια προηγούμενη ανάπτυξη των οικονομικών βάσεων της ενοποίησης είτε μέσα από την εφαρμογή και εξέλιξη του OECE είτε μέσα από τη θεσμοθέτηση μιας στήριξης της πολιτικής δομής στην οικονομική μέσα στα πλαίσια του καταστατικού και της λειτουργίας του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Κοινό, τέλος, γνώρισμα, κάπως τυπικοφανές είναι αλήθεια, και στους τρεις παραπάνω οργανισμούς, που εμπόδιζε τη μετατροπή τους σε ό,τι έγιναν στη συνέχεια οι τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και κυρίως η ΕΟΚ, είναι ότι, σ’ αυτούς, οι συμμετέχουσες χώρες φθάνουν εξ αρχής ένα μεγάλο αριθμό, προσανατολισμένες όλες σ’ έναν ιδιαίτερο στόχο, μη ενδιαφερόμενες για την αλλαγή της συγκεκριμένης δομής προς την κατεύθυνση της οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης.

3. …………………………………………………………………




* Το κείμενο αυτό γράφηκε περί τον Οκτώβριο του 2003. Επρόκειτο για μια πνευματική γυμναστική μετά από μακροχρόνια ακινησία. Είναι κι αυτό μια πλευρά του ενδιαφέροντός του και ένας από τους λόγους για τους οποίους έμεινε μισοτελειωμένο.
Ξεκίνησε από την πρόθεση μελέτης των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, κατά την οποία διαπιστώνεται η σημασία της οικονομίας ως του ευρύτερου τομέα όπου πρωτοκαταβλήθηκε η προσπάθεια ευρωπαϊκής ενοποίησης που οδήγησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθ’ οδόν όμως το κείμενο εξετράπη προς την αναζήτηση της εξήγησης των προγενέστερων αποτυχιών και της μετά τη Συνθήκη του Παρισιού (1951) μάλλον επιτυχούς πορείας προς την Ε.Ε.
Η νέα αυτή τροπή της « μελέτης » διαφάνηκε ότι προχωρώντας δανειζόταν ιδέες ή διαπίστωνε πραγματικότητες είτε δομομαρξιστικές είτε οικονομιστικές, κι αυτό – μαζί με τις αντιξοότητες του πρακτικού μας βίου εκείνης της εποχής – αποτέλεσε ίσως έναν άλλο λόγο για τον οποίο το κείμενο έμεινε ημιτελές…
Πάντως η πατρότητα τέτοιων ιδεών, σε σχέση με τη διαδικασία ενοποίησης της Ευρώπης μέσω ΕΚΑΧ, Ευρατόμ και ΕΟΚ, ανήκει στην εφημερίδα Le Monde, η οποία, σε άρθρο φύλλου της που πρέπει να τοποθετείται κάπου από τα μέσα του 1981 έως τα μέσα του 1982, σχολίαζε την πρωτοβουλία των ιδρυτών της ΕΟΚ και των δύο άλλων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και όσων πρωταγωνιστών τούς διαδέχθηκαν στη σύνταξη και εφαρμογή των Συνθηκών, ως μαρξιστικό πείραμα.
Αντίθετα ο Pascal Boniface, στο βιβλίο του Le Monde contemporain :grandes lignes de partage, PUF, 2001, σελ 99, χαρακτηρίζει την προσπάθεια της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως « ένα από τα ωραιότερα παραδείγματα επιτυχίας του πολιτικού βολονταρισμού ». Όμως, αν οριστεί με προσοχή η έννοια του βολονταρισμού ως η άποψη κατά την οποία ο παράγοντας που προσδιορίζει τη μορφή και τη μεταβολή μιας κοινωνίας είναι το ανθρώπινο υποκείμενο και η ελεύθερη δράση του προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, πρέπει να παραδεχθούμε ότι αυτή η δράση, για να επιτύχει τους στόχους της, είναι ανάγκη να ασκείται με γνώση και εκείνων των νόμων της πραγματικότητας που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη γνώση και τη δράση αυτή. Στην περίπτωση του σκοπού της πολιτικής ενότητας της Ευρώπης, αυτή δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, παρ’ όλη τη θέληση και την προσπάθεια των κοινωνικών υποκειμένων, δηλ. των πολιτικών ηγετών και στελεχών καθώς και των λαών, αν αυτά δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τους νόμους της κοινωνικής πραγματικότητας, προϋπάρχοντες της γνώσης και της δράσης αυτής και κατά τους οποίους – υποτίθεται ότι – η οικονομική δομή προσδιορίζει την πολιτική δομή∙ αν, επομένως, εγκαθιδρυθεί πρώτη εκείνη, αυτό θα διευκολύνει πολύ την επικράτηση της αντίστοιχης πολιτικής δομής. Όπως ακριβώς το εργαλείο κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται με τη θέληση του ανθρώπου επιτυχώς, μόνο αν κατασκευάζεται και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους νόμους της φύσης.
Είναι, τέλος, γνωστό από παλιά ότι το γράψιμο για ένα ζήτημα επιστημονικό ή φιλοσοφικό μπορεί να ακολουθεί είτε μια σειρά έκθεσης σύμφωνα με την εκ των υστέρων διατύπωση συγκροτημένης θεωρίας είτε μια σειρά έκθεσης επάνω στη ζέση της έρευνας. Ας μας επιτρέψει ο αναγνώστης τη δημοσίευση ενός κειμένου κατά τη δεύτερη αυτή σειρά έκθεσης.
Άλλωστε, κατά σύμπτωση, η γραφή του αμέσως προηγούμενου άρθρου (« Τι είναι κίνημα ; ») συμβαίνει να ταιριάζει λίγο με αυτή την κάπως ατημέλητη μορφή γραφής και του δικού μας κειμένου.

1 Charles ZORGBIBE, Histoire de la construction européenne, PUF, 1993, p.p. 20 - 21

Δεν υπάρχουν σχόλια: