Τρίτη 7 Αυγούστου 2007

Τ. 1 Νερό και κοινωνικές αξίες


Νερό και κοινωνικές αξίες

Γιώργος Γιατράς




Στις 22 Μαρτίου 2005 τα Ηνωμένα Έθνη εγκαινίασαν διεθνή δεκαετία δράσης με θέμα “Νερό για τη Ζωή” (2005-2015), με στόχο τη σχετική ενημέρωση του κοινού. Η ενέργεια αυτή των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι καθόλου τυχαία. Απεναντίας, αντανακλά το ολοένα και πιο έντονο ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για τα οξύτατα προβλήματα έλλειψης επαρκών υδατικών πόρων, τα οποία είτε αντιμετωπίζουν ήδη πολλές χώρες του πλανήτη, είτε προβλέπεται ότι θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον. Εκτιμάται γενικά ότι περίπου 1,5 δισεκατομμύριο άνθρωποι στον πλανήτη δεν έχουν πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό, και πως 2,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι στερούνται υποδομής για αποχέτευση, ενώ παράλληλα εκφράζονται φόβοι πως, το 2025, 3,5 δισ. άνθρωποι σε 52 χώρες της γης είτε θα ζουν σε καθεστώς λειψυδρίας είτε θα κινδυνεύουν άμεσα από αυτήν. Επίσης εκτιμάται ότι οι μολύνσεις λόγω της κακής ποιότητας του νερού είναι υπεύθυνες για το 80 - 85% των ασθενειών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Εύλογο λοιπόν το διεθνές ενδιαφέρον.

Από το 1977 όταν τα Ηνωμένα Έθνη οργάνωσαν στο Μαρ ντελ Πλάτα της Αργεντινής την πρώτη μεγάλη διεθνή διάσκεψη με θέμα το νερό, αναρίθμητες υπήρξαν οι αφιερωμένες στο νερό διασκέψεις, συνέδρια και φόρουμ, σε περιφερειακό, διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο, και οι οποίες συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό, ως αψευδής μάρτυρας της αυξανόμενης σημασίας που δίδει η διεθνής κοινότητα στο θέμα αυτό. Εκείνο που καθιστά τόσο κρίσιμης σημασίας τις αποφάσεις που καλούνται να λαμβάνουν οι πολιτικοί φορείς σχετικά με την παροχή και διαχείριση του νερού, είναι ότι στα σχετικά προβλήματα συμπυκνώνονται οι αγωνίες τόσο για τη διατήρηση της ευημερίας των κοινωνιών μας όσο και για τη διαφύλαξη και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Για τον λόγο αυτόν, οι αποφάσεις που αφορούν την κατασκευή μεγάλων φραγμάτων ή την εκτροπή ποταμών συγκεντρώνουν την προσοχή του κοινού και προκαλούν παθιασμένες συζητήσεις σχετικά με τα υπέρ και τα κατά του ενός ή του άλλου έργου.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω της ζωτικής σημασίας του νερού, η μέριμνα των ανθρώπινων κοινωνιών για την εξασφάλιση επαρκών υδατικών πόρων υπάρχει από τότε που άρχισαν αυτές να συγκροτούνται. Η ικανότητα του ανθρώπου να επηρεάζει την κατάσταση των υδατικών πόρων στο περιβάλλον και να προβαίνει στην ανακατανομή του νερού στο χρόνο και στον τόπο, είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τον πολιτισμένο άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα. Η ανθρωπότητα πραγματοποίησε ένα τεράστιο άλμα προόδου πριν από 6.000 χρόνια στη Μεσοποταμία, επιτυγχάνοντας την εκτροπή του νερού των ποταμών για την άρδευση της γεωργίας. Η προσφυγή στην τεχνολογία για την κάλυψη των αναγκών του ανθρώπου σε νερό υπήρξε λοιπόν φαινόμενο που συμβάδισε με την ανάπτυξη του πολιτισμού.

Τα μεγάλα τεχνολογικά έργα που παρατηρούνται στην εποχή μας, και για τα οποία συχνά εγείρονται φωνές διαμαρτυρίας από το οικολογικό κίνημα, δεν αποτελούν προϊόν αποκλειστικά και μόνο του δυτικού πολιτισμού και του δυτικού τεχνολογικού ορθολογισμού. Τα μεγάλα φράγματα και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, οι εκτροπές ποταμών, οι αποξηράνσεις λιμνών, η δημιουργία τεχνητών λιμνών, η κατασκευή διωρύγων για τη ναυσιπλοΐα, τα έργα άντλησης νερού (μεταξύ άλλων και από τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται σε μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους) και τα έργα μεταφοράς του σε μεγάλες αποστάσεις για την ύδρευση πόλεων με πολλά εκατομμύρια κατοίκους, όλα λοιπόν αυτά τα έργα δεν αποτελούν παρά την προέκταση στην εποχή μας, με τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα, μιας στάσης του ανθρώπου εξίσου παλαιάς με την ύπαρξη του πολιτισμού. Τα πρώτα μεγάλα αρδευτικά έργα είχαν ήδη πραγματοποιηθεί στην αρχαιότητα, τόσο στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία όσο και στην Κίνα. Η πρώτη αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας δεν έγινε τον εικοστό αιώνα αλλά στην αρχαιότητα το 1.300 π.Χ. περίπου. Και η δημιουργία διωρύγων για τη ναυσιπλοΐα ή και για την άρδευση, είναι επίσης φαινόμενο αρκετά παλιό, αφού στην Κίνα γύρω στα 700 μ.Χ. κατασκευάστηκε η Μεγάλη Διώρυγα μήκους 1.100 χιλιομέτρων για να εξυπηρετεί τόσο την άρδευση όσο και τη ναυσιπλοΐα.


Η σημερινή κατάσταση

Εκείνο που διαφοροποιεί την εποχή μας από παλαιότερες εποχές, είναι η αλλαγή στην κλίμακα μεγέθους των τεχνολογικών έργων που πραγματοποιούνται. Αλλαγή που οφείλεται στη γενικότερη τεχνολογική εξέλιξη και τη συνακόλουθη γιγάντωση των πληθυσμιακών συγκεντρώσεων, καθώς και στον πολλαπλασιασμό των ανθρώπινων αναγκών με συνέπεια την αλματώδη αύξηση της κατανάλωσης ύδατος, αύξηση κατά πολύ μεγαλύτερη από την αύξηση του πληθυσμού.

Όπως παρατηρεί η εμπειρογνώμων σε θέματα υδατικών πόρων Σάντρα Πόστελ στο βιβλίο της “Η τελευταία όαση” (1) σχετικά με τα προβλήματα ύδατος στον πλανήτη, ένα νοικοκυριό που ζει στην πόλη Φοίνιξ στην Αριζόνα των Δυτικών Ηνωμένων Πολιτειών ξοδεύει 3.000 λίτρα νερού καθημερινά, ποσότητα αρκετή για να γεμίσει 20 φορές τη μπανιέρα του, ενώ ένα νοικοκυριό που ζει στην πόλη Λόντγουορ στην Κένυα της Ανατολικής Αφρικής ξοδεύει το πολύ το 5% της ποσότητας αυτής, δηλαδή μόνον όσο είναι απαραίτητο για την ικανοποίηση και των στοιχειωδέστερων αναγκών του, και τούτο παρά το γεγονός ότι το ισχνό ύψος των βροχοπτώσεων στις δύο περιοχές είναι περίπου το ίδιο, δηλαδή 16-18 εκατοστά ετησίως. Και στα δύο μέρη, το μέγεθος του πληθυσμού έχει υπερβεί τις δυνατότητες των τοπικών υδάτινων αποθεμάτων να συντηρήσουν ένα ανεκτό επίπεδο ζωής. Ενώ όμως στο Λόντγουορ οι κάτοικοι βιώνουν τη λειψυδρία στην πιο ωμή της μορφή, συνδυασμένη με μόχθο και ανασφάλεια στην καθημερινή τους ζωή, στο Φοίνιξ της Αριζόνα η λειψυδρία αντιμετωπίζεται με φράγματα, εκτροπές ποταμών και άντληση νερού από κοντά και μακριά, έτσι ώστε η πόλη όχι μόνο να γίνεται βιώσιμη αλλά και να διαθέτει άφθονο νερό. Το αποτέλεσμα είναι να έχει δημιουργηθεί στο άνυδρο Φοίνιξ μια ψευδαίσθηση αφθονίας. Και το Φοίνιξ δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση, καθώς σε πολλές μεσοδυτικές και δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ το πρόβλημα της λειψυδρίας είναι απόλυτα υπαρκτό και απλώς συγκαλύπτεται με μια σειρά μεγάλων τεχνικών έργων όπως φράγματα, εκτροπές ποταμών, άντληση και μεταφορά νερού από πολύ μεγάλες αποστάσεις.

Θεμιτή βεβαίως και απόλυτα λογική η αξιοποίηση της τεχνολογίας για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Κατά μία έννοια άλλωστε, η απόκρυψη της λειψυδρίας αποτελεί τον βασικό στόχο της υδατικής αναπτυξιακής πολιτικής. Το πρόβλημα όμως δημιουργείται από τη στιγμή που τούτο οδηγεί στην ψευδαίσθηση της αφθονίας, στην αλόγιστη υπερκατανάλωση νερού, στην πτώση της στάθμης λιμνών, στην εξάντληση των υπόγειων υδατικών αποθεμάτων και σε καταστροφικές συνέπειες για το περιβάλλον και για τις επόμενες γενεές.

Σπάταλη χρήση του νερού από τη μία πλευρά, έλλειψη νερού για την ικανοποίηση και των στοιχειωδέστερων αναγκών από την άλλη. Αυτή λοιπόν είναι η διπλή εικόνα που παρουσιάζει συχνά η ανθρωπότητα σε μια εποχή αλματώδους τεχνολογικής εξέλιξης. Και αυτές οι τεράστιες διαφορές στην ικανοποίηση της βασικότερης ανθρώπινης ανάγκης, απειλούν συχνά να πυροδοτήσουν εκρηκτικές κοινωνικές συγκρούσεις στο εσωτερικό πολλών χωρών, καθώς και επικίνδυνες γεωπολιτικές εντάσεις που φθάνουν μέχρι τον κίνδυνο πολέμου μεταξύ κρατών, όπως συμβαίνει στην απειλούμενη από λειψυδρία περιοχή της Μέσης Ανατολής.


Τα κοινωνικά διακυβεύματα

Στον κοινωνικό τομέα, αποτελούν αντικείμενο έντονων συζητήσεων, αντικρουόμενων απόψεων και ιδεολογικών συγκρούσεων αρκετά θέματα που αφορούν τον καταλληλότερο τρόπο διαχείρισής του νερού. Ας προσπαθήσουμε πρώτα να εξετάσουμε κάθε σημείο ξεχωριστά.

Ένα πρώτο μεγάλο θέμα που αποτελεί αντικείμενο έντονων συζητήσεων είναι το κατά πόσο η διαχείριση της παροχής νερού θα πρέπει να ανατίθεται στον δημόσιο τομέα ή απεναντίας κατά πόσο θα πρέπει να περιέλθει στον ιδιωτικό τομέα. Προς το παρόν η παροχή ύδατος από τον ιδιωτικό τομέα αφορά μόνο το 5% του πληθυσμού του πλανήτη.

Ο Riccardo Petrella, υπέρμαχος του χαρακτηρισμού του νερού ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος και της διατήρησης του δημόσιου χαρακτήρα των υπηρεσιών ύδρευσης, στο βιβλίο του “Le Manifeste de l’ eau” [Το μανιφέστο για το νερό] (2), αφού επισημαίνει ότι η ανεπαρκής ποιότητα ή ποσότητα του παρεχόμενου ύδατος αποτελεί την αιτία για το 85% των ασθενειών που μαστίζουν τις αναπτυσσόμενες χώρες και ότι η υγειονομική προστασία του πληθυσμού αποτελεί θεμελιώδες καθήκον που πρέπει να παρέχεται από μια ανθρώπινη κοινότητα σε συλλογικό επίπεδο, παρατηρεί ότι ο σχεδιασμός, η υλοποίηση και η συντήρηση των υποδομών και των δικτύων παροχής ύδατος και αποχέτευσης στην ύπαιθρο και τις πόλεις αντιπροσωπεύουν ένα κόστος που αφορά το σύνολο της κοινωνίας και το οποίο ο ιδιωτικός τομέας και η αγορά δεν είναι σε θέση να επωμισθούν με επιτυχία. Η ανάληψη συνεπώς της ευθύνης για την ασφαλή πρόσβαση σε πόσιμο νερό κατά τρόπο που να εγγυάται τη διατήρηση της δημόσιας υγείας, δεν μπορεί παρά να είναι συλλογική. Για αυτόν τον λόγο, το έργο αυτό πρέπει να ανατίθεται στον δημόσιο τομέα και όχι στον ιδιωτικό.

Οι υποστηρικτές όμως ενός ενεργότερου ρόλου του ιδιωτικού τομέα, στα πλαίσια και της γενικής τάσης που παρατηρείται στην εποχή μας να θεωρείται ο ιδιωτικός τομέας αποτελεσματικότερος από τον δημόσιο, προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι ιδιωτικές εταιρείες με την καλύτερη τεχνογνωσία που διαθέτουν μπορούν να επιτυγχάνουν τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση του κόστους για τις υπηρεσίες που παρέχουν στους καταναλωτές και γενικότερα τη βελτιστοποίηση της διαχείρισης των δικτύων διανομής ύδατος.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιχειρηματολογία υπέρ ενός ενεργότερου ρόλου του ιδιωτικού τομέα δεν θα πρέπει αναγκαστικά να ταυτίζεται με τη νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων. Υπάρχει βεβαίως ως μορφή πλήρους ιδιωτικοποίησης η ουσιαστική εκχώρηση στον ιδιωτικό τομέα της διαχείρισης, της διανομής και της ιδιοκτησίας των δικτύων ύδρευσης. Με τη μέθοδο αυτή η οποία εφαρμόστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταβιβάζεται στους ιδιωτικούς φορείς η κυριότητα του συνόλου των υποδομών και ο έλεγχος του ύδατος. Ωστόσο η μορφή αυτή πλήρους ιδιωτικοποίησης έχει εφαρμοστεί μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Χιλή, και το μοντέλο αυτό δεν ακολουθήθηκε σε άλλες χώρες.

Υπάρχουν όμως και μορφές πιο περιορισμένου ρόλου του ιδιωτικού τομέα ή συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, όπως είναι η περίπτωση της Γαλλίας. Στις περιπτώσεις αυτές οι εθνικές ή τοπικές αρχές αναθέτουν για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο μπορεί να ποικίλλει, τη διαχείριση του ύδατος σε ιδιωτικούς φορείς. Οι ιδιωτικές αυτές επιχειρήσεις, χωρίς να έχουν την κυριότητα των δικτύων διανομής ύδατος, είναι ωστόσο υπεύθυνες για τη συντήρηση των δικτύων και τη διανομή του ύδατος. Σε αντιστάθμισμα δε τούτου, οι επιχειρήσεις αυτές εισπράττουν τα τιμολόγια, καθορίζουν τις τιμές και ενδεχομένως αποκομίζουν ένα κέρδος. Το μοντέλο αυτό συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα υπάρχει επίσης στη Νέα Ζηλανδία, τη Τζαμάικα, και τη Σενεγάλη και τείνει σήμερα να γενικευθεί στην Ασία και τη Λατινική Αμερική.

Ένα άλλο μοντέλο περιορισμένης συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα προβλέπει την εκχώρηση σε ιδιωτική εταιρεία της διαχείρισης του δικτύου ύδρευσης και της διανομής του ύδατος. Η εταιρεία αυτή αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης απευθείας από τις δημόσιες αρχές, οι οποίες όμως διατηρούν την ευθύνη για τον καθορισμό των τιμών. Το σύστημα αυτό ισχύει στο Μεξικό και στο Γκντάνσκ της Πολωνίας.

Είναι γεγονός ότι το γενικότερο πολιτικό και οικονομικό κλίμα ευνοεί την αύξηση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα. Το τρίτο Παγκόσμιο Φόρουμ για το Νερό που έγινε στο Κυότο το 2003 κατέληξε με την αναγνώριση της ανάγκης για προσφυγή σε συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Είναι επίσης γεγονός ότι η διαχείριση των υδατικών πόρων από τον δημόσιο τομέα δεν αποτελεί αναγκαστικά εγγύηση επιτυχίας. Απόδειξη τούτου άλλωστε αποτελεί η παταγώδης αποτυχία της κρατικής διαχείρισης των υδατικών πόρων την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και η δραματική συρρίκνωση της λίμνης Αράλης εξ αιτίας της αλόγιστης και αντιορθολογικής χρήσης των υδάτων της για αρδευτικούς σκοπούς (*). Ούτε άλλωστε η δημόσια διαχείριση αποτελεί απαραιτήτως εγγύηση για μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Καμπότζης όπου η διεύθυνση υδάτων της Πνομ Πενχ ναι μεν επέτυχε να εκσυγχρονίσει το δίκτυο ύδρευσης της πόλης, αλλά με τεράστια αύξηση των τιμολογίων της και χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για τα φτωχότερα νοικοκυριά.

Ωστόσο η μέχρι τώρα πείρα από αυτές τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα όσο θέλουν να τα εμφανίζουν οι υποστηρικτές τους. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει ο Frédéric Lasserre, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Laval του Κεμπέκ στον Καναδά και ειδικός σε γεωπολιτικά θέματα που αφορούν το νερό, στο βιβλίο του “L’Eau, enjeu mondial” [Το νερό ως παγκόσμιο διακύβευμα] (3), έχει συχνά διαπιστωθεί ότι κατά την εφαρμογή πολλών συμβάσεων παραχώρησης σε ιδιωτικές εταιρείες της διαχείρισης δικτύων διανομής ύδατος, οι εν λόγω εταιρείες δεν έχουν τηρήσει τις δεσμεύσεις τους ως προς τη μείωση της τιμής του νερού ή τη βελτίωση της ποιότητάς του. Πολύ συχνά, το μόνο μέσο των ιδιωτικών εταιρειών για να επιτύχουν τον “εξορθολογισμό του κόστους” (δηλαδή τη μείωση του κόστους) καταλήγει να είναι η προσφυγή τους σε απολύσεις για μεγάλο μέρος του εξειδικευμένου προσωπικού, με αποτέλεσμα να σημειώνονται πολλές δυσλειτουργίες στην εκμετάλλευση των δικτύων. Έχουν επίσης διαπιστωθεί πολλές περιπτώσεις αισθητής επιδείνωσης της ποιότητας του νερού και θεαματικής ανόδου των τιμολογίων νερού με ιδιαίτερα θιγόμενες τις υποβαθμισμένες συνοικίες. Επίσης, οι ιδιωτικοί φορείς τείνουν να είναι διστακτικοί ως προς την τήρηση των υποχρεώσεών τους για την ανάπτυξη και τη συντήρηση των δικτύων.

Οι λόγοι για αυτά τα προβλήματα συνδέονται με το γεγονός ότι η διαχείριση του νερού τείνει φυσιολογικά να γίνεται σε συνθήκες μονοπωλίου. Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος την εγκατάσταση σε μια πόλη πολλών ανταγωνιστικών δικτύων παροχής ύδατος και συγκέντρωσης των λυμάτων. Επομένως, μια ιδιωτική εταιρεία που αναλαμβάνει την παροχή νερού σε μια περιοχή θα βρεθεί να έχει μονοπωλιακή θέση. Ως εκ τούτου θα είναι φυσιολογικό να επιδιώξει τη μεγιστοποίηση των κερδών της, είτε μειώνοντας το κόστος της με την απόλυση μέρους του προσωπικού είτε αυξάνοντας τα έσοδά της μέσω αυξήσεων στα τιμολόγιά της. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα την οποία αναμένεται ότι θα επιδείξει μια ιδιωτική επιχείρηση δεν θα υπάρχει εάν δεν υπάρχει ανταγωνισμός ώστε να την ωθήσει προς αυτήν την αποτελεσματικότητα.

Βεβαίως πολλοί υποστηρικτές των ιδιωτικοποιήσεων τείνουν να θεωρούν ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι η διαχείριση από τον ιδιωτικό τομέα προσφέρει αποτελεσματικότητα, αύξηση της παραγωγής και οφέλη για το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων. Όπως όμως παρατηρεί σχετικά ο Frédéric Lasserre, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι χωρίς το αντίβαρο του ανταγωνισμού και της κηδεμονίας του δημόσιου τομέα, ο οποίος σε τελευταία ανάλυση είναι ο μόνος εγγυητής της γενικής ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, η ιδέα αυτή για τη δυνατότητα ενός καλύτερου κόσμου απλώς και μόνον χάρις στον ιδιωτικό τομέα είναι τόσο χιμαιρική όσο και η κομμουνιστική ουτοπία. Πέρα λοιπόν από δογματικές συνταγές με μονοδιάστατη θεώρηση των πραγμάτων, είναι απαραίτητο για τις δημόσιες αρχές ακόμη και όταν συνάπτουν συμβάσεις με ιδιωτικούς φορείς να παραμένουν πάντοτε σε εγρήγορση. Για τον λόγο αυτό οι δημόσιες αρχές πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία πολιτική ισχύ και να διατηρούν την κατάλληλη τεχνογνωσία ούτως ώστε να μπορούν να διασφαλίζουν τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου καθώς και την τήρηση των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί από τους ιδιωτικούς φορείς.

Ένα δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά το πώς πρέπει να πληρώνονται οι υπηρεσίες παροχής ύδατος. Πρέπει άραγε η τιμή του νερού να αντανακλά το πραγματικό κόστος του ή μήπως είναι προτιμότερο να επιδοτείται από τον δημόσιο τομέα;

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τομέας του νερού παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα: εν αντιθέσει προς άλλα σημαντικά αγαθά όπως το πετρέλαιο, το κάρβουνο, το σιτάρι ή το ρύζι, για το νερό δεν υπάρχουν υποκατάστατα, εξ ου και η μοναδικότητά του και ο χαρακτήρας του ως αναντικατάστατου. Ως εκ τούτου, η παροχή πόσιμου νερού δεν μπορεί να υποτάσσεται στη λογική της αγοράς. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η οδηγία 2000/60/ΕΚ, η οποία θέτει το γενικό πλαίσιο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του ύδατος, αρχίζει το αιτιολογικό της αναγνωρίζοντας ότι “το ύδωρ δεν είναι εμπορικό προϊόν όπως όλα τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονομιά που πρέπει να προστατεύεται και να τυγχάνει της κατάλληλης μεταχείρισης” (4).

Το πρόβλημα όμως είναι ότι το νερό δεν καλύπτει μόνο βασικές ανθρώπινες ανάγκες (πόσιμο νερό, νερό για το μαγείρεμα και την ατομική καθαριότητα, για τη γεωργία και τη βιομηχανική παραγωγή) αλλά ταυτόχρονα και δευτερεύουσες ή (ενδεχομένως) τριτεύουσες ανάγκες (π.χ. νερό για πλύσιμο των αυτοκινήτων, για ιδιωτικές πισίνες, ή για πότισμα του γκαζόν σε γήπεδα του γκολφ ή σε ιδιωτικούς κήπους). Αλλά ακόμη και στη χρήση νερού για βασικές ανθρώπινες ανάγκες, υπάρχουν πολλά περιθώρια για εξορθολογισμό της κατανάλωσης και περιορισμό της σπατάλης. Όμως, η διεθνής πείρα έχει αποδείξει ότι ακόμη και όταν το νερό σπανίζει οι εκστρατείες ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης του κοινού για λελογισμένη κατανάλωσή του δεν αποδίδουν αν δεν συνοδεύονται και από την λήψη μέτρων που να υποχρεώνουν το κοινό να αντιληφθεί την πραγματική αξία του. Και το αποτελεσματικότερο μέσο προς τούτο συνίσταται στο να καταβάλλουν οι καταναλωτές το απαραίτητο χρηματικό τίμημα για τις υπηρεσίες ύδατος που τους παρέχονται.

Το χρηματικό αυτό τίμημα μπορεί να επιβάλλεται στους καταναλωτές με τη μείωση της επιδότησης της τιμής του νερού ή με την αύξηση της τιμής του. Το μέσο όμως αυτό οικονομικής πολιτικής πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη προσοχή. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι προκαλεί έντονες διαμάχες και ότι συχνά τείνει να συγχέεται με την ιδιωτικοποίηση. Πρέπει λοιπόν το μέσο αυτό αφενός μεν να είναι αποτελεσματικό στην εφαρμογή του, αφετέρου δε να μην οδηγεί σε δυσβάστακτη και κοινωνικά άδικη επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων.

Για τους λόγους αυτούς, πολλοί προτείνουν να θεσπισθεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα παροχής 50 λίτρων νερού σε κάθε άτομο την ημέρα (5 λίτρα για πόσιμο νερό, 20 λίτρα για το νοικοκυριό, 15 λίτρα για την ατομική καθαριότητα και 10 λίτρα για την κουζίνα). Η ελάχιστη αυτή ποσότητα θα πρέπει να παρέχεται σε κάθε άτομο δωρεάν. Πέρα από αυτό το ζωτικό ελάχιστο όριο, κάθε επιπλέον κατανάλωση θα μπορεί να τιμολογείται αναλόγως (κλιμακωτό τιμολόγιο), η δε τιμολόγηση του νερού θα πρέπει να είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να αποθαρρύνεται η σπάταλη χρήση του.


Νερό και αειφόρος ανάπτυξη

Ο ρόλος του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ο τρόπος τιμολόγησης του νερού και ο χαρακτήρας του ως οικονομικού αγαθού ή ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος είναι λοιπόν προβλήματα καίριας σημασίας, τα οποία όμως συνδέονται με την ανθρωποκεντρική διάσταση του θέματος. Υπάρχει όμως και άλλη διάσταση, η οποία αφορά τον ρόλο του νερού ως κρίσιμου παράγοντα ζωής για όλα τα φυτικά και ζωικά είδη: περισσότερο νερό για τις ανθρώπινες ανάγκες σημαίνει λιγότερο νερό για τη συντήρηση των οικοσυστημάτων.

Έπειτα από την έκταση που έχουν λάβει στην εποχή μας τα οικολογικά προβλήματα και την ανάπτυξη του περιβαλλοντολογικού κινήματος, το πρόβλημα της διαχείρισης των υδατικών πόρων έχει τεθεί πλέον σε νέα βάση. Βεβαίως, εξακολουθεί να επιδιώκεται ως στόχος η βελτιστοποίηση της προσφοράς ύδατος για τις ανθρώπινες ανάγκες. Παράλληλα όμως προβάλλει πλέον ολοένα και επιτακτικότερη η ανάγκη ώστε κατά τη χρήση των υδατικών πόρων, τη διάθεση των λυμάτων ή τον έλεγχο του κινδύνου πλημμυρών, η διαχείριση των υδατικών πόρων να γίνεται κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται οι παρεμβάσεις του ανθρώπου στη φύση και να μεγιστοποιούνται τα οφέλη από τη φύση. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται χρήση του νερού κατά τρόπο ώστε να να προστατεύονται, ακόμη δε και να ενισχύονται οι υδατικοί πόροι που χρειάζονται για τα άγρια ζώα και φυτά και για το φυσικό περιβάλλον.

Το νερό λοιπόν αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ως κεντρικό στοιχείο κάθε πολιτικής η οποία, εκτός από την αύξηση της παραγωγής τροφίμων και την ικανοποίηση ολοένα και περισσότερων ανθρώπινων αναγκών, θα στοχεύει επίσης στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και στην προστασία της δημόσιας υγείας, ενώ παράλληλα θα μεριμνά για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων. Μιας πολιτικής με σκοπό την αειφόρο ή βιώσιμη ανάπτυξη, δηλαδή την ανάπτυξη η οποία θα διαφυλάττει την κοινωνική συνοχή ενώ παράλληλα θα διασφαλίζει την ευημερία των μελλοντικών γενεών και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Από τη συνοπτική αυτή εξέταση μερικών από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα που συνδέονται με τον ρόλο του νερού στη ζωή μας, βλέπουμε ότι πρόκειται για θέματα στα οποία ούτε οι αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται αποκλειστικά και μόνον από έναν στενό κύκλο τεχνοκρατών, μηχανικών και υδρολόγων, αλλά ούτε και οι επιλογές μπορούν να γίνονται μόνο με κριτήρια οικονομικής αποδοτικότητας και τεχνικής αποτελεσματικότητας. Πρόκειται απεναντίας για θέματα τα οποία συνδέονται με βασικά στοιχεία του συστήματος αξιών μιας κοινωνίας όπως είναι τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα καθώς και η σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Και για τον λόγο αυτό μας αφορούν όλους.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Σάντρα Πόστελ (Sandra Postel), “H Τελευταία Όαση” (Last Oasis), Εκδόσεις “Νέα Σύνορα”, Αθήνα 1993.
2) Riccardo Petrella, “Le Manifeste de l’ eau”, Editions Labor, Bruxelles 1998.
3) Frédéric Lasserre, “L’Eau, enjeu mondial”, Le Serpent à Plumes, Paris 2003.
4) Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, Επίσημη Εφημερίδα, L 327, 22.12.2000, σ. 1.
5) J. A. A. JONES, “Global Hydrology”, Longman 1997.
6) Marq de Villiers, “L’ eau”, Editions Solin/Actes Sud/Leméac, 2000.
7) Alternatives Internationales (mensuel), “La guerre de l ‘eau aura-t-elle lieu?” (φάκελος, σελ. 26-41), février 2005.
(*) Για τη δραματική συρρίκνωση της λίμνης Αράλης επί εποχής της Σοβιετικής Ένωσης, βλ. Marq de Villiers, “L’ eau” (σελ. 146-158) και J. A. A. JONES, “Global Hydrology” (σελ. 217-219).

Δεν υπάρχουν σχόλια: