Τετάρτη 11 Ιουλίου 2007

Τεύχος 1 Επιστήμες του ανθρώπου και φιλοσοφία


Επιστήμες του ανθρώπου και φιλοσοφία

Νίκος Μακρής




I

Είναι γνωστό πως ο όρος επιστήμες του ανθρώπου είναι σχετικά πρόσφατος και πως επεκράτησε του παλαιότερου επιστήμες του πνεύματος ο οποίος σήμαινε το αυτό πράγμα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η στροφή πολλών θεωρητικών επιστημόνων στις επιστήμες του ανθρώπου επιταχύνθηκε μετά κυρίως το υποτιθέμενο τέλος της Μεταφυσικής και εδώ το παράδειγμα του Dilthey1 είναι ενδεικτικό. Φυσικά, οι επιστήμες του πνεύματος ή επιστήμες του ανθρώπου δεν αρχίζουν το δέκατο ένατο αιώνα, αλλά γνωρίζουμε πως κατά την ακμή του επιστημονισμού επικρατούσε διάχυτη η άποψη πως μόνο επιστημονικά είναι δυνατό να προσεγγισθεί το φαινόμενο άνθρωπος και μάλιστα μακριά από κάθε μεταφυσική τοποθέτηση.
Τα μεγάλα όμως προβλήματα ανακύπτουν απ’ τη στιγμή που δημιουργείται η εντύπωση πως ο άνθρωπος και τα έργα του είναι δυνατό να προσεγγισθούν με τον τρόπο των θετικών επιστημών. Μπορούμε αλήθεια να εξετάσουμε τη γλώσσα, τη θρησκειολογία, τη μυθολογία, την ψυχολογία την ιστορία, την πολιτική οικονομία, την κοινωνική ανθρωπολογία κ.ο.κ. με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα φυσικά φαινόμενα; Ήδη πολλοί ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι αποδύθηκαν σ’ αυτήν την προσπάθεια όντας βέβαιοι πως παρήγαν ακραιφνώς επιστημονικό έργο.
Απαιτήθηκε ωρίμανση του επιστημονικού πνεύματος για να κατανοηθεί πως δεν είναι ποτέ δυνατό να αντιμετωπισθεί ο άνθρωπος ως δημιουργός των έργων του πνεύματος κατά τον τρόπο των φυσικών αντικειμένων, δεδομένου ότι και οι καθαρότερες επιστήμες, όπως οι φυσικές επιστήμες, περιγράφουν πάντα φαινόμενα για τη μόνιμη ισχύ των οποίων δεν είναι ποτέ βέβαιες. Απαιτήθηκε επίσης χρόνος ώστε να γίνει κατανοητό πως οι επιστημονικές καταγραφές δηλώνονται μαθηματικά και πως επομένως ό,τι γνωρίζουμε παράγεται απ’ τη διάνοια και δεν αποτελεί υποβολή της εξωτερικότητας στον κόσμο μας. Ο αφελής ρεαλισμός είναι οπωσδήποτε ξεπερασμένος και μάλιστα εις όφελος της πλατωνικής θεώρησης.
Επιπλέον, εγείρεται ένα θέμα αποφασιστικής σπουδαιότητας: Είναι οι επιστήμες του ανθρώπου καθαρές επιστήμες; Είναι γνωστή η άποψη του Foucault2 κατά την οποία αυτές οι επιστήμες δεν είναι παρά ψευδοεπιστήμες, αφού ο άνθρωπος που είναι το υποκείμενο παραγωγής ιδεών και αξιών δεν είναι δυνατό να γίνει και ταυτόχρονο υποκείμενο σπουδής τους. Ωστόσο, αυτή η αφοριστική και αρκετά εξαπλουστευτική θέση η οποία «μυρίζει» επιστημονισμό, αγνοεί ή θέλει να αγνοεί ότι και οι καθαρές επιστήμες δε μας προσεγγίζουν ποτέ σε ένα ολοκάθαρο και μαγικό καθρέπτη ο οποίος θα μας αποκάλυπτε μια για πάντα τα μυστήρια του σύμπαντος. Είναι πάντα προσωρινές καταγραφές-περιγραφές, ενόψει πάντα νέας και αναθεωρημένης προσέγγισής τους. Αγνοεί επίσης και κάτι άλλο προς το οποίο συγκλίνουν όχι κάποιοι θαυμαστοί λογικομαθηματικοί (αλήθεια, γιατί η όλο και πιο συχνή προσφυγή στο περίφημο θεώρημα του Gödel περί μη αποκρισιμότητας των λογικών συστημάτων;) και αστροφυσικοί: Κάθε επιστημονική καταγραφή δεν είναι δυνατό να βεβαιώνει ούτε την αλήθειά της, ούτε το ψεύδος της. Είναι ανεπαρκής απ’ την ίδια της τη φύση και αυτό σημαίνει πως ποτέ δε θα έχουμε οριστικές και τελικές απαντήσεις, έστω κι αν τα αξιώματα λειτουργούν με συνέπεια. Θα είναι ανεπαρκή για να θεμελιώσουν ή να εξηγήσουν τα ίδια τους τα λεγόμενα. Αυτό βέβαια επάγει επαναστατικές θεωρήσεις οι οποίες όμως ήταν τόσο γνωστές και πριν διατυπωθούν, αρκεί να ήμασταν οικείοι με τους Πλάτωνα και Αριστοτέλη.
Είναι όμως οι επιστήμες του ανθρώπου ισοδύναμες με τις θετικές επιστήμες; Υπάρχει και η άλλη απάντηση η οποία βρίσκεται βέβαια στην άλλη άκρη: Οι επιστήμες του ανθρώπου οι οποίες αναζητούν τον άνθρωπο διαμέσου των έργων του είναι πολυτιμότερες και προσεγγίζουν την ανθρώπινη αλήθεια ουσιαστικότερα, γιατί αναστρέφονται με την ίδια την ανθρώπινη φύση η οποία δε γίνεται ποτέ αντικείμενο. Άρα, ο άνθρωπος αναστρέφεται ευκολότερα, αποτελεσματικότερα και εγκυρότερα με τον ίδιο του τον εαυτό, παρά με τα φυσικά φαινόμενα. Το ανθρώπινο πνεύμα είναι ολότητα, διαπίστωνε ο κατά τα άλλα θετικιστής και σκεπτικιστής Dilthey, προσυπογράφοντας μάλιστα αρκετές θέσεις των Comte και Mill, παρά τις σαφείς του αποστάσεις ως προς τον ακραιφνή θετικισμό του πρώτου και τον ωφελιμισμό του δεύτερου.


ΙΙ

΄Ο,τι προηγείται, μας εισάγει κατευθείαν στο θέμα μας, γιατί ήδη διαπιστώνουμε πως το πρόβλημα των σχέσεων των επιστημών του ανθρώπου με τη φιλοσοφία είναι διαχρονικό και απ’ τη φύση του ανοιχτό.
Οφείλουμε να αναγνωρίζουμε πως οι επιστήμες του ανθρώπου είναι παλαιότερες απ’ τη φιλοσοφία και αυτό το διαπιστώνουμε και με την πιο επιπόλαιη ματιά στην ίδια την ιστορία του ανθρώπου. Δεν αρκεί όμως να λέμε πως οι επιστήμες του ανθρώπου είναι παλαιότερες απ’ τη φιλοσοφία. Συνιστούν τη μήτρα απ’ την οποία αναδύθηκε ο φιλοσοφικός λόγος. Δε νομίζω πως είναι δυνατό να αμφισβητήσουμε αυτή τη διαπίστωση, γιατί γνωρίζουμε χωρίς καμιά επιφύλαξη πως απ’ τον κόσμο του μύθου και της θρησκευτικής μυστικής άνθισε η φιλοσοφία, όποια κι αν υπήρξε η μετέπειτα τροπή της. Ακόμη, και πριν απ’ το μύθο, στην αχλύ του ανθρωπίνου φαινομένου, πριν κι απ’ τη γλώσσα, η πρωτοανθρώπινη κατάθεση είναι ικανή να μας βεβαιώσει πως η φύση του ανθρώπου ξεφεύγει από οποιοδήποτε ορισμό-περιορισμό, πως δεν εγκλωβίζεται σε κανένα σχήμα, πως αναδύεται χωρίς αφετηριακή χρονολογία.
Ήδη με τη γλώσσα, με το νατουραλισμό, με τον παμψυχισμό, με το φετιχισμό, κ.ο.κ. άγεται στη μυθική έκφραση και στη στοιχειώδη κοινωνικοπολιτική οργάνωση, ήδη δηλαδή έχει καταγράψει ερήμην της ένα οδοιπορικό το οποίο σφραγίζεται με τις απαρχές των επιστημών του ανθρώπου. Το φαινόμενο άνθρωπος έχει τροχιοδρομηθεί ιστορικά και προσλαμβάνει σάρκα και οστά. Θα ήταν αφέλεια να πιστεύουμε πως ανθρώπινη δημιουργία είναι δυνατό να προσεγγισθεί ακριβώς με την αυστηρή επιστημονική μέθοδο και να μας δώσει σταθερά συμπεράσματα ως προς κάθε επιστήμη του ανθρώπου, δεδομένου ότι ούτε στο πεδίο της καθαρής επιστήμης υπάρχει κάποια παρόμοια δυνατότητα.
Αναδύεται όμως κάτι το πολύ διαφωτιστικό. Όπως η φιλοσοφία γεννήθηκε απ’ τη δημιουργική τριβή των επιστημών του ανθρώπου και κυρίως της μυθολογίας, κατά αμετάθετο τρόπο, η πραγματική επιστήμη είναι δημιούργημα αυτής της προβληματικής. Δεν είναι τυχαίο το ότι στην αρχαία Ελλάδα αναδύθηκαν η φιλοσοφία και η επιστήμη, ενώ σε πολύ παλαιότερους πολιτισμούς έχουμε θαυμαστά έργα τέχνης και αξεπέραστες επιτεύξεις του μυθικού πνεύματος που δεν οδήγησαν το πνεύμα στη φιλοσοφία και στην επιστήμη.
Ιδού: Κόρη των επιστημών του ανθρώπου η φιλοσοφία, είναι ικανή να εκτιμήσει τη φύση τους με πραγματικά ουσιώδη τρόπο και μάλιστα μακριά από κάθε προκατάληψη. Ναι, η φιλοσοφία αναδύθηκε απ’ την τριβή του ανθρώπου με το μύθο και με τις πρώτες προσπάθειες των επιστημών του ανθρώπου και αυτό σημαίνει πως οφείλει να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους, σχέση η οποία θα σφραγίζει για πάντα κάθε ανθρωπολογική έρευνα άξια του ονόματος.


ΙΙΙ

Προσπαθώντας να προσεγγίζουμε ουσιαστικά αυτή τη σχέση, αντιμετωπίζουμε μια αφετηριακή δυσκολία η οποία όμως είναι και ουσιαστική, δημιουργική δηλαδή. Κατά πρώτο λόγο, οι επιστήμες του ανθρώπου που στηρίζονται στην έρευνα, δεν προσφέρουν ποτέ τελικές θέσεις, δεν οδηγούνται ποτέ σε εύδιο τόπο οριστικής θεώρησης της προβληματικής τους. Στη γλωσσολογία λ.χ. διατυπώθηκαν και διατυπώνονται πολλές θεωρίες ως προς το είναι της γλώσσας και αυτό θα συνεχίζεται. Δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε ακριβώς και τελεσίδικα τι είναι γλώσσα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σπουδή της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της πολιτικής οικονομίας, κ.ο.κ. Ποτέ δε θα υπάρξει τελικό αποτέλεσμα, τελική θεώρηση. Σ’ αυτό το πρώτο δεδομένο προστίθεται και ένα άλλο το οποίο έχει σχέση με τα ρεύματα ιδεών τα οποία επηρεάζουν τους επιστήμονες και εδώ τα πράγματα περιπλέκονται. Δυστυχώς, πολλοί ερευνητές στηρίζονται αφετηριακά σε ιδέες, θεωρήσεις, ιδεολογίες και προσπαθούν να τις «επιβεβαιώσουν» με την έρευνα…Βρισκόμαστε δηλαδή σε περιπτώσεις καθαρά αντιεπιστημονικές οι οποίες είναι δυνατό να οδηγούνται στα πιο αυθαίρετα συμπεράσματα. Πόση αλήθεια άραγε κρύβεται στις κοινωνικοπολιτικές ιδέες του Marx και πόση αντικειμενική αλήθεια-θεώρηση μπορούμε να καρπωθούμε; Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε αν αναστρεφόμασταν με τις θέσεις του Freud, Jung, Adler στο πεδίο της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής, με τις θέσεις του Levi-Strauss στην κοινωνική ανθρωπολογία, των Toynbee και Spengler3 στη θεώρηση της ιστορίας, κ.ο.κ.
Υπάρχει δυνατότητα ψύχραιμης και ουσιαστικής αναστροφής με τις επιστήμες του ανθρώπου, δεδομένου πως όλες οι γνωστές θεωρήσεις σε όλα τα αντίστοιχα πεδία πάσχουν περισσότερο ή λιγότερο από προκαταλήψεις ή από φιλοσοφικές, ιδεολογικές, κ.ο.κ. θέσεις των εκφραστών τους; Θα πείτε πως πίσω από κάθε μεγάλη θεώρηση κρύβεται ο θεωρός ο οποίος και σφραγίζει την έρευνα με την προσωπική του αλκή η οποία, κάποτε, υπερβαίνοντας το καθαρό πεδίο ενασχόλησής του, οδηγεί σε ευρύτερα φιλοσοφικά συμπεράσματα. Ο Durkheim4 λ.χ., υπήρξε κατά βάση κοινωνιολόγος, αλλά η φορά της σκέψης του τον οδήγησε σε σημαντικές φιλοσοφικές θεωρήσεις.
Θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε τα παραδείγματα για να διαπιστώσουμε πως μεγάλοι εκφραστές μιας ή περισσοτέρων επιστημών του ανθρώπου προέβησαν ή προβαίνουν σε φιλοσοφικές θεωρήσεις, φιλοσοφούν. Ήδη εξέρχονται του περιορισμένου πεδίου της επιστήμης τους και προσχωρούν στο χώρο του φιλοσοφείν. Αυτό βέβαια συμβαίνει και με μεγάλους δημιουργούς στο χώρο των θετικών επιστημών και κυρίως με φυσικούς και μαθηματικούς, αλλά σ’ αυτές τις περιπτώσεις η επιστημολογία είναι το σημείο συνάντησης της καθαρής επιστήμης με τη φιλοσοφία. Τα οριακά προβλήματα των επιστημών είναι αναμφισβήτητα φιλοσοφικά, αν όχι μεταφυσικά, στο ισχυρό νόημα του όρου.
Επιστρέφοντας όμως στο πεδίο των επιστημών του ανθρώπου, διαπιστώνουμε πως κάθε ουσιαστικός προβληματισμός ως προς το είναι της ανθρώπινης φύσης όπως η τελευταία εκφράζεται με τη γλώσσα, την ιστορία, την οικονομία κ.ο.κ., δεν είναι δυνατό να είναι καθαρά επιστημονικός, αλλά φιλοσοφικός. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η δυσκολία για την οποία κάναμε λόγο σε προηγούμενη παράγραφο είναι κατά βάση δημιουργική. Μη όντας καθαρές επιστήμες οι επιστήμες του ανθρώπου, προσεγγίζουν περισσότερο τη φιλοσοφία, τη φιλοσοφική προβληματική και άγονται σε μεταφυσικές τοποθετήσεις διαμέσου των εκφραστών τους.


IV

Ωστόσο, ελλοχεύει ο ακόλουθος κίνδυνος: Η έρευνα των ανθρωπολόγων, περιοριζόμενη στο στενό πεδίο της ειδικότητας, δεν είναι παρά περιγραφική, αναστρέψιμη και αβέβαιη, αν θέλει να έχει επιστημονικό χαρακτήρα. Τα οποιαδήποτε δεδομένα κάθε συγκεκριμένης θεωρητικής επιστήμης δε λένε τίποτε καθεαυτά, δεν οδηγούν πουθενά, αν δεν επεμβαίνει ο θεωρός άνθρωπος ο οποίος ερμηνεύει. Η ερμηνεία όμως ενός φαινομένου είναι πάντα εξωεπιστημονική, εγκλείει υποκειμενικό παράγοντα και φανερώνει την εκτίμηση του επιστήμονα, εκτίμηση αναπόφευκτα φιλοσοφική η οποία ποτέ δε θα επιμαρτυρηθεί, δεδομένου του πλήθους των συλλεγομένων πληροφοριών. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχουν τάσεις και τάσεις με αποκλίνουσες κατευθύνσεις και μάλιστα στο «στενό» χώρο μιας και μόνης θεωρητικής επιστήμης. Ψυχολόγοι διαφωνούν μεταξύ τους σε βασικά θέματα, κοινωνιολόγοι ερμηνεύουν κοινωνικά φαινόμενα με εντελώς διαφορετικό τρόπο, γλωσσολόγοι προβαίνουν σε άκρως διαφορετικές εκτιμήσεις, κ.ο.κ.
Είναι σαφές πως το κοινό υλικό τους, το κοινό πεδίο έρευνάς τους, τους προσφέρει τις πιο αντίθετες θεωρήσεις και αυτό συμβαίνει επειδή δε μιλούν οι επιστήμες τους, αλλά τα υποκείμενα τα οποία τις περιγράφουν και τις ερμηνεύουν ταυτόχρονα. Όμως, και εδώ κρύβεται μια μεγάλη παγίδα την οποία πολλοί σοφοί των επιστημών του ανθρώπου παραγνωρίζουν, μια παγίδα την οποία μόνο οι μεγάλοι φιλόσοφοι και οι λογικομαθηματικοί εντοπίζουν, αν δεν υποπέσουν και αυτοί στο δέλεάρ της. Αν κατά τον Gödel κανένα λογικό σύστημα δεν είναι αποκρίσιμο, δεν είναι δηλαδή ικανό να αυτοερμηνευθεί, σε όσα αξιώματα κι αν στηρίζεται, κατά τον ίδιο και επαυξημένο λόγο, καμιά θεωρία σχετική με τις επιστήμες του ανθρώπου δεν είναι ικανή να προσφέρει ερμηνεία του φαινομένου και των εκδηλώσεών του με αποδεικτικό τρόπο. Αυτό σημαίνει πως καμιά θεωρία της γλωσσολογίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της πολιτικής οικονομίας δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσει τον άνθρωπο, παρά το ότι κινείται στο καθαρό επίπεδο της ίδιας της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Δεν απαιτείται να θυμίζουμε πόσο κάποιες θεωρίες προερχόμενες από ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους, οικονομολόγους, ψυχιάτρους κ.ο.κ. τάραξαν τα λιμνάζοντα νερά και θεωρήθηκαν μέγιστες κατακτήσεις της επιστήμης.5 Οι ήχοι των θριάμβων τους ηχούν ακόμη στην αγορά των ιδεών, έστω κι αν διαψεύστηκαν πανηγυρικά, και δεν ήταν δυνατό να γίνει αλλιώς, επειδή έπασχαν αφετηριακά.
Κάθε προσπάθεια ερμηνείας του ανθρωπίνου φαινομένου με αφετηρία τις επιστήμες του ανθρώπου δεν προσφέρει παρά ψευδοερμηνείες και μάλιστα ριζικά αντιεπιστημονικές. Βέβαια, δεν απαιτείται να τονίσουμε πως επιμέρους συμπεράσματα και επιμέρους περιγραφές αλλά και ερμηνείες ενέχουν θραύσματα αλήθειας, αυτό είναι βέβαιο. Κάθε ολίζουσα όμως και γενική ερμηνεία αποτελεί εξαπλούστευση και μάλιστα χοντροειδή. Συμβαίνει μάλιστα και κάτι σημαντικότερο: Μας εξαποστέλλει στο προεπιστημονικό στάδιο και μας θυμίζει μάγους, αστρολόγους και αλχημιστές. Δεν πρόκειται για υπερβολές, αλλά για απτές διαπιστώσεις οι οποίες αναπροσανατολίζουν τις σκέψεις μας.


V

Είναι σαφές πως καμιά επιστήμη του ανθρώπου δεν ερμηνεύει τον άνθρωπο. Είναι επίσης σαφές πως δε θα υπάρξει ενιαιοποιημένη θεώρηση, ούτε στο πεδίο της ανθρωπολογικής έρευνας, θεώρηση η οποία θα ήρε το μυστήριο του ανθρωπίνως υπάρχειν. Ο λόγος είναι προφανής και βαθύς: Εκτός του ότι ο χαρακτήρας της επιστημονικής έρευνας είναι πάντα περιγραφικός και ποτέ ερμηνευτικός, ο άνθρωπος δεν ερμηνεύεται, ούτε φυσικά αυτοερμηνεύεται. Μια τόσο απλή αλήθεια την οποία δεν κατόρθωσαν να υποψιασθούν μεγάλα ονόματα των επιστημών του πνεύματος, των επιστημών του ανθρώπου, είναι αποκαλυπτική.
Μπορούμε όμως να πούμε γιατί ο άνθρωπος ούτε ερμηνεύεται ούτε αυτοερμηνεύεται με τις επιστήμες των οποίων είναι «αντικείμενο» έρευνας, αλλά, ταυτόχρονα, και ερευνών υποκείμενο; Νομίζουμε πως στην ερώτηση υπάρχει η ίδια η απάντηση. Δεν είναι δυνατό να είμαστε ταυτόχρονα υποκείμενα και αντικείμενα έρευνας, η αυτοπαρατηρησία επισυμβαίνει βέβαια με αφετηρία τις εμπειρίες μας απ’ το συ και το εμείς, αλλά περιορίζεται στο φαινομενολογικό επίπεδο και δε φθάνει στο βάθος. Εξάλλου, η αυτοπαρατηρησία δεν είναι καθολική εκγενίκευση. Αυτό θα ανέτρεπε ριζικά και την ίδια την ψυχολογία. Το υποκείμενο που ερευνάει φαινόμενα οφειλόμενα στη διανθρώπινη δραστηριότητα διαμέσου των αιώνων δεν είναι σε θέση να αυτοεξαιρεθεί και να ορθώσει κανόνες και κανονιστικά πρότυπα, σα να βρισκόταν έξω απ’ τη διαδικασία. Δεν είναι δυνατό να είναι υποκείμενο και αντικείμενο ταυτόχρονα και αυτό μας θυμίζει τα περίφημα παράδοξα της συνολοθεωρίας, όπου, κλεινοί λογικομαθηματικοί, συγχέοντας το όλο με το σύνολο, διετύπωναν θέσεις κατά τις οποίες η λογική οδηγεί σε αντιφάσεις: ~ (α=α).
Ο άνθρωπος επομένως δεν είναι δυνατό να αυτοερμηνεύεται και κάθε προσπάθεια που αποβλέπει σ’ αυτό είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Βέβαια, και πρέπει να το τονίσουμε, οπωσδήποτε οι επιστήμες του ανθρώπου φθάνουν να περιγράφουν λιγότερο ή περισσότερο ικανοποιητικά σημαντικά φαινόμενα που σχετίζονται με την ψυχολογία, την κοινωνικοπολιτική θέση του ανθρώπου, τη γλώσσα κ.ο.κ., αλλά δεν είναι σε θέση να προβαίνουν σε γενικότατες θεωρήσεις.
Φυσικά το ερώτημα τίθεται και θα ξανατίθεται και εδώ νομίζω φθάνουμε στην καρδιά της προβληματικής μας. Μήπως, ενώ οι επιστήμες του ανθρώπου αδυνατούν να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο, η φιλοσοφία είναι σε θέση να το κάνει; Σημαντική ερώτηση απ’ την οποία, απ’ την απάντηση στην οποία, ανοίγονται δρόμοι ουσιαστικής θεώρησης.


VI

Είναι σαφές πως η φιλοσοφία προσπαθεί να θεωρήσει το ανθρώπινο φαινόμενο στις βασικότερες λειτουργίες του, στη γνωστική, στην ηθική και στην αισθητική. Από εκεί δημιουργούνται τα διάφορα πεδία της φιλοσοφικής μέριμνας τα οποία συναντούν την προβληματική και των θετικών και των θεωρητικών επιστημών. Θα λέγαμε πως η φιλοσοφία αγγίζει όλες τις επιστήμες χωρίς όμως να εξαρτάται από αυτές, χωρίς να κατευθύνεται απ’ τις εκάστοτε επιστημονικές θεωρήσεις οι οποίες, πάντα προσωρινές και αναστρέψιμες, θα παρέσυραν στην παρακμή κάθε φιλοσοφικό σύστημα εξαρτημένο απ’ την πορεία τους. Ας προσεγγίσουμε σύντομα ένα, δύο παραδείγματα. Είναι γνωστό πως η πλατωνική φιλοσοφία διαμορφώθηκε σε μια εποχή κατά την οποία το επιστημονικό κοσμοείδωλο βρισκόταν σε εμβρυώδη κατάσταση. Η γεωκεντρικότητα του σύμπαντος ήταν ‘δεδομένη’. Γνωρίζουμε την πρόοδο των επιστημών αλλά κανένας σοβαρός ερευνητής δε θα μπορούσε να υποστηρίζει πως ο Πλάτων είναι ξεπερασμένος ως φιλόσοφος επειδή το επιστημονικό κοσμοείδωλο της εποχής μας είναι ριζικά διαφορετικό. Το ίδιο θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε και για τον Αριστοτέλη του οποίου η Φυσική6 έχει ξεπεραστεί αναμφισβήτητα και ιδίως μετά τη διατύπωση της αρχής της αδράνειας, έμμεσα απ’ τον Descartes και με σαφήνεια απ’ τον Newton. Θα ήταν όμως παράλογο να πούμε πως ο Αριστοτέλης είναι ξεπερασμένος ως φιλόσοφος.
Ας μην επεκτείνουμε όμως τα παραδείγματα και ας επιστρέψουμε στους προβληματισμούς μας. Η φιλοσοφία, μη εξαρτώμενη απ’ τις κατά καιρούς επιστημονικές θέσεις και θεωρήσεις, δεν αποτελεί παρά εμβάθυνση στην ίδια την ανθρώπινη φύση, στο φαινόμενο άνθρωπος του οποίου αναζητεί το είναι, χωρίς καμιά προκατάληψη, με μοναδική αφετηρία τις ανθρώπινες δυνατότητες. Κατά βάθος η φιλόσοφος μέριμνα τείνει να αποκαλύψει ό,τι, αν και είναι πραγματικό, διαλανθάνει εξαιτίας του αναυθεντικού μας βίου και αυτό σημαίνει πως συνιστά ‘επιδρομή’ κατά του ψεύδους, κατά των ψευδαισθήσεων, κατά των δοξασιών7οι οποίες κρατούν τον άνθρωπο υπόδουλο στο ζυγό της πλάνης και της υποτέλειας. Είναι δε βέβαιο πως όλοι οι άνθρωποι είναι δεκτικοί φιλοσοφίας, παρά την αντίθετη άποψη.
Ο φιλοσοφικός λόγος επομένως σημαίνει κατά το προηγούμενο του δελφικού άνακτος (Ηράκλειτος) και δεν εξηγεί. Παραθέτω εδώ δύο απόψεις σημαντικών φιλοσόφων για να διευκολυνθούμε: Eίναι στη φύση του λόγου να θεωρεί τα πράγματα ως αναγκαία και όχι ως τυχαία. Aυτήν την αναγκαιότητα των πραγμάτων τη δέχεται με αληθινό τρόπο, όπως ακριβώς είναι... Προσθέστε πως οι αρχές του λόγου είναι έννοιες οι οποίες εξηγούν ό,τι είναι κοινό σε όλα τα πράγματα, χωρίς να εξηγούν την ουσία κανενός ειδικού πράγματος· τα πράγματα συνεπώς πρέπει να είναι αντιληπτά χωρίς καμιά σχέση με το χρόνο, αλλά υπό ένα συγκεκριμένο είδος αιωνιότητας.8
Επίσης: Άρα, κάθε φορά που αποκτάμε μια σωστή γνώση έχουμε μια a priori γνώση της δυνατότητάς της· γιατί αν κανένας ωθεί την ανάλυση μέχρι το τέλος και δεν παρουσιάζεται καμιά αντίφαση, η έννοια είναι βέβαια δυνατή... 9
Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τις αναφορές μας και σε άλλους μεγάλους στοχαστές για να δούμε πως κατά βάθος η φιλοσοφία, παρά τις όποιες πλάνες κάποιων εκφραστών της, ούτε περιγράφει, ούτε εξηγεί τίποτε. Απο-καλύπτει τις δυνατότητες του λόγου, όπως οι τελευταίες συλλαμβάνονται απ’ τη διάνοια, άμεσα, απόλυτα. Φωτίζει το ανθρώπινο και κοσμικό συμβαίνον, οξύνει το λόγο, όχι για να δολιχοδρομεί, αλλά για να κατανύσσεται ουσιαστικά το ενεργείν του και τη σχέση του με το νοείν, δημιουργεί ριζοσπαστικές σχέσεις ανάμεσα στην αίσθηση και στην αντίληψη, αποκλείει κάθε παραστατική και ερμηνευτική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου, μυεί στο είναι της χρονικότητας και της συναίσθησης, αποκαλύπτοντας πως οποιαδήποτε σχηματική αντίληψη ή ερμηνεία του κόσμου είναι έωλη.
Για να μην ξεφύγουμε όμως, περιοριζόμαστε στη βασική προσφορά της φιλοσοφίας και αυτό θα μας διευκολύνει να δούμε την ουσιώδη σχέση της με τις επιστήμες του ανθρώπου. Προσπαθεί να εμβαθύνει στη σχέση αίσθησης και αντίληψης, ύλης και πνεύματος, εκτατού και διαστατού, πεπερασμένου και απείρου, κ.ο.κ., μα αυτή η χωρίς αρχή και τέλος προσπάθεια αποκαλύπτει κάτι που αξίζει περισσότερο απ’ τις συγκλίνουσες ή και αποκλίνουσες θέσεις των φιλοσόφων καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας της φιλοσοφίας.
Ένα είναι το αιώνια ζητούμενο το οποίο θραύεται σε επιμέρους θεματικές: Το είναι του ανθρώπου και το είναι του κόσμου, ταυτίζονται ή διαφέρουν ριζικά; Αν ταυτίζονται, ανοίγονται οι δρόμοι της μαγείας, της απομαγεύουσας μαγείας, αφού το ανθρώπινο και το κοσμικό κάτοπτρο δεν είναι παρά ταυτόσημα και επομένως πολυδιαθλάσεις, πολυπρισματικές πολυδιαθλάσεις του παιγνίου του κόσμου (Ηράκλειτος) στο οποίο διαποικίλλεται το αληθίης ευκυκλέος ατρεμές ήτορ (Παρμενίδης). Ήδη ο κόσμος και ο άνθρωπος, συνολικά και συμπληρωματικά θεωρούμενοι, δεν είναι παραστατά μεγέθη, αλλά διακρίνονται για την ενότητά τους απ’ την οποία αναπέμπεται ανά τους αιώνες το ανθρωποκοσμικό άσμα όπως το αναγιγνώσκουμε κατά την αναστροφή μας με τις επιστήμες του ανθρώπου, αλλά και με τις φυσικές επιστήμες, παρά τη διαφορά του χαρακτήρα ως προς την έκφραση.
Αν όμως ο άνθρωπος δεν ερμηνεύεται, αν ο κόσμος δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως αντικείμενο, αν δεν υπάρχουν τελεσίδικοι ορισμοί των πραγμάτων και των φαινομένων, άνθρωπος και κόσμος αυτοορίζονται ως ενότητα και αυτός ο ορισμός είναι και αυτοαποκάλυψη. Βέβαια, προκύπτουν απάτες, πλάνες, προλήψεις και δυσκολίες και σ’ αυτό συνίσταται ο άθλος της φιλοσοφίας, στον εσαεί περιορισμό των πλανών, στο όλο και πιο αποτελεσματικό ξεκαθάρισμα του αχνού ορίζοντα, στην επιτάχυνση της πορείας προς αυτογνωσία και κοσμογνωσία. Είναι επομένως επιτρεπτές οι διαφορετικές απόψεις, γιατί χωρίς το δημιουργικό διαλέγεσθαι δε θα υπήρχε φιλοσοφική διαπορία.
Παραθέτω σ’ αυτό το σημείο τρεις αντικρουόμενες θέσεις οι οποίες όμως είναι ενδεικτικές: Ένα όλο δεν μπορεί να είναι απλό άθροισμα μερών, αλλά ό,τι είναι αδιαίρετo... H νοητή ουσία κάθε πράγματος και ειδικά του ανθρώπου είναι κατά τον ιδεαλισμό έξω από κάθε αιτιακή σχέση, όπως και πέρα απ’ το χρόνο... H αιώνια και η έγχρονη ζωή κάθε πράγματος δεν είναι μία και μόνη ζωή... Aυτή η απόλυτη ταυτότητα του υποκειμενικού και του αντικειμενικού είναι το ίδιο πράγμα παντού· ο λόγος δε βρίσκεται παρά εν Θεώ ο οποίος είναι η απόλυτη κατάφαση του εαυτού του και απ’ τον οποίο, ως οικουμενική ουσία, κάθε ουσία είναι επίσης απόλυτη ενότητα του καταφάσκοντος και του καταφασκομένου.10 Επίσης: H ιστορική συνείδηση δεν είναι μόνο η ζωντανή αναίρεση της μεταφυσικής, αλλά και η κληρονόμος της... Aπ’ τη στιγμή που εγκαταλείφθηκαν τα χριστιανικά δόγματα, απ’ τη στιγμή που εξαντλήθηκε ο υπεργήινος προορισμός, δεν απομένει παρά η δημιουργία του ανθρώπου απ’ τον εαυτό του διαμέσου του χρόνου... Oι έννοιες της αιτιότητας ή της ουσίας δεν είναι παρά υπολείμματα αοριστίας. H ουσία είναι, ό,τι μένει, αν διαγράψουμε την κίνηση· η αιτιότητα, ό,τι σταθμίζει τις ίδιες τις αλλαγές. Aυτές οι έννοιες αρκούν ως “τρόποι βοήθειας” όταν πρόκειται να υποκαταστήσουν στην προσωπική αντίληψη αντικειμενικές σχέσεις. Aλλά το να χρησιμοποιούμε τέτοιες κατηγορίες για να σκεφθούμε το σύνολο της πραγματικότητας, είναι να αυτοδικαζόμαστε σε άλυτες αντιφάσεις.11Επιπλέον: Όταν βεβαιώνουμε πως οι αυτοαποκαλούμενοι μεταφυσικοί όροι είναι χωρίς νόημα, οφείλουμε να εκλαμβάνουμε αυτήν την έκφραση στο πιο αυστηρό της νόημα... Στο αυστηρό νόημα του όρου, είναι στερημένη σημασίας μια σειρά από λέξεις, μια ακολουθία από λέξεις η οποία δε συνιστά έκφραση στο πλαίσιο μιας δεδομένης γλώσσας... 1/4,τι μένει δεν είναι ούτε οι όροι, ούτε μια θεωρία, ούτε ένα σύστημα, αλλά μόνο μία μέθοδος: H μέθοδος της λογικής ανάλυσης.12
Θα μπορούσαμε να προσφύγουμε και σε άλλα κείμενα, όχι για να τονίζουμε τις αντιθέσεις τους, αλλά για να τονίσουμε πως ο μόχθος των φιλοσόφων συνίσταται όχι στη σχηματική ερμηνεία της πραγματικότητας με αφετηρία τον άνθρωπο, αλλά στην προσέγγιση της ατρεμούς αλήθειας η οποία θα μπορούσε να καταστήσει τον άνθρωπο ικανό να αυτοορίζεται και να συνορίζει και τον κόσμο. Να αυτοαποκαλύπτεται κατά το δυνατό.
Είτε η αφετηρία μας είναι μεταφυσική, εμπειριστική, κ.ο.κ., ένα συμβαίνει αναμφισβήτητα στη φιλοσοφική μέριμνα: Ο αυτοορισμός που είναι αποκάλυψη και του ανθρώπου και του κόσμου.


VII

Ήδη, δεν απαιτούνται περαιτέρω σκέψεις για να καταστεί σαφής η σχέση της φιλοσοφίας με τις επιστήμες του ανθρώπου. Μόνο η ώριμη φιλοσοφική θεώρηση καθιστά δυνατή και δημιουργική την αναστροφή της ανθρώπινης φύσης μας με τις επιτεύξεις της διαμέσου των αιώνων και των πολιτισμών. Όσο κι αν τα πεδία εκτείνονται σε τόσο διαφορετικούς χώρους, όσο κι αν το υλικό είναι απέραντο, υπάρχει τρόπος ουσιαστικής θέας αλλά και αποφυγής των σοφιστικών, ιδεολογικών και εξωεπιστημονικών θεωρήσεων. Ανοίγονται και θα ανοίγονται δημιουργικοί ορίζοντες στους οποίους θα καθοράται το ανθρώπινο σε τόσες και τόσες εκφάνσεις του, στους οποίους, σαν από μαγικούς καθρέπτες θα κατατίθενται τα μηνύματα και οι εμπνοές, στους οποίους θα εκδιπλώνεται η ανθρώπινη προσπάθεια καθώς αναζητεί τη Σοφία.
Ο κόσμος μας είναι ανοιχτός, η ανοιχτότητά του επιβάλλει αναζητήσεις, οι επιστήμες του ανθρώπου τρέπονται στην αναζήτηση του πνεύματος των έργων του ανθρώπου διαμέσου των αιώνων και των πολιτισμών. Δεν είναι όμως σε θέση να προσφέρουν οριστική και αμετάκλητη ερμηνεία του ανθρωπίνου φαινομένου, και μάλιστα εκκινώντας από ένα συγκεκριμένο πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αν θέλαμε μάλιστα να είμαστε ακριβείς, θα λέγαμε πως επιμέρους πορίσματα των διαφόρων επιστημόνων, οπωσδήποτε προσωρινά, είναι πολύτιμα, μόνο αν προσεγγίζουν τον άνθρωπο περιγραφικά, μόνο αν εισηγούνται τρόπους της ανθρώπινης προσπάθειας όρθωσης νοήματος διαμέσου της γλώσσας, της λογοτεχνίας, των μύθων, των παραδόσεων, των θρησκευτικών ιδεών κ.ο.κ. Οποιαδήποτε όμως ολίζουσα θεώρηση είναι εκ των προτέρων αντιεπιστημονική και επικίνδυνη.
Η φιλοσοφία, ώριμη πια κόρη των επιστημών του ανθρώπου, είναι σε θέση να αναστρέφεται με τις προσπάθειές τους, όχι για να επιμαρτυρεί τις θέσεις τους, αλλά για να πλουτίζει τις εμπειρίες της και να προχωρεί στο έργο της που δεν είναι άλλο απ’ την προσπάθεια αυτοορισμού του ανθρώπου και του κόσμου διαμέσου του τελευταίου.

Νίκος Μακρής, δρ. Φ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: