Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007

ΤΕΥΧΟΣ 3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2007 Εξώφυλλο


Τ. 3 Μικρή ιστορία της ελευθεριακής σκέψης και πράξης

Μικρή ιστορία της ελευθεριακής σκέψης και πράξης
Διονύσης Αντωνόπουλος


Α. Αναρχία, από το στερητικό α και την αρχή ως εξουσία και όχι ως ηθική αξία. Ο αναρχισμός δεν είναι απλά μια πολιτική θεωρία που εναντιώνεται στο κράτος. Είναι τρόπος σκέψης, τρόπος ζωής και θεώρησης των πραγμάτων και πάνω απ’ όλα μια τάση αμφισβήτησης της ιεραρχικής δομής ως αναγκαίας.
Ενώ ο όρος χρησιμοποιείται για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα από τον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, μπορούμε να βρούμε στοιχεία της ελευθεριακής σκέψης αιώνες νωρίτερα. Στην αρχαία Ελλάδα, οι στωικοί διακήρυσσαν την επικράτηση του ηθικού νόμου του ατόμου αποστρεφόμενοι την παντοδυναμία του κράτους.
Οι ρίζες όμως του αναρχισμού ως πολιτικής θεωρίας βρίσκονται στην περίοδο του Διαφωτισμού. Αν και δεν χρησιμοποιεί πουθενά τον όρο, το δοκίμιο του W. Godwin « Enquiry Concerning Political Justice » (1793), θεωρείται ως η πρώτη απόπειρα ανάπτυξης του αναρχισμού. Επηρεασμένος από το κλίμα της εποχής, ο W. Godwin ισχυρίζεται πως όλες οι μορφές κυβέρνησης είναι ουσιαστικά τυραννικές και ο άνθρωπος ως λογικό ον οφείλει να υπακούει μόνο στους «κανόνες» της λογικής.
Το 1840 κυκλοφορεί το «Περί ιδιοκτησίας» του Προυντόν και για πρώτη φορά έχουμε μια ολοκληρωμένη θεωρία σε συνδυασμό με τον όρο αναρχία την οποία περιγράφει ως εξής:
«…μια μορφή διακυβέρνησης ή συντάγματος, μέσω του οποίου η δημόσια και η ιδιωτική συνείδηση, διαμορφωμένες μέσα από την ανάπτυξη της επιστήμης, αρκούν για την διατήρηση της τάξης και την εξασφάλιση της ελευθερίας. Σε αυτήν την κοινωνία συνεπώς, οι θεσμοί των κατασταλτικών μηχανισμών, φορολογίας κ.τ.λ. περιορίζονται στο ελάχιστο. Η μοναρχία και η κεντρική εξουσία εξαφανίζονται τελείως, για να αντικατασταθούν από συνομοσπονδίες και ένα τρόπο ζωής βασισμένο στην κοινωνική αλληλεγγύη και την συνεργασία.»
Η ολοκλήρωση όμως θα έρθει με την εμφάνιση των Ρώσων, Μ. Μπακούνιν και Π. Κροπότκιν. Θεμελιωτές του αναρχοκομμουνισμού, θα προσθέσουν στην κριτική του καπιταλισμού από τον Μαρξ την δική τους κριτική του κράτους, επισημαίνοντας την σπουδαιότητα της κοινωνικής συνεργασίας για την εξασφάλιση της ατομικής ελευθερίας μέσα σε κοινωνικούς όρους.
Ο Μπακούνιν, μέλος της 1ης Διεθνούς, θα έρθει σε σύγκρουση με τον Μαρξ, για τον δρόμο που θα μας οδηγήσει στην αταξική κοινωνία και ήταν αντίθετος με την Δικτατορία του Προλεταριάτου ως μεταβατικό στάδιο. Εξαιτίας αυτής της κριτικής και της διαμάχης που επακολούθησε, ο Μαρξ θα δρομολογήσει την απομάκρυνση του Μπακούνιν από την Διεθνή την οποία και θα επιτύχει. Ο τελευταίος κατάφερε να προβλέψει με εντυπωσιακή ακρίβεια τον προβληματικό χαρακτήρα της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου» περιγράφοντας τον κίνδυνο της «κόκκινης γραφειοκρατίας» και το πού αυτή θα οδηγήσει. Σ’ ένα κείμενο του για την Παρισινή Κομούνα, ο Μπακούνιν αυτοπροσδιορίζεται ως εξής:
«…είμαι φανατικός εραστής της ελευθερίας, θεωρώντας την ως την μοναδική συνθήκη κάτω από την οποία η ευφυΐα, η αξιοπρέπεια και η ευτυχία μπορούν να αναπτυχθούν και να ευδοκιμήσουν· δεν αναφέρομαι όμως στην εντελώς τυπική ελευθερία την οποία σου παραχωρεί, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του, το κράτος, ένα αιώνιο ψέμα που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το προνόμιο των λίγων και το οποίο στηρίζεται στην υποδούλωση των πολλών∙ ούτε στην ατομικιστική, εγωιστική και φανταστική ελευθερία της σχολής του J.-J. Rousseau και των υπόλοιπων σχολών αστικού φιλελευθερισμού, οι οποίες θεωρούν πως τα εν δυνάμει δικαιώματα όλων των ανθρώπων, εκπροσωπούνται από το κράτος, το οποίο περιορίζει τα δικαιώματα του καθένα, άποψη η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στην ολοκληρωτική εξαφάνιση των δικαιωμάτων. Όχι, αναφέρομαι στο μόνο είδος ελευθερίας που αξίζει και τιμά το όνομα της, στην ελευθερία που οδηγεί στην πλήρη ανάπτυξη των ηθικών και πνευματικών «δυνάμεων» που βρίσκονται έμφυτες σε κάθε άτομο· στην ελευθερία που δεν γνωρίζει περιορισμούς άλλους από αυτούς που μας υποβάλλει ο ίδιος μας ο εαυτός και οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν περιορισμοί αφού δεν επιβάλλονται από οποιονδήποτε άλλο πέρα ή πάνω από εμάς, αλλά είναι ένα και το αυτό, η «βάση» του σωματικού, πνευματικού και ηθικού μας «είναι».»
Ο Κροπότκιν, επηρεασμένος από τις σπουδές του στη ζωολογία, καθώς και από τις θεωρίες του κοινωνικού Δαρβινισμού, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια ξεπερνούν κατά πολύ την σπουδαιότητα του ανταγωνισμού στην εξέλιξη και επιβίωση των ειδών.
Όλοι οι παραπάνω, αποτελούν κομμάτι του κοινωνικού αναρχισμού, με κυριότερες εκφάνσεις τον αναρχοκομμουνισμό και τον αναρχοσυνδικαλισμό. Όμως παράλληλα θα αναπτυχθεί και μια άλλη σχολή, η οποία επηρεασμένη κυρίως από το έργο του Μαξ Στίρνερ, «Ο Μοναδικός και το Εγώ του» θα θεωρήσουν ως πιο σημαντική την προσωπική και ατομική ελευθερία, απ’ όπου και ο χαρακτηρισμός «αναρχοατομικιστές».

Β. Επηρεασμένοι από τις θεωρίες των αναρχοατομικιστών και σε μια ιστορική περίοδο την οποία χαρακτηρίζουν η πρωτοφανούς αγριότητας καταστολή από την μεριά της εξουσίας, κάποιοι αναρχικοί θεωρούν ότι νομιμοποιείται η χρήση βίας ενάντια σε σύμβολα της εξουσίας και ότι έτσι θα αφυπνισθεί η κοινωνία. Μέσω της «προπαγάνδας με την πράξη», πιστεύουν πως μπορούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, να δώσουν ένα παράδειγμα, ακόμα και να προκαλέσουν την επανάσταση. Όμως τα αποτελέσματα είναι προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Η εξουσία θα χρησιμοποιήσει τις πράξεις αυτές για να εντείνει ακόμα περισσότερο την καταστολή και να περιορίσει τις ατομικές ελευθερίες και η ίδια η κοινή γνώμη, την οποία θέλανε να αφυπνίσουνε θα ζητάει περισσότερη αστυνόμευση. Θα ξεκινήσουν συζητήσεις ανάμεσα στις διαφορετικές σχολές του αναρχισμού, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Σε αυτή την ιστορική συγκυρία γεννιέται και η «καρικατούρα» του αναρχικού ως μοναχικού μαυροντυμένου παράνομου, που βάζει βόμβες. Χαρακτηριστικός «εκπρόσωπος» ο γάλλος Ραβασώλ ο οποίος θα αποπειραθεί να σκοτώσει με βόμβες δικαστικούς λειτουργούς. Βέβαια μιλάμε για μια περίοδο κατά την οποία το «κυνήγι μαγισσών» που έχει εξαπολυθεί μετά την Παρισινή Κομούνα του 1871, η άγρια καταστολή, οι φυλακίσεις και η δολοφονία αναρχικών κατά την διάρκεια των γεγονότων του Clichy (μεταξύ των νεκρών γυναίκες και παιδιά) προσφέρουν μια μορφή «ηθικής κάλυψης» στα μάτια των καταπιεσμένων.
Στις αρχές του 20ου αιώνα έχουμε δυο καθοριστικά γεγονότα. Το πρώτο είναι η εξέγερση της Κρονστάνδης. Ο ηγέτης του κινήματος, Ουκρανός αναρχικός Νέστωρ Μάχνο, ενώ αρχικά συνεργάζεται με τον κόκκινο στρατό για να αντικρούσει την επίθεση των «λευκών», κατάλοιπων του τσαρικού στρατού, θα αρνηθεί να δεχτεί τους επιτρόπους των μπολσεβίκων κι αυτό θα τον οδηγήσει σε ρήξη μαζί τους. Την περίοδο 1918-1919 το κομμάτι της Ουκρανίας που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του θα οργανωθεί με βάση τα αναρχικά ιδεώδη. Γη και εργοστάσια περνάνε στον έλεγχο των εργατών και συγκροτούνται εργατικά και ελεύθερα συμβούλια. Το 1921 όμως, ο Τρότσκυ θα οδηγήσει τον κόκκινο στρατό ενάντια στους «Μαχνοβίτες» τους οποίους θα συντρίψει, και ο ίδιος ο Μάχνο θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την χώρα για να γλιτώσει.
Το δεύτερο γεγονός το οποίο αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στην ιστορία του αναρχισμού, είναι η περίοδος 1936-1939 στην Ισπανία. Αποτέλεσμα δεκαετιών προετοιμασίας και προσέγγισης του πληθυσμού, το αναρχικό συνδικάτο φτάνει να εκπροσωπεί 2.000.000 μέλη. Για άλλη μια φορά έχουμε εργατικά συμβούλια, αυτοδιαχείριση εργοστασίων και αξιοθαύμαστο είναι πως με βάση αυτά τα πρότυπα καταφέρνουν να οργανώσουν όχι μόνο την περιορισμένου μεγέθους τοπική αγροτική παραγωγή ή βιοτεχνία αλλά και βιομηχανίες όπως αυτή των υφασμάτων, απαντώντας έτσι σε μια από τις πιο συνηθισμένες κριτικές κατά του αναρχισμού για απλοϊκότητα θέσεων και ανέφικτο εξάλειψης της ιεραρχίας σε μεγάλες βιομηχανίες χωρίς αυτές να καταρρεύσουν στο χάος.
Και σε αυτή την περίπτωση ουσιαστικά οι αναρχικοί έχουν δύο μέτωπα. Από την μία τον στρατό του Φράνκο, ο οποίος ελέγχει τις περιοχές όπως η Σαραγόσα ,τις μόνες στην Ισπανία με βιομηχανίες όπλων, και από την άλλη τους κομμουνιστές, υποστηριζόμενους από την Σοβιετική Ένωση, οι οποίοι θα φτάσουν ακόμα και στην σύγκρουση για να σταματήσουν τους αναρχικούς. Δεν θα προσπαθήσω να αναλύσω το γιατί και το πώς. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά και είναι ιδιαίτερα σύνθετο το ζήτημα, αυτό που έχει σημασία όμως είναι ότι το αποτέλεσμα ήταν τραγικό για το αναρχικό κίνημα, το οποίο έπεσε σε παρακμή για αρκετά χρόνια. Η αποτυχία θεωρήθηκε ως κομμάτι της ίδιας της θεωρίας.

Γ. Θα ξαναεμφανιστούν αρκετά χρόνια αργότερα, στην δεκαετία του 60 και θα παίξουν σημαντικό ρόλο στα γεγονότα του 68 μέσα από την ομάδα των Καταστασιακών. Για ακόμα μια φορά αποδεικνύεται πως είναι ένα ζωντανό κίνημα, κομμάτι της κοινωνίας και το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες.
Ο αναρχισμός επανεμφανίζεται στο προσκήνιο με τις συγκεντρώσεις που έλαβαν χώρα στο Σηάτλ την περίοδο του συνεδρίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Καταφέρνει έως ένα βαθμό να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα από αυτή που προωθούν τα ΜΜΕ, αυτής του λάτρη της βίας που καταστρέφει ό,τι βρει μπροστά του. ‘Ένα μωσαϊκό από διαφορετικές τάσεις όχι μόνο αποδεικνύει στον κόσμο αλλά συνειδητοποιεί και το ίδιο ότι δεν είναι απλά μικρές περιθωριακές ομάδες αλλά κομμάτι ενός σημαντικού κινήματος.
Δεν αρκούνται στην κριτική της κοινωνίας αλλά προτείνουν και εφαρμόζουν νέες μορφές κοινωνικής δόμησης. Στην Αργεντινή, μετά την οικονομική κρίση παρατηρήθηκε το φαινόμενο εργοστασίων τα οποία κατέλαβαν οι εργάτες και τα οποία συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι σήμερα με βάση τις αρχές της αυτοδιαχείρισης. Έχουμε το διαδίκτυο το οποίο αν και κανείς δεν διατείνεται πως είναι «όργανο» των αναρχικών, η δομή του είναι ακριβώς όπως περιγράφουν την αναρχική κοινωνία οι θεωρητικοί. Καμία κεντρική εξουσία και άπειρος αριθμός αλληλοσυνδεόμενων «φορέων» και μάλιστα όλο και περισσότερο δημιουργείται μια αμφίδρομη σχέση με τον χρήστη ο οποίος μπορεί να γίνεται παραγωγός και να συμμετέχει ενεργά στην διαμόρφωση του περιεχομένου αντί να το παρακολουθεί παθητικά.
Είναι λάθος να πιστεύουμε πως οι αναρχικοί αγνοούν την πολυπλοκότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Μια από τις σημαντικότερες προσφορές του Προυντόν στην αναρχική θεωρία είναι η ιδέα πως η ίδια η μορφή της κοινωνίας οδηγεί στην αποκέντρωση και στην ανάπτυξη αυτόνομων κοινοτήτων. “...μέσα από την πολυπλοκότητα των συμφερόντων και την εξέλιξη των ιδεών, η κοινωνία είναι αναγκασμένη να καταργήσει το κράτος...κάτω από τους κυβερνητικούς μηχανισμούς και υπό την σκιά των πολιτικών θεσμών, η κοινωνία αναπτύσσει την δικιά της οργανωτική δομή φτιάχνοντας για την ίδια μια νέα μορφή που θα της εξασφαλίζει την αυτονομία και την ζωτικότητά της.” Και ο Κροπότκιν υποστήριξε πως η όλο και πιο σύνθετη κοινωνία οδηγείται από μόνη της στην αποκέντρωση και στην αυτοδιαχείριση της βιομηχανίας από τους ίδιους τους εργάτες. “...η παραγωγή και η ανταλλαγή προϊόντων είναι τόσο σύνθετη και απαιτητική ώστε καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να τις οργανώσει και φέρει σε πέρας, χωρίς να σχηματίσει μια φοβερά δυσκίνητη και αντιπαραγωγική γραφειοκρατία. Αντιθέτως, οι εργάτες μέσω των συνδικάτων σε κάθε τομέα, μπορούν να είναι πολύ πιο αποδοτικοί αντιμετωπίζοντας το πλήθος προβλημάτων τα οποία εμφανίζονται, μέσω της συνεργασίας αλλά και της πρακτικής εμπειρίας
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως λέγοντας αποκέντρωση και αυτονομία δεν εννοούμε τον διαμελισμό της κοινωνίας σε μικρά απομονωμένα, οικονομικά αυτάρκη τμήματα, κάτι που δεν είναι ούτε εφικτό αλλά ούτε και επιθυμητό. Ο αναρχικός, Diego Abad de Santillan, οικονομολόγος αλλά και υπουργός(!) οικονομικών στην Καταλονία το ‘36 είπε σε μία ομιλία του: «...πρέπει επιτέλους να κατανοήσουμε πως δεν βρισκόμαστε σε μια μικρή ουτοπία...δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιήσουμε την οικονομική μας επανάσταση σε τοπικό επίπεδο, διότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την στέρηση σε συνολικό επίπεδο...η οικονομία σήμερα είναι ένας τεράστιος οργανισμός και οποιαδήποτε απομόνωση θα αποδειχθεί καταστροφική, οφείλουμε να δουλεύουμε με γνώμονα το κοινό καλό, λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της χώρας και, αν είναι δυνατόν, το σύνολο του κόσμου...»
Το ζήτημα είναι να βρεθεί ο χώρος ανάμεσα στον έλεγχο που ασκεί η εξουσία και το είδος αυτό της αυτονομίας που οδηγεί σε έναν περίεργο τοπικισμό και στον διαμελισμό της κοινωνίας εμποδίζοντάς την να λειτουργήσει ως σύνολο. Η ελευθεριακή μορφή οργάνωσης οφείλει να προωθεί την κοινωνική αλληλεγγύη και συνεργασία στον μέγιστο βαθμό. Συντονισμός μέσω της ελεύθερης συμφωνίας. Ένα τεράστιο δίκτυο, εθελοντικών συνομοσπονδιών και συνεταιρισμών που θα καλύπτουν το σύνολο των κοινωνικών αναγκών στο οποίο όλα τα μέλη διατηρώντας την μέγιστη δυνατή αυτονομία, παραμένουν μέρος του συνόλου. Ενώ οι ελευθεριακοί οραματίζονται μια αναρχική κοινωνία δεν οραματίζονται μια κοινωνία μόνο για αναρχικούς. Το πώς θα διαχειρίζεται η κάθε ομάδα την ομοσπονδία της είναι δικό της θέμα. Οφείλει όμως να έχει την αίσθηση της κοινωνικής ευθύνης και να είναι σε θέση να συνεργάζεται με τους υπόλοιπους. Όταν ο Κροπότκιν προσπάθησε το 1899 στο «Χωράφια, Εργοστάσια και εργαστήρια» να αποδείξει πως είναι εφικτό να αποκεντρωθεί η βιομηχανία ικανοποιώντας τις απαιτήσεις της παραγωγής, οι απόψεις του θεωρήθηκαν πρόωρες. Σήμερα και με τη βοήθεια της τεχνολογίας παρατηρείται ακριβώς αυτό σε πολλούς τομείς όπως στην ηλεκτρική ενέργεια όπου για να αντιμετωπισθούν πιο επιτυχώς οι βλάβες οδηγούμαστε στην αποκέντρωση του δικτύου.

Δ. Είναι σαφές, καθώς παρατηρούμε την πληθώρα τάσεων και τις διάφορες μορφές που σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους παίρνει η ελευθεριακή σκέψη, πως δεν υπάρχει ένας αυστηρός ορισμός. Είναι περισσότερο μια τάση και αυτό ακριβώς περιγράφεται πολύ όμορφα από τον αναρχοσυνδικαλιστή Ρούντολφ Ροκερ: «...ο αναρχισμός δεν είναι ένα αυστηρά καθορισμένο και αυτοπεριοριζόμενο κοινωνικό σύστημα αλλά μια συγκεκριμένη τάση στην ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, η οποία σε αντίθεση με την πνευματική ιεράρχηση που επικρατεί σε όλους τους θρησκευτικούς και κυβερνητικούς φορείς, φέρνει στην επιφάνεια και απελευθερώνει όλες τις ατομικές και κοινωνικές δυνάμεις της ίδιας της ζωής. Ακόμα και η ελευθερία είναι μια σχετική έννοια αφού τείνει να μεταβάλλεται και να περιλαμβάνει όλο και περισσότερους τομείς της ανθρώπινης ύπαρξης. Για τον αναρχικό, η ελευθερία δεν είναι ένας αφηρημένος φιλοσοφικός όρος αλλά η ζωτικής σημασίας δυνατότητα για κάθε άνθρωπο να αναπτύξει πλήρως όλες του τις δυνάμεις, τις ικανότητες και τα ταλέντα που απλόχερα του χάρισε η φύση και τις οποίες πρέπει να χρησιμοποιήσει για το κοινό καλό.»
Οι θεωρητικοί του αναρχισμού, ή τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία αυτών δεν ήταν αφελείς να πιστεύουν πως από τη μια μέρα στην άλλη ως εκ θαύματος όλοι οι άνθρωποι θα αποκτήσουν κοινωνική συνείδηση και όλες οι προκαταλήψεις τους θα εξαφανιστούν. Τους απασχολούσαν τα άμεσα προβλήματα της κοινωνικής αναδόμησης σε οποιαδήποτε χώρα, είτε βιομηχανοποιημένη είτε όχι. Φανταζόντουσαν μια πολύχρωμη κοινωνία, ευέλικτη, στην οποία όλες οι ανάγκες θα καλύπτονται από έναν άπειρο αριθμό εθελοντικών συνεταιρισμών.
Εξ ορισμού, ένας ελευθεριακός δεν μπορεί να επιβάλει τα ιδανικά του στους υπόλοιπους ανθρώπους. Η πίστη του όμως στην κοινωνική εξέλιξη, τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως η κοινωνία την οποία οραματίζεται είναι αυτή στην οποία πορευόμαστε μέσω της φυσικής επιλογής. Ένα παλιό σύνθημα έλεγε πως θα χτίσουμε τον νέο κόσμο στο κέλυφος του παλιού.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Avrich, P. (1988). Anarchist Portraits. Princeton, NJ: Princeton University Press.
Bakunin, M. (1916). God and the State. New York: Mother Earth Publishing
Association.
Bakunin, M. (1990). Marxism, Freedom and the State. Translated and edited with
a biographical sketch by K.J. Kenafick. London: Freedom Press.
Berkman, A. (1929). A.B.C. of anarchism, with a biographical note of the author.
London: Freedom Press.
Berneri, M. L. (1951). Journey through Utopia. Boston: Beacon Press.
Bookchin, M. (1994). To Remember Spain: The Anarchist and Syndicalist
Revolution of 1936. Edinburgh and San Francisco: A.K. Press.
Crowder, G. (1991). Classical Anarchism: The Political Thought of Godwin,
Proudhon, Bakunin, and Kropotkin. Oxford: Clarendon Press.
Encyclopedie Anarchiste. (1934) Paris : Librairie Internationale.
Goldman, E. (1983). Red Emma Speaks: an Emma Goldman Reader.
Ed. by Alix Kates Shulman. New York: Schocken Books.
Goodway, D. (ed.) (1989). For Anarchism: History, Theory, and Practice.
London and New York: Routledge.
Guerin, D. (1970). Anarchism. Translated by M. Klopper. Introduction by
N. Chomsky. New York: Monthly Review Press.
Hobsbawm, E. J. (1973). Revolutionaries; contemporary essays.New York
Pantheon Books. [Chapter on anarchists]
Joll, J. (1980). The Anarchists. London: Eyre and Spottiswoode;
Malatesta, E. (1894); “The Duties of the Present Hour,” from Liberty, August 1894,
reprinted in Robert Graham, ed.
Marx, K., Engels F., and Lenin. (1972). Anarchism and anarcho-syndicalism.
(Selected writings). New York: International Publishers.
Nettlau, M. (1979). Anarchy Through the Times. New York: Gordon.
Nettlau, M. (1982). A short history of Anarchism. Oakland: Barricade Books.
Plekhanov, G.V. (1909). Anarchism and Socialsm. Chicago: C.H. Kerr & Co.
Proudhon, P.J. (1840). What is Property: An Inquiry into the Principle of
Right and Government. trans. B.R. Tucker, 1876. New York:
Humbold, 1890; New York: Dover, 1970; Cambridge, Cambridge
University Press,1994.
Rocker, R. Anarcho-Syndicalism Phoenix Press.
Russell, B. (1919). Proposed Roads to Freedom: Socialism Anarchism, and
Syndicalism. New York: H.Holt & Co.
Wolff, R.P. (1976). In Defense of Anarchism. New York: Harper Colophon.

Τ. 3 Πέντε ποιήματα και μια συνέντευξη του Μαχμούντ Νταρβίς

Πέντε ποιήματα και μια συνέντευξη του Μαχμούντ Νταρβίς

Παρουσίαση-μετάφραση: Δημήτρης Πορφύρης

Την εποχή του προληπτικού πολέμου, η αντιπρόταση είναι προληπτική ποίηση. Γιατί η ποίηση δεν είναι μια ακόμη φράξια –σέκτα ή μειονότητα που επιδιώκει την αναγνώρισή της, αλλά μια τέχνη που σύμφωνα με τον Ντιντερό «οφείλει να έχει κοινωνική αποστολή και χρησιμότητα». «Θάμαι πάντα με το μέρος εκείνων που δεν έχουν τίποτα και που τους αρνούνται ακόμα και την ησυχία αυτού του τίποτα» , διακηρύσσει ο Λόρκα. «… δε θέλουν την πρόοδο, θέλουν την υπεροχή», καταγγέλλει ο Μπρεχτ. «Η Νέα Ρώμη, η Σπάρτη της τεχνολογίας και της ιδεολογίας της παραφροσύνης» καγχάζει την κάθε υπερδύναμη ο Νταρβίς. «Έπαιρνε τα μέτρα τ’ ουρανού με τις αλυσίδες του» ... «έπαιρνε τα μέτρα του χρόνου με τις αλυσίδες του», οικτίρει το λαό του. Ένας απ’ τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της κοινωνικής και ανθρωπιστικής λογοτεχνίας, ο παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούντ Νταρβίς.



Μια φωνή από τον ελαιώνα

Η ηχώ ερχόταν απ’ τον ελαιώνα.
εγώ ήμουν σταυρωμένος στην πυρά
και απέτρεπα τα κοράκια: μη με βασανίζετε.
Θα μπορούσα να επιστρέψω στο σπίτι
κι ο ουρανός να βρέξει
και....να εξαλείψει αυτό
το σαρκοφάγο ξύλο.

Μια μέρα θα κατεβώ απ’ τον σταυρό μου
αλλά τότε, πώς
θα γυρίσω στο σπίτι, γυμνός και ξυπόλητος;

1966










Η φυλακή

Η διεύθυνσή μου άλλαξε.
η ώρα των γευμάτων μου,
το μερτικό του καπνού,
ώς και το χρώμα των ρούχων μου, και το πρόσωπό μου
κ’ η μορφή μου, άλλαξαν.
Το φεγγάρι,
μονάκριβο, εδώ στην καρδιά μου,
και πιο ωραίο και πιο μεγάλο στο εξής.
Και η ευωδιά της γης: αρώματα
και η γεύση της φύσης: γλυκίσματα.
Σα να στεκόμουν στη στέγη του πατρικού μου,
κι ένα άστρο νέο,
ένθετο στα μάτια μου.

1966








Πάνω σ΄αυτή τη γη

Πάνω σ΄αυτή τη γη, υπάρχει ό,τι αξίζει ζωή:
Ο δισταγμός τ’Απρίλη, τ’άρωμα του άρτου της αυγής,
οι απόψεις μιας γυναίκας για τους άντρες,
τα γραπτά τού Αισχύλου, η αρχή της αγάπης,
το χορτάρι στην πέτρα,
μητέρες ν’ ακροπατούν σε φλάουτο
και ο φόβος που εμπνέει η θύμηση στους κατακτητές.

Πάνω σ΄αυτή τη γη, υπάρχει ό,τι αξίζει ζωή:
Το τέλος του Σεπτέμβρη, μια γυναίκα που βγαίνει απ’ τα σαράντα,
η ωρίμανση όλων των βερίκοκών της, η ώρα του ήλιου στη φυλακή,
σύννεφα που αντιγράφουν ένα σκίρτημα των κτισμάτων,
οι επευφημίες ενός λαού γι’ αυτούς που ανεβαίνουν χαμογελαστοί προς τον θάνατό τους
και ο φόβος
που εμπνέουν τα τραγούδια στους τυράννους.

Πάνω σ’ αυτή τη γη, υπάρχει ό,τι αξίζει ζωή:
στέκεται η κυρά της γης, μητέρα των προλόγων και των επιλόγων.
η καλούμενη Παλαιστίνη.
η αποκαλούμενη έκτοτε Παλαιστίνη.
Κυρία μου, αξίζω, αξίζω τη ζωή,
γιατί εσύ είσαι η Κυρία μου.

1986






Στη μητέρα μου

Νοσταλγώ το ψωμί της μητέρας μου
τον καφέ της ,τα χάδια της...
την πλησμονή της παιδικότητας.
Μέρα με τη μέρα,
λάτρευα τη ζωή,
γιατί αν πέθαινα,
θα ντρεπόμουν για τα δάκρυα της μητέρας μου.

Αν κάποτε γυρίσω,
φτιάξε από μένα μια σκιά για τα βλέφαρά σου.
Σκέπασε τα κόκκαλά μου μ’ αυτή τη χλόη, τη βαπτισμένη στ’ αθώα τακούνια σου.
Συγκράτησέ με από μια πόρπη των μαλλιών σου,
ως μια κλωστή που θα κρέμεται απ’ το στρίφωμά σου...
Κι ίσως τότε νάμαι ένας θεός,
περίπου ένας θεός,
αν θ’ άγγιζα την καρδιά σου...

Αν κάποτε γυρίσω, θάψε με.
προσάναμμα στην εστία σου.
Και άπλωσέ με στο σκοινί με τ’ ασπρόρουχα,
στην ταράτσα του σπιτιού σου.
Δε στέκομαι όρθιος χωρίς την προσευχή σου.
Γέρασα. Φέρε μου τα παιδικά μου αστέρια
κι εγώ θα τα μοιραστώ με τους νεοσσούς,
στο δρόμο της επιστροφής
στη φωλιά της προσμονής σου.

1966






To ποίημα της γης

1

Το Μάρτη, τη χρονιά της Ιντιφάντα, η γη
μας αποκάλυψε τα αιμάτινα μυστικά της.
Το Μάρτη, πέντε κόρες πέρασαν μπροστά
απ’τις πασχαλιές και τις σφαίρες.
Όρθιες στην πόρτα ενός σχολειού
αναφλέγησαν σε ρόδα και θυμάρι της πατρίδας.
εισηγήτριες του άσματος της άμμου.
Εισχώρησαν μες στον κλοιό, σ’οριστική περίπτυξη.
Ο Μάρτης έρχεται στη γη, στα έγκατά της
Καταφθάνει και στο χορό των κοριτσιών.
Οι πασχαλιές λυγίζουν ελαφρά για να διέλθουν οι φωνές τους.
Τα πουλιά τείνουν το ράμφος τους στην κατεύθυνση του ύμνου
και της καρδιάς μου.
Εγώ είμαι η γη,
και η γη, είσαι συ
Χαντίτζα! Μην κλείνεις την πόρτα.
Μην προσχωρείς στη λήθη.
Tο Μάρτη, πέντε κόρες πέρασαν μπροστά
απ’ τις πασχαλιές και τις σφαίρες.
Έπεσαν στην πόρτα ενός δημοτικού σχολειού.
Στα δάχτυλα, η κιμωλία παίρνει τα χρώματα πουλιών.
Το Μάρτη, η γη μας αποκάλυψε τα μυστικά της.

1977




Αποσπάσματα από συνέντευξη του ποιητή στη γαλλική εφημερίδα «L’Ηumanité» στις 15/04/04

Δημ.: Μια προηγούμενη σειρά συνεντεύξεών σας έφερε τον τίτλο «Η Παλαιστίνη ως μεταφορά». Πώς ακριβώς εννοείτε αυτόν τον χαρακτηρισμό;
Νταρβις: Ο εκδότης μου επέλεξε αυτόν τον τίτλο. Αυτή η μεταφορά επιτρέπει να μιλήσουμε για την ποίηση: για τη σχέση του ανθρώπινου πλάσματος με την ιστορία του, την ύπαρξή του, τη φύση, το εγώ του όσο και για τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες του. Για μένα η Παλαιστίνη δεν είναι ένας περιορισμένος γεωγραφικός χώρος. Αυτή επαναφέρει το αίτημα της Δικαιοσύνης, της Ελευθερίας, της Ανεξαρτησίας αλλά επίσης παραπέμπει σ’ έναν τόπο πολιτιστικού πλουραλισμού και συνύπαρξης. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που εγώ υπερασπίζομαι και στην επίσημη ισραηλινή νοοτροπία –θα έλεγα στην κυρίαρχη νοοτροπία σήμερα στο Ισραήλ–είναι ότι αυτή εδώ οδηγεί σε μια αντίληψη αποκλειστικότητας της Παλαιστίνης, ενώ για εμάς πρόκειται για έναν τόπο πολυσήμαντο. Γιατί εμείς δεχόμαστε την ιδέα ενός πλουραλισμού πολιτισμικού , ιστορικού και θρησκευτικού στην Παλαιστίνη. Αυτή τη χώρα κληρονομήσαμε. Αυτή δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατη, ούτε ανήκε μόνο σ’ έναν λαό. Μέσα απ’ τα γραπτά μου, αναγνωρίζομαι ως παιδί των πολλών διαδοχικών πολιτισμών. Υπάρχει θέση για την εβραϊκή, ελληνική, χριστιανική, μουσουλμανική φωνή. Η αντίπαλη οπτική επικεντρώνει όλην την ιστορία της Παλαιστίνης μέσα στην εβραϊκή της περίοδο. Εγώ δεν έχω το δικαίωμα να τους προσάψω την αντίληψη που έχουν για τους εαυτούς τους. Μπορούν να καθορίσουν την ταυτότητά τους οπως θέλουν. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αντίληψη ταυτότητας σημαίνει την άρνηση αυτής του άλλου. ...

Δημ. Επιτρέψτε μου αυτήν την ερώτηση την κάπως άκομψη, αλλά η ποίηση στο υψηλότερο νόημά της, όπως εσείς την εξασκείτε σήμερα, μπορεί να αποτελέσει μια εναλλακτική της θρησκείας;
Νταρβίς: Ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ έλεγε ότι η φαντασία είναι μια νέα θρησκεία. Ολόκληρο το κίνημα του Ρομαντισμού εννοεί να υποκαταστήσει την ποιητική έμπνευση από την θρησκευτικο-προφητική. Εγώ πιστεύω, ότι η θρησκεία και η ποίηση προήλθαν απ’ την ίδια πηγή, αλλά η ποίηση δεν είναι μονοθεϊστική. Όπως το διατύπωσε ο Χάιντεγκερ, «αυτή διορίζει τους θεούς». Η ποίηση βρίσκεται σε διαρκή εξέγερση ενάντια στον εαυτό της, αδιάκοπα μεταβάλλεται. Η θρησκεία είναι σταθερή, παγιωμένη, μόνιμη. Αντίθετα, το αίτημα του «αγνώστου» τούς είναι κοινό. Η ποίηση τείνει προς το αθέατο χωρίς να βρίσκει λύση. Η θρησκεία βρίσκει μια λύση άπαξ και δια παντός. Μήπως το μεγάλο πρόβλημα του Μαρξισμού δεν ήταν ότι κάποια στιγμή έγινε θρησκεία;

Δημ: Η ποίηση είναι σήμερα συμβατή με τη θρησκεία υπό τη μορφή της την πιο βίαιη και διεκδικητική;
Νταρβίς: Ο φανατισμός εμποδίζει την ποίηση να διαδοθεί. Ο μανιχαϊσμός του δεν ταιριάζει καθόλου στην ποίηση. Ο φανατισμός διαθέτει προειλημμένες απαντήσεις. Ο ποιητής είναι αυτός που αμφισβητεί και δέχεται τον άλλον. Μου φαίνεται ότι η Ποίηση είναι συνυφασμένη με την Ειρήνη. Η ποίηση εκστασιάζεται μπροστά στο γυναικείο κάλλος και στην ομορφιά των πραγμάτων. Ο φανατισμός απομονώνει τη γυναίκα και την κρύβει. Η ποίηση αγαπά το κρασί. Ο φανατισμός το απαγορεύει. Η ποίηση ιεροποιεί τις γήινες απολαύσεις. Ο φανατισμός μανιωδώς αντιτίθεται.Η ποίηση ελευθερώνει τις αισθήσεις. Ο φανατισμός τις χαλιναγωγεί. Η ποίηση εξανθρωπίζει τους Προφήτες, γι’ αυτό η κουλτούρα η προερχόμενη απ’ τον θρησκευτικό φανατισμό είναι κατ’ εξοχήν αντι-ποιητική. Ο φανατισμός μπορεί να φτάσει να καταργήσει κάθε τι που αντιτίθεται στην κοσμοαντίληψή του. Στις μορφές του τις πιο ακραίες, αντιπροσωπεύει ένα θανάσιμο κίνδυνο για την ποίηση και γιά τους ποιητές. Κατά τη διάρκεια της Χρυσής Εποχής της Αραβικής Ποίησης (9ος –11ος αι) το κράτος ήταν αρκετά ανεκτικό, ανοικτό σε όλες τις κουλτούρες. Υπήρχε κυρίως μια πολύ ερωτική και βακχική ποίηση. Ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός είναι ο ίδιος μια αντίδραση στον αμερικάνικο και ισραηλινό φονταμενταλισμό και φανατισμό. Ο παγκόσμιος αμερικάνικος δεσποτισμός, όπως παρουσιάζεται σήμερα, επιφέρει τη νομιμοποίηση του μουσουλμανικού φανατισμού. Όταν οι Αμερικάνοι μιλούν για «τρομοκρατία» ως αναπόσπαστο στοιχείο του Ισλάμ, αυτοί εξωθούν τους μουσουλμάνους σε κάποιες ακρότητες. Η σύγχρονη μάχη που εμφανίζεται ως διαπάλη μεταξύ πολιτισμών, δεν είναι άλλη παρά μια διαμάχη ανάμεσα σε φανατισμούς. Δεν πρόκειται για πόλεμο πολιτισμών, αλλά για πόλεμο ανάμεσα σε διαφορετικές βαρβαρότητες.

Δημ. Η ποίησή σας σημαδεύτηκε από τον χαρακτηρισμό που της απέδωσε ο Ρίτσος ως «επικό λυρισμό». Πιστεύετε ότι αυτός ο χαρακτηρισμός ευσταθεί ώς και σήμερα, δοθέντος ότι στη Δύση πρόκειται για μια φόρμα παρωχημένη εδώ και αιώνες;
Nταρβίς: Η επική ποίηση με την κλασική έννοια, έχει εξαφανισθεί εδώ και αρκετό καιρό. Αυτή είναι, όπως το απέδειξε και ο Χέγκελ, συνυφασμένη με τους αρχαίους πολιτισμούς. Ο λυρισμός έχει διαχρονική αξία γιατί πάντα υπάρχει ένας πλουραλισμός του εγώ. Αυτή η μορφή ποίησης εκφράζει λεπτομέρειες και μέρη της ψυχής ενός λαού. ...Όταν ο Ρίτσος ορίζει την ποίησή μου ως ένα «επικό λυρισμό» επιχειρεί να μιλήσει για τη δομή του ποιήματος και για την πολλαπλότητα των φωνών στο εσωτερικό του. Δεν υπάρχει μόνο η φωνή μου αλλά και οι άλλες που εκφράζουν το σύνολο. Η ποίησή μου δεν τοποθετείται μέσα σ’ ένα χώρο περιορισμένο και προσωπικό αλλά σ’ έναν ευρύ χώρο στο ιστορικο-γεωγραφικό γίγνεσθαι, εξ ου και κάποια στοιχεία που παραπέμπουν στην επική ποίηση. Ο λυρισμός αυτών των ποιημάτων δεν είναι πολύ προσωπικός, ούτε ατομικός. Είναι ένας συλλογικός λυρισμός...

Δημ: Η ποίηση μπορεί να βοηθήσει ένα λαό να είναι ο εαυτός του ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες επιβίωσης;
Νταρβίς: Νομίζω ότι ο ρόλος της ποίησης σ’ έναν εθνικό αγώνα δεν εξυπακούεται. Η επιρροή της δεν είναι άμεση. Αυτή αποτελεί ένα διαρκές ταξίδι ανάμεσα σε κουλτούρες και χωροχρόνους. Με αυτήν την έννοια δεν πιστεύω σε μια εθνική ποίηση. Καθώς ο ποιητής είναι το παιδί μιας εποχής και μιας δεδομένης γλώσσας, αυτός συμβάλλει αδιαμφισβήτητα στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας ενός λαού, διαδραματίζοντας ένα ρόλο πολιτισμικής σημασίας. ..
Στη δεκαετία του’50, εντός του αραβικού κόσμου αλλά και στον κόσμο ολόκληρο, η στρατευμένη ποίηση, κυρίως στη δική σας, στον Αραγκόν, ο ποιητής είχε ένα ρόλο άμεσα πολιτικό. Ο κόσμος ήταν λιγότερο σύνθετος απ’ ό,τι σήμερα. Στην περίπτωσή μας, η ισραηλινή κατοχή είναι μια κατάσταση χρόνια σ’ αντιδιαστολή με τη γερμανική κατοχή στη Γαλλία. Ποιός καλλιτέχνης μπορεί ν’ αναλαμβάνει διαρκώς το ρόλο του ποιητή των ανάλογων συνθηκών, του στρατευμένου ποιητή με την κλασσική έννοια; Aν αυτός προτίθεται να διαδραματίζει αυτόν το ρόλο, η κατοχή θα πετύχει επίσης να σκοτώσει την ποίηση.

Τ. 2 Ψηφιδωτό, η τέχνη των μουσών

Ψηφιδωτό, η τέχνη των μουσών

Πελαγία Αγγελοπούλου




Το ψηφιδωτό είναι ένα πολύ αρχαίο, πολύ σύγχρονο και πολύ αμφιλεγόμενο εί­δος των εικαστικών τεχνών. Θα προσπαθήσω λοιπόν να αναπτύξω σύντομα, τις διάφορες φάσεις της εξελικτικής του πορείας και τις τεχνικές ώστε να γίνουν κατανοητά ο ρόλος και η μορφή που έχει ή που θα έπρεπε να έχει σαν μια μνημειακή τέχνη στον 21ο αιώνα. Είναι δε ένα ξεχωριστό είδος που πρέπει να αξιολογείται και να εκφράζεται με τους δι­κούς του όρους γιατί έχει δικούς του κανόνες και ύφος.

Η λέξη μωσαϊκό προέρχεται από την ελληνική λέξη μούσα. Η επίσης ελληνική ονομασία ψηφιδωτό προέρχεται από την λέξη «ψήφος» (μικρή πέτρα). Ένας ορισμός της τέχνης αυτής θα μπορούσε να είναι ο εξής:

Ψηφιδωτό είναι μια εικόνα συνεκτική της οποίας το κάθε επί μέρους στοιχείο είναι κτισμένο από μικρά ή μεγάλα κανονικά ή ακανόνιστα κομμάτια πέτρας, μαρμάρου, γυα­λιού, κεραμικών κτλ συνδεδεμένα με κονίαμα. Καλύπτουν δε ολόκληρη ή μέρος μιας επίπε­δης ή καμπύλης επιφάνειας ή ακόμη κι ένα τρισδιάστατο σχήμα.

Το ψηφιδωτό αντιμετωπίζονταν σαν μια μορφή ζωγραφικής με μεγαλύτερη αντο­χή και διάρκεια στον χρόνο και στις συνθήκες περιβάλλοντος, υγρασίας και θερμοκρασί­ας. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκε η ζωγραφική της αιωνιότητας.

Ο καλλιτέχνης του ψηφιδωτού θα πρέπει να είναι βαθύς γνώστης των σύνθετων προβλημάτων των τεχνικών και της αισθητικής του μέσου.

Οι τεχνικές του ψηφιδωτού

Το υπόστρωμα των εντοίχιων ψηφιδωτών είναι λιθοδομή ή πλινθοδομή και επάνω σε αυτήν έχουν τοποθετηθεί στρώματα ασβεστοκονιάματος με αυξανόμενο πάχος.

Στα δάπεδα, αφού πιεζόταν το χώμα και ισιωνόταν κατά το δυνατόν η επιφάνεια, έβαζαν ένα παχύ στρώμα ασβεστοκονιάματος με χοντρό χαλίκι και κομμάτια κεραμικού και μετά δεύτερο με μικρότερα χαλίκια. Και στις δυο περιπτώσεις τοίχων και δαπέδων, το τελικό στρώμα κονιάματος, όπου και γίνεται η ψηφοθέτηση, είναι ασβέστης, άμμος ποταμού, κεραμικό σε μορφή σκόνης και θηραϊκή γη.

Επίσης είναι σημαντικό να δοθεί προσοχή στην ποιότητά τους, διαφορετικά υπάρχει πρόβλημα αποκόλλησης από το εσωτερικό υπόστρωμα, ή διάλυσής τους από την υγρασία.

Οι ψηφίδες που είναι από μάρμαρα, σμάλτα, πέτρες ή ακόμα και βότσαλα πιέζο­νται στο τελευταίο στρώμα κονιάματος, όταν είναι ακόμη νωπό και εύπλαστο. Παρα­μένει δε υγρό για περίπου 4-5 ώρες και ο ψηφοθέτης βάζει καθημερινά τόση ποσότητα, όση χρειάζεται για να εργαστεί στο χρονικό διάστημα μέχρι να στεγνώσει.

Εξυπακούεται ότι ο καλλιτέχνης εκτός από την έμπνευση και την αισθητική πρέπει να έχει και υψηλού επιπέδου τεχνικές ικανότητες και γνώσεις.

Τα ιστορικά ψηφιδωτά είχαν φιλοτεχνηθεί από δημιουργούς που ανήκαν στις αυτοκρατορικές αυλές ή τις πολιτείες και όχι από τον απλό λαό. Κάθε καλλιτέχνης είχε την δική του ποικιλία χρωματικών αποχρώσεων. Στην αρχαιότητα και την Ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιούσαν κυρίως φυσικές πέτρες. Ενώ στους Βυζαντινούς χρόνους η χρή­ση σμάλτων είναι πιο συνήθης. Έτσι λοιπόν μικρά εργαστήρια παρήγαν αυτό το είδος υαλόμαζας, που όφειλε την εξαιρετική ποιότητα και τα λαμπερά της χρώματα, σε οξείδια μέταλλων και ορυκτά άλατα. Οι χρυσές ψηφίδες ήταν κατασκευασμένες από κανονικό γυαλί, πάνω σε αυτό ρευστό, καθαρό χρυσό και τέλος ένα πολύ λεπτό, διάφανο στρώμα γυαλιού για προστασία. Έτσι το χρυσό διατηρούσε την λάμψη του για εκατοντάδες χρόνια.

Για να κοπούν τα μεγάλα κομμάτια πέτρας και μαρμάρου χρησιμοποιείται ένα ει­δικό ατσάλινο σφυρί, με δυο πολύ κοφτερές πλευρές και ένα μεγάλο ατσάλινο επίσης κο­φτερό δόντι, στηριγμένο σε μια βάση από συμπαγές ξύλο. Ένα ακόμα εργαλείο είναι η πένσα με την οποία ο ψηφιδογράφος κόβει τις πέτρες σ’ όποιο μέγεθος και σχήμα επιθυ­μεί.

Δυο είναι οι βασικές μέθοδοι ψηφοθέτησης: Η κατ’ ευθείαν, που είναι και η αρ­χαιότερη, και η έμμεση, η αντίστροφη.

Η κατ’ ευθείαν χρησιμοποιήθηκε στους αρχαίους και βυζαντινούς χρόνους. Είναι η μόνη που μπορεί να δώσει καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και την τέλεια αίσθηση της ανάγλυφης κυματιστής επιφάνειας , που συλλαμβάνει το φως και το αντανακλά, με ένα τρόπο σαν να παράγεται απ’ αυτήν. Καθώς κάθε πέτρα πιέζεται ξεχωριστά πάνω στο υγρό εύπλαστο κονίαμα με εξαιρετική ακρίβεια, ο καλλιτέχνης ελέγχει κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου.

Στον έμμεσο τρόπο υπάρχει αντίστροφα σχεδιασμένη πάνω σε χαρτί η καμπότο, η σύνθεση που θα γίνει ψηφιδωτό. Κατόπιν κάθε ψηφίδα τοποθετείται στο χαρτί η το ύφασμα με την μπροστινή όψη προς τα κάτω, χρησιμοποιώντας μια κόλλα που διαλύεται με νερό, όπως η αλευρόκολλα. Βέβαια δεν υπάρχει δυνατότητα ποικιλίας στην ψηφο­θέτηση και η τελική επιφάνεια γίνεται αρκετά επίπεδη. Το πλεονέκτημα αυτού του τρόπου είναι ότι γίνεται ευκολότερα. Όμως η διαδικασία της αντίστροφης ψηφοθέτησης έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ημί-βιομηχανοποίηση του ψηφιδωτού και έχει πάντα καθαρά διακοσμητικό αποτέλεσμα.

Ιστορική αναδρομή στο ψηφιδωτό

Προσπαθώντας μια αναδρομή στην ιστορική και αισθητική εξέλιξη της τέχνης αυτής, βρίσκουμε αρχικά, τις προσόψεις των Σουμμεριακών χτισμάτων που χρονολογού­νται στο τέλος της τέταρτης χιλιετηρίδας και που μπορεί να συσχετιστούν με το ψηφιδω­τό. Την δε νεολιθική περίοδο στην Κρήτη βρέθηκαν δάπεδα με ακατέργαστα βότσαλα χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο.

Τον 6ο αιώνα ψηφιδωτά από βότσαλα με συγκεκριμένα πλέον σχέδια, ανώριμα όμως αισθητικά, βρίσκονται στην Όλυνθο. Με το ίδιο επίσης υλικό τον 4ο αιώνα στην Πέλλα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας και γενέτειρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βρέθηκαν υπέροχα ψηφιδωτά με λαμπερά χρώματα και με εμφανή την βαθιά γνώση και το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για να αποδώσει την πλαστικότητα των μορφών. Υπάρχει δε η υπογραφή του, ονομαζόταν Γνώσις.

Το 325 π.Χ στον Ναό του Διός στην Ολυμπία μερικές από τις πέτρες έχουν κοπεί με αδέξιο τρόπο για μεγαλύτερη ακρίβεια. Έτσι έχουμε την γέννηση της ψηφίδας.

Στα υπέροχα ψηφιδωτά της Δήλου τέλους του 2ου αιώνα έχει επιτευχθεί η μετάβα­ση σε επιδέξια κομμένους και χρωματιστούς κύβους.

Οι Έλληνες καλλιτέχνες κράτησαν την κυρίαρχη θέση στο σχέδιο και την δη­μιουργία των ψηφιδωτών, όχι μόνο κατά τους κλασσικούς χρόνους αλλά και κατά την διάρκεια του μεσαίωνα. Ψηφιδωτά εξαιρετικής τέχνης φιλοτεχνήθηκαν σε πολλά μέρη όπως την Έφεσο, Αντιόχεια, Τυνησία, Κύπρο και την Πομπηία, όπου ανάμεσα σε αλλά το περίφημο ψηφιδωτό του Αλέξανδρου πολεμώντας τον πέρση βασιλιά Δαρείο.

Όταν ο Γκαίτε το είδε λίγες μέρες πριν πεθάνει, έγραψε: «Η δική μας και οι γενιές του μέλλοντος, δεν θα μπορούν καν να το προσεγγίσουν και με πολύ προσεκτική σκέψη και μελέτη θα είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέφουμε ξανά και ξανά με μόνο καθαρό και απλό θαυμασμό.

Ένα άλλο είδος, τα ασπρόμαυρα δάπεδα, ήταν ρωμαϊκό επίτευγμα. Η τομή ανάμεσα στα κλασσικά ρωμαϊκά και μεσαιωνικά χριστιανικά ψηφιδωτά δεν είναι καθα­ρή. Η αλλαγή κατεύθυνσης παρά την αλλαγή θρησκείας έγινε βαθμιαία και όχι επανα­στατικά.

Η πρώτη αξιοσημείωτη ένδειξη αλλαγής είναι ο θόλος της κυκλικής κιονοστοιχί­ας στην εκκλησία Stanza Constanza στην Ρώμη χρονολογούμενος πριν το 350 μ.Χ και εί­ναι το πιο φίνο και το μεγαλύτερο ρωμαϊκό ψηφιδωτό σε τόξο.

Το φόντο όπως σε όλα τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά είναι συντεθειμένο από ημίλευκες μαρμάρινες ψηφίδες, ενώ τα σμάλτα χρησιμοποιούνται για τις φιγούρες και το διάκοσμο.

Η Stanza Constanza σηματοδοτεί το τέλος της αισθητικής της όψιμης αρχαιότη­τας και την εντυπωσιακή έναρξη της χιλιετούς πορείας του ψηφιδωτού στην υπηρεσία της εκκλησίας ως του πλέον εκλεπτυσμένου και πολυτελούς είδους στις μεσαιωνικές τέχνες.

Κατά τους κλασσικούς χρόνους η πλειοψηφία των ψηφιδωτών δαπέδων είχαν πα­ραγγελθεί από ιδιώτες χορηγούς. Ενώ τον μεσαίωνα οι ψηφιδογράφοι εργάζονταν για τους άρχοντες και την εξουσία με την υπερφυσική αυθεντία, οι οποίοι είχαν και την ικα­νότητα να ξοδεύουν αξιοσημείωτα μεγάλα χρηματικά ποσά. Το γεγονός αυτό βοήθησε να επεκταθεί ο ρόλος και το μέγεθος των ψηφιδωτών. Μια άλλη αλλαγή ήταν σε αυτήν τη φύση του μέσου. Όταν τώρα είχε να καλύψει επιφάνειες τόξων, θόλων, τοίχων και όλων των σύνθετων αρχιτεκτονικών στοιχείων, ο ψηφιδωτός διάκοσμος γίνεται ένα πρόβλημα πιο σύνθετο απ’ ό,τι ήταν από την εποχή των απλών παραλληλόγραμμων δα­πέδων. Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι ο ρόλος τους δεν είναι πλέον η δια­κόσμηση σαν αυτοσκοπός αλλά επιχειρούσε να επηρεάσει ψυχολογικά το κοινό προπα­γανδίζοντας την πίστη.

Δεν φιλοδοξεί πλέον να συλλάβει και να αποδώσει τον κόσμο όπως ακριβώς ήταν αλλά να αποδώσει τους πατρόνες της εξουσίας όπως εκείνοι ήθελαν να προβάλλουν εαυ­τούς προς τους υπηκόους τους δηλαδή εξιδανικευμένους.

Το ψηφιδωτό λοιπόν που από την φύση του τείνει στην αφαίρεση και την σχημα­τοποίηση, έχει δε μορφή πολυτελή και μνημειακή, ήταν απόλυτα κατάλληλο για τον σκο­πό αυτό.

Η μακρόχρονη διαδικασία της εργασίας με ένα δύσκαμπτο και δύσχρηστο αντι­κείμενο λειτουργεί σαν φίλτρο που εξαϋλώνει και αποπροσωποποιεί την εντύπωση της πραγματικότητας και την καλλιτεχνική έμπνευση και αποστασιοποιεί το έργο από τον δημιουργό του. Οι κοινωνικοί κανόνες και αξίες, επηρεάζουν το ύφος του Βυζαντι­νού ψηφιδωτού, αλλά και το ψηφιδωτό επηρεάζει την αισθητική του βυζαντίου και κυριαρχεί ανάμεσα στις τέχνες της ιστορικής αυτής περιόδου.

Ο χριστιανικός ψηφιδωτός διάκοσμος παρ’ ότι καλύπτει μεγάλο μέρος των κτιρί­ων, είναι στοιχείο που η σύλληψη της σύνθεσής του γινόταν αφού τελείωνε η οικοδομή ακολουθώντας τις γραμμές του, αλλά ανεξάρτητα από την αρχιτεκτονική τους λειτουρ­γία.

Η δυνατότητα της χρήσης μεγάλης ποικιλίας χρυσού και χρωματιστής υαλόμαζας έχει σαν αποτέλεσμα εξαιρετικές ποιότητες, πολυτέλεια και εντυπωσιακούς ιριδισμούς του φωτός. Η αδρή επιφάνεια του ψηφιδωτού και οι κύβοι που την αποτελούν, δεν αντανακλούν ομοιόμορφα το φως, αλλά όπως ο θεατής κινείται εχει την αίσθηση μιας επιφάνειας που τρεμοπαίζει με μια απαλή λάμψη, σαν ένα πολυτελές χαλί δουλεμένο με χρυσή κλωστή.

Τα χαμηλά τμήματα των κτιρίων, καλύπτονταν από χρωματιστά μάρμαρα και τα νερά τους σχημάτιζαν συμμετρικά σχέδια. Μάρμαρα και ψηφιδωτά δημιουργούσαν πο­λυτελείς επιφάνειες που κάλυπταν την συμπαγή δομή που βρίσκονταν πίσω από αυτά. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος δείχνει σαν να αντανακλάται πάνω στους τοίχους από μια μακρινή πηγή φωτός όπως οι εικόνες πάνω στην οθόνη.

Οι θόλοι συμβολίζουν τον ουρανό και οι κίονες που τους στηρίζουν δίνουν τον μόνο απτό συσχετισμό της κλίμακας του κτιρίου με τον άνθρωπο διατηρώντας την σχέση του μέτρου αυτού του κόσμου, που διαφορετικά θα χανόταν σε ένα κόσμο άσπιλου πνεύ­ματος, όπου το βάρος και η ύλη εξαφανίζονται.

Ο έμπειρος καλλιτέχνης, γνώστης βαθύς της ισορροπίας και των οπτικών διορ­θώσεων σχεδιάζει τις συνθέσεις επιμηκύνοντας η παραμορφώνοντας τα σχήματα όταν χρειάζεται να λύσει σύνθετα προβλήματα που δημιουργούσαν τα τόξα, οι αψίδες αλλά και η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις εικόνες και τους θεατές. Η απόσταση κάνει επίσης πιο αναγκαία απ’ ό,τι στα δάπεδα, την αφαίρεση και την απλοποίηση, δεδομένου ότι φί­νες λεπτομέρειες δεν θα ήταν ευδιάκριτες. Πολλές φορές ψηφιδωτά από ατυχή σχεδια­σμό έμειναν στην αφάνεια έως ότου τα αποκαλύψει και προβάλει η σύγχρονη κάμερα. Ίσως βέβαια σε αυτό να υπάρχει και ένα στοιχείο χριστιανικού μυστικισμού όπου ο ευ­σεβής καλλιτέχνης αφιερώνει χρόνια υπομονετικής εργασίας, σαν μια μορφή ψαλμών με χρώματα προορισμένων να είναι ορατοί μόνο από τους ουράνιους άρχοντες.

Οι φιγούρες στις ψηφιδωτές συνθέσεις των βυζαντινών εκκλησιών ποικίλουν σε κλίμακα. Το θείον δεν περιγράφεται ούτε εκφράζεται με φόρμες της γήινης πραγματι­κότητας. Απλά και διακριτικά την υπαινίσσεται. Είναι σχηματοποιημένες και αυστηρές προσκολλημένες σε μια καθεστηκυία παράδοση. Έτσι συνήθως ο Χριστός και η Πανάγια είναι σε κολοσσιαίο μέγεθος στον κεντρικό θόλο η το ημιθόλιο της αψιδας.

Οι απόστολοι παρουσιάζονται σε υπερφυσικό μέγεθος αντίθετα με άλλες μορφές με δευτερεύοντες ρόλους. Η αυθαίρετη αυτή απομάκρυνση από το πραγματικό, αξιολο­γεί την θέση τους στην ιεραρχία. Ακόμη κι όταν οι μορφές εμφανίζονται σε κίνηση ανα­παριστώνται καταμέτωπο. Η ιερατική τελετουργική Βυζαντινή στάση και σχηματοποίη­ση, φέρνει τις ιερές μορφές πιο κοντά στους θεατές, ενώ την ίδια στιγμή αποστασιοποιη­μένες νοητικά απομακρύνονται στην διάσταση του μεγαλειώδους και του υπερβατικού.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά και εντυπωσιακά έργα της βυζαντινής ψηφιδογραφίας, είναι αυτά της εκκλησίας του Αγίου Βιτάλιου στην Ραβέννα του 6ου μ.Χ αιώνα και εξ αυ­τών τα πλέον προβεβλημένα εκείνα που αναπαριστούν τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τις συνοδείες τους, όπου και είναι εμφανής η επιρροή της αρχαίας ανατολής στην εξιδανίκευση, σχεδόν την θεοποίηση της βασιλικής εξουσίας.

Ίδιας περίπου εποχής είναι τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά των βυζαντινών ναών της Θεσσαλονίκης, από τα ωραιότερα δείγματα της τέχνης αυτής δηλαδή, της Ροτόντας ,του Όσιου Δαυίδ, της Αχειροποιήτου, του Αγίου Δημητρίου, που είναι του 5ου αιώνα, και των μεταγενέστερων, της Αγίας Σοφίας και των Αγίων Αποστόλων του 9ου και 14ου αντίστοιχα.

Βυζαντινοί καλλιτέχνες του ψηφιδωτού καλούνται από τον χαλίφη της Δαμασκού και αργότερα στην Κόρδοβα για να διακοσμήσουν τα τεμένη τους. Στην Ρωσία το 989 ο Μεγάλος Δούκας Βλαδίμηρε του Κίεβου, καλεί καλλιτέχνες κατευθείαν από την Κων/πολη. Έλληνες ψηφιδογράφοι κάνουν την Αγία Σοφία του Κίεβου εξαίρετο δείγμα βυζαντινής τέχνης.

Από τον 9ο αιώνα που έληξε η περίοδος της εικονοκλασίας, έως τον 12ο το βυζα­ντινό ύφος φτάνει την κορύφωση της έκφρασής του. Τα ψηφιδωτά που σώζονται στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης δεν φιλοτεχνήθηκαν με ένα συγκεκριμένο πλάνο αλλά σε διαφορετικές στιγμές σε διαφορετικούς αιώνες. Μερικά δε από αυτά είναι πορ­τραίτα ηγεμόνων αφιερωμένα από τους διαδόχους τους.

Οι προσωπογραφίες των αυτοκρατόρων είναι παγερές από την πολυτέλεια και άκαμπτες σαν μάσκες. Σε αυτές κυριαρχεί η αίσθηση της δεξιοτεχνίας και όχι της τέχνης. Αντίθετα η σύνθεση της δέησης, τέλος του 12ου αιώνα, είναι έργο ανυπέρβλητης αισθητι­κής άξιας. Αυτή απεικονίζει τον Χριστό μεγαλοπρεπή, πλαισιωμένο από την Παναγία και τον βαπτιστή Ιωάννη.

Ο εσωτερικός ψηφιδωτός διάκοσμος της Μονής της Χώρας επίσης στην Κωνστα­ντινούπολη, αποτελεί ένα υπέροχο δείγμα του 14ου αιώνα. Ο αριθμός των ψηφιδωτών που σώθηκαν στην μητρόπολη του βυζαντίου, είναι σχετικά μικρός. Γι’ αυτό μπορούν να δώσουν μια ελάχιστη μόνον ιδέα από το μεγαλείο, τη χλιδή και τη λάμψη της Πόλης. Με δύναμη αλλά και με βαθύ θρησκευτικό ύφος, ήταν τα εξαιρετικά υψηλής τέχνης ψηφιδω­τά του 12ου αιώνα στις ελληνικές μονές του Δαφνίου στην Αττική, του Οσίου Λουκά στην Φωκίδα και τη Νέα Μονή στην Χίο, τα οποία είχαν φιλοτεχνηθεί από αυτοκρατορι­κά εργαστήρια που είχαν σταλεί στην Ελλάδα και με αυτοκρατορική χορηγία.

Τα ψηφιδωτά της πρωτεύουσας αλλά και αυτά που πατρονάριζε είχαν πάντα την επίδραση του ύφους της. Δηλαδή πλούσια και επίπεδα χρώματα σε χρυσό φόντο και φόρ­μες προσδιορισμένες από καθαρά περιγράμματα. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου και των χρόνων που ακολούθησαν η σχηματοποίηση των λεπτομερειών παράγεται από σχήματα με αυστηρές γωνίες, σε αντίθεση με την κλασσική εποχή που αναζητά τις κα­μπύλες.

Ο καθεδρικός ναός του Monreale στο Παλέρμο της Σικελίας καλύφθη­κε με ψηφιδωτά μέσα σε 10 χρόνια μόνο. Αν και οι συνθέσεις έγιναν με βάση τον αρχιτε­κτονικό σχεδιασμό και παρ’ ότι διασώζονται σαν συνολικό έργο, η αισθητική τους προ­καλεί πολλά ερωτηματικά, ενώ περισσότερο προκαλεί το μέγεθός τους.

Μια άλλη αξιοσημείωτη περίπτωση είναι ο Καθεδρικός ναός στο βενετσιάνικο νησί Τορτσέλο, χρονολογούμενος περίπου το 1100, όπου οι διακοσμητικές αψίδες με τους απόστολους και η μοναχική μορφή της Παναγίας είναι έργα ελλήνων καλλιτεχνών.

Τον 13ο αιώνα το εργαστήριο του Βατικανό ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα. Ο τελευταίος καλλιτέχνης ψηφιδωτού που ήταν σχεδιαστής και εκτελεστής του έργου του, ήταν ο Maziano da Breva και έργα του χρονολογούμενα από το 1576 βρίσκονται στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης.

Παρακμή της τέχνης του ψηφιδωτού

Ακολουθεί η εποχή όπου ο ζωγράφος σχεδιάζει ψηφιδωτά τα οποία πραγματο­ποιεί τεχνίτης του είδους. Ελαιογραφίες και φρέσκα κυριαρχούν και οι προσωπικότητες των ζωγράφων καθώς και οι τεχνικές της ζωγραφικής επηρεάζουν και καθορίζουν ακόμη και την τέχνη του ψηφιδωτού προκαλώντας για μακρύ χρονικό διάστημα την παρακμή και εξαφάνιση της μετά από τα χίλια χρόνια εντυπωσιακής πορείας.

Το 1727 ο Πάπας Βενέδικτος ο 13ος ιδρύει ένα παπικό εργαστήριο όπου μετέφρα­ζαν ζωγραφικούς πίνακες σε ψηφιδωτό. Το δε εργοστάσιο σμάλτων του Βατικανό, παρή­γε εικοσιοχτώ χιλιάδες χρωματικές αποχρώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν έργα δεξιοτεχνίας, που όμως δεν είχαν τις αισθητικές αρετές ούτε του ψηφιδωτού ούτε της ζωγραφικής. Το τέλος του 18ου αιώνα δεν αντέχει πλέον οικονομικά να παράγει εκκλησιαστικά μόνο έργα. Πληθώρα πλούσιων πελατών αγοράζουν αντίγραφα κλασσικών ψηφιδωτών ενώ την ίδια εποχή αρχίζουν έργα για την αναστήλωση των ιστορικών εκκλησιών της Ρώμης.

Το 1846 ο Τσάρος Νικόλαος ο 1ος στέλνει ρώσους καλλιτέχνες να εκπαιδευτούν και κατόπιν να ιδρύσουν εργαστήριο στην Ρώμη, το οποίο έξι χρόνια μετά, μεταφέρεται στην Αγία Πετρούπολη όπου ενσωματώθηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών και κατάντησε είδος παραφυάδας της ζωγραφικής, όπως είναι σήμερα στην Beaux-Arts του Παρισιού και στην Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Στη Γαλλία ένας Φλωρεντίνος ιδρύει εργαστήριο τον 17ο αιώνα και ο Ναπολέων, που ήθελε να λαμπρύνει το στέμμα του, το θέτει υπό την αιγίδα του και γίνεται ο κυρίως χρηματοδότης του, ενώ μετά από εκατοντάδες χρόνια το ψηφιδωτό επανέρχεται σε μη θρησκευτικά θέματα.

Το 1880 περίπου ιδρύεται η Ecole Nationale de la Mosaïque. Παρ’ όλ’ αυτά η σχολή εχει ζωή μόνο μερικών δεκαετιών και μεγάλα έργα της εποχής, όπως η όπερα του Παρισιού και ο καθεδρικός ναός της Μασσαλίας, φιλοτεχνήθηκαν από βενετσιάνικο οίκο.

Το 1816 ιδρύεται ο οίκος Salviati στην Βενετία. Τα έργα που παρήγαγε ήταν άψογα από άποψη τεχνική και γινόταν προσπάθεια να είναι αισθητικά συνεπή όσο βέβαια επέτρεπαν τα σχέδια που πρότειναν οι εύποροι πελάτες, που επιθυμούσαν κυρίως μίμηση της ζωγραφικής.

Το ψηφιδωτό έρχεται πλέον στην βιομηχανοποιημένη του φάση αποκομμένο από την επανάσταση που προκαλείται την ίδια εποχή στις εικαστικές τέχνες, από τους Cézanne, Seurat και Gauguin, που ο προβληματισμός της τέχνης τους σχετικά με τη συ­ναίρεση χρωματικών κηλίδων για την παραγωγή χρώματος, συγγένευε με αυτόν του ψη­φιδωτού. Οι φόρμες και τα αντικείμενα που απεικονίζονται παραμένουν αρχαΐζοντα και στείρα ακαδημαϊκά. Ενώ και μέχρι τις ημέρες μας το πλείστο του κοινού και των ειδικών το θεωρούν σαν ένα είδος τέχνης αυστηρά μεσαιωνικής και εκκλησιαστικής.



Η πορεία του ψηφιδωτού στον 20ο αιώνα

Το 1889 τρεις νεαροί βερολινέζοι ιδρύουν ένα εργοστάσιο, αφού με δικές τους έρευνες ανακάλυψαν τις μεθόδους παραγωγής σμάλτων που ζηλότυπα κρατούσαν οι βε­νετσιάνοι. Λειτούργησε δε και σαν εργαστήριο δημιουργίας ψηφιδωτών μέχρι το 1969. Παρ’ ότι δεν έκαναν επαναστατικές τομές, με αργά βήματα συνετέλεσαν στην βαθμιαία στροφή προς το ύφος και τα θέματα του 20ου αιώνα.

Ένας από τους μεγάλους σύγχρονους καλλιτέχνες που ασχολήθηκε με το ψηφι­δωτό είναι ο Gino Severini, που όμως δεν πρόσθεσε κάτι το ουσιαστικό στην εξέλιξη της τέχνης, ούτε το εργαστήριο ψηφιδωτού της Beaux-Arts του Παρισιού, την οποία διεύθυ­νε, άφησε κάτι το αξιοσημείωτο, αφού στα ψηφιδωτά του επαναλάμβανε θέματα των οποίων τα εικαστικά προβλήματα και ερωτήματα τα είχε θέσει και λύσει με τη ζωγραφι­κή του.

Μεγάλοι ζωγράφοι όπως ο Braque, o Mattisse, o Chagal, έκαναν σχέδια των οποί­ων η μεταφορά στο ψηφιδωτό δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής. Ο ψηφιδογράφος πρέπει να είναι καλλιτέχνης με βαθειά γνώση των ιδιοτήτων της ψηφίδας. Θα μπορούσε ακόμη αν θελήσει να βασιστεί η να εμπνευστεί από έργα μεγάλων ζωγράφων, πράγμα απόλυτα θε­μιτό και που εχει γίνει από πολλά και μεγάλα ονόματα στο χώρο των εικαστικών τεχνών. Αυτό σημαίνει ότι οι ψηφίδες, δεν πρέπει να γεμίζουν απλά προϋπάρχοντα σχήματα σαν χειροτεχνία, αλλά να ερμηνεύεται το έργο στην δική τους γλώσσα. Για να γίνει κατανοη­τό φανταστείτε μεγάλους ποιητές και συγγραφείς μεταφρασμένους αυτολεξεί με ηλε­κτρονικό υπολογιστή. Στην καλύτερη περίπτωση να μην υπάρχουν ορθογραφικά λάθη.

Σήμερα στα περίφημα εργαστήρια της Ραβέννας, γίνονται αντίγραφα των ιστορι­κών ψηφιδωτών κατά εκατοντάδες και πωλούνται στα πλήθη των τουριστών. Βέβαια οι καλλιτέχνες και οι τεχνίτες που τα εργάζονται, έχουν την ευκαιρία αν έχουν την διάθεση, να μελετήσουν τον τρόπο που ψηφοθετούσαν και χρωμάτιζαν οι Βυζαντινοί ιδιοφυείς δάσκαλοι. Έτσι οι αντιγραφείς μπορεί να εξελιχθούν σε ικανούς τεχνίτες.

Το πρόβλημα είναι σήμερα ότι ο μεν καλλιτέχνης όπως ο Έλληνας η ο Ιταλός που στηρίζεται σε μια λαμπρή παράδοση, ενώ κατανοεί τις ιδιότητες της ψηφίδας, μένει παγι­δευμένος στο μεγαλειώδες παρελθόν της Ιστορίας του. Οι άλλοι σύγχρονοι καλλιτέχνες που είναι απεγκλωβισμένοι από την παράδοση αποπειρώνται να προσεγγίσουν το μέσον, όμως δεν κατανοούν τις αρχές και την αισθητική του.

Μερικά παραδείγματα σύγχρονων ψηφιδωτών που είναι πρωτοποριακά έργα τέχνης, είναι τα εξής:

Το μοναδικό ποιοτικά και ποσοτικά ψηφιδωτό του Klimt στην τραπεζαρία του Palais Stocklet στις Βρυξέλλες φιλοτεχνήθηκε μετά την επιστροφή του από την Ραβέννα το 1903. Γι’ αυτό είναι εμφανείς οι επιρροές του διακοσμητικού της βυζαντινής τέχνης. Είναι ένα κολλάζ από ζωγραφική, ψηφίδες από σμάλτο, πλακίδια με ανάγλυφα σχήματα όπως επίσης κεραμικά με συγκεκριμένες φόρμες ειδικά για το έργο.

Ο αρχιτέκτονας Antonio Gaudi προχώρησε περισσότερο, δεν ενδιαφερόταν μόνο για το εσωτερικό των κτιρίων του αλλά και για το εξωτερικό. Ήθελε τα αρχιτεκτονικά στοιχεία να έχουν από μόνα τους δύναμη. Γι’ αυτό τους γλυπτικούς όγκους πρόβαλε με το χρώμα των εφυαλωμένων πλακιδίων, που εξ αιτίας της ισπανό-αραβικής παράδοσης ήταν μια προφανής επιλογή. Χρησιμοποίησε κυρίως κομμάτια σπασμένα, μονόχρωμα ή ζωγραφισμένα. Για ποικιλία προσθέτει περιγράμματα από σπασμένες φιάλες η ακόμη και αντικείμενα σαν ένα είδος objet trouvé όπως το κεφάλι κούκλας. Οι δε επιφάνειες των μεγάλων κομματιών εναλλάσσονται με μικρές ψηφίδες από σμάλτο.

Ενώ τα στοιχεία στο έργο του Klimt στο Palais Stocklet ήταν ειδικά φτιαγμένα γι’ αυτό, ο Gaudi κάλυπτε σαν δέρμα με άχρηστα υλικά, τις περιπετειώδεις καμπύλες των χτισμάτων του. Το γεγονός ότι δίνει σημαντικό ρόλο στο εξωτερικό των κτιρίων του, αντανακλούσε και την κοινωνική αλλά και την φιλοσοφική θέση της εποχής του που ήταν πολύ πιο εξωστρεφής από την εσωτερικότητα και θρησκευτικότητα του Μεσαίωνα. Ίσως ο ισπανός αρχιτέκτονας να επηρέασε την εντυπωσιακή εξέλιξη των ψηφιδωτών στη Λατινική Αμερική αλλά και ίσως να επηρεάστηκε ο ίδιος από την μακρά ιστορία στην προ-κολομβιανή Αμερική.

Υπήρχαν δυο διαφορετικές τάσεις μία στο Περού και μια στο Μεξικό. Στο Περού μικρά σκεύη είχαν ένα είδος ψηφιδωτού από οστά, ελεφαντόδοντο, άλατα χαλκού και χρυσό. Στο Μεξικό τα ερείπια του Ολμέκ από την πρώτη χιλιετηρίδα, έχουν δάπεδα με κομμάτια σερπεντίτη και κεραμικού, που αναπαριστούν την χαρακτηριστική μάσκα του ιαγουάρου. Οι Μάγιας και οι Αζτέκοι, κάλυπταν τελετουργικά αντικείμενα, μαχαίρια, πανοπλίες, ξύλινες μάσκες, ακόμα και κρανία, με ημιπολύτιμες πέτρες. Βέβαια, απλά κάλυπταν ένα προϋπάρχον σχήμα.

Στη σύγχρονη Λατινική Αμερική το κλίμα και η φτηνή εργασία, ενθαρρύνουν και επιτρέπουν την πολύχρωμη εξωτερική διακόσμηση των κτιρίων. Οι αρχές κατανοούν ότι οι τέχνες χρησιμοποιημένες με φιλολαϊκό τρόπο, προωθούν την κατανόηση της εθνικής ταυτότητας και λειτουργούν προπαγανδιστικά όπως τα ψηφιδωτά του Βυζαντίου.

Στο Μεξικό τα όρια των τεχνών είναι ανοιχτά και oι σύγχρονοι καλλιτέχνες είναι δυνατοί και τολμηροί χρήστες του χρώματος. Η δε τέχνη τους εχει σαφή συγγένεια με τις αρχές του ψηφιδωτού, το οποίο εξελίχθηκε παράλληλα με τις άλλες τέχνες.

Στην Πόλη του Μεξικού υπάρχει το μεγαλύτερο ψηφιδωτό, που καλύπτει το κτί­ριο της βιβλιοθήκης της πόλης. Αυτό, καθώς και το κτίριο, είναι σχεδιασμένα από τον αρχιτέκτονα Juan OCorman. Παρ’ όλ’ αυτά το ψηφιδωτό απλά καλύπτει χωρίς να συ­νεργάζεται με τις επιφάνειες του κτιρίου.

Το 1951 ο ζωγράφος Diego Rivera σχεδίασε την πρόσοψη του Teatro de los In­surgentes, περιγράφοντας σκηνές από την ιστορία της πόλης χωρίς όμως και αυτό να γί­νεται στοιχείο ενταγμένο στο αρχιτεκτόνημα. Αντίθετα πράγματι ιδιοφυές είναι το γλυ­πτικό ψηφιδωτό που βρίσκεται σε ένα πάρκο της πόλης του Μεξικού και αναπαριστά την μορφή του θεού της βροχής Tatloc. Αυτό καθώς και ο περιβάλλων χώρος καλύπτονται από μεγάλες πέτρες με διαφορετικά χρώματα και σχήματα. Αυτό ίσως να είναι το ωραιότερο παράδειγμα σύγχρονου ψηφιδωτού.

Ένα άλλο είδος που εμφανίζεται την τελευταία δεκαετία, με καθαρά διακοσμητι­κό ρόλο, είναι η ψηφιακή εκδοχή μιας εικόνας, σχεδίου ή πίνακα μεταφρασμένη σε ψη­φιδωτό.


Εικαστικές τέχνες και η θέση του ψηφιδωτού ανάμεσά τους σήμερα


Για να γίνει κατανοητή η θέση του ψηφιδωτού σήμερα, θα πρέπει πρώτα να γίνει μια σύντομη ανάλυση του τι συμβαίνει γενικά στον χώρο των εικαστικών τεχνών.

Η σύγχρονη τέχνη πολλές φορές καταντάει να είναι αυτό που έγραφε ο ιστορικός της τέχνης Νικόλαος Ξύδης, «Ακαδημία του πάση θυσία μοντερνισμού». Σε προηγούμενες εποχές υπήρχαν οι πολιτικές, φιλοσοφικές ή καλλιτεχνικές ιδέες, τάσεις και θέσεις με επαναστατικό ή ανατρεπτικό χαρακτήρα εναντίον ενός συντηρητικού κατεστημένου. Σή­μερα οι «επαναστάσεις» και οι «επαναστάτες» κρατούσαν η κρατούν τις εξουσίες σε όλους του χώρους, δημιουργώντας ένα στείρο κατεστημένο των «επαναστατών», που δεν επιτρέπει καμία περαιτέρω επανάσταση ή διαφοροποίηση ιδεών και θέσεων.

Στις τέχνες λοιπόν υπάρχει η αντίφαση να αναζητείται το αυθεντικό και η πρωτο­τυπία και ταυτόχρονα να πρέπει η καλλιτεχνική δημιουργία να εντάσσεται σε συγκεκρι­μένη ομάδα, κίνημα ή τάση. Οι ιστορικοί της τέχνης, κριτικοί, επιμελητές μουσείων και γκαλερίστες, αναλαμβάνουν να κατατάξουν τα έργα και τους καλλιτέχνες σε ομάδες, κα­θώς και να τα επεξηγήσουν και να τ’ αναλύσουν. Μέχρι ένα σημείο αυτό είναι θεμιτό και κατανοητό. Υπάρχει όμως η καταφανής αγωνία των θεωρητικών να ανταγωνιστούν την εικόνα του καλλιτέχνη-δημιουργού και του έργου του και να κάνουν την παρουσία τους αναγκαία, προβάλλοντας έργα αδύναμα να λειτουργήσουν εικαστικά χωρίς την θεωρητι­κή υποστήριξη.

Από την άλλη οι γκαλερί και οι art-dealers θέλουν μεγάλη και γρήγορη παραγω­γή. Έτσι ο καλλιτέχνης προσπαθεί να παράγει ταχύτατα, έργα που να είναι ευρήματα πολλές φορές ευφυή, στα οποία όμως η λογική καταπνίγει το ταλέντο και την δημιουργι­κή φαντασία. Είναι δε ένα είδος κατευθυνόμενης, οργανωμένης και προκαθορισμένης πρωτοπορίας.

Σήμερα η τέχνη θεωρείται συνήθως επένδυση και το έργο αγοράζεται με την προο­πτική να αυξήσει το αρχικό κεφάλαιο που επενδύθηκε σε αυτό. Ένας δε ολόκληρος κύκλος ατόμων, ειδικών ή εταιρειών, περιμένει κέρδος από την εμπορευματοποίηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Τα αριστουργήματα της Αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της Αναγέννησης φιλο­τεχνήθηκαν με χορηγούς γενναιόδωρους μαικήνες με μόνη επιδίωξη την υψηλή ποιότη­τα. Στην Αθήνα της κλασσικής αρχαιότητας ήταν ιδιαίτερη τιμή να επιτραπεί σε κάποιον πολίτη να γίνει χορηγός. Η τέχνη επομένως όχι μόνο δεν έδινε κέρδος αλλά απορροφού­σε μεγάλα χρηματικά ποσά.

Το ψηφιδωτό στην ιστορική του πορεία από τον 4ο π.Χ έως τον 15ο μ.Χ. αιώνα ήταν τέχνη πολυτελής και μνημειακή. Μαρτυρίες από την Ρωμαϊκή εποχή περιγράφουν ότι οι αμοιβές των απλών τεχνιτών του ψηφιδωτού, που βοηθούσαν τον καλλιτέχνη, ήταν τριπλάσιες από αυτές των αγροτών και διπλάσιες από αυτές των υπόλοιπων εξειδικευ­μένων εργατών. Την δε εποχή του Βυζαντίου, τα υπέροχα ψηφιδωτά τα οποία βρίσκονται κυρίως σε λατρευτικούς χώρους της χριστιανικής θρησκείας, είχαν γίνει με αυτοκρατορι­κές χορηγίες από αυτοκρατορικά εργαστήρια.

Ο σημερινός καλλιτέχνης που θα ήθελε να ασχοληθεί με την τέχνη αυτή, κατ’ αρ­χήν χρειάζεται μια σημαντικότατη δαπάνη για την αγορά υλικών και εργαλείων, ώστε να στήσει ένα πρώτο στοιχειώδες εργαστήριο. Εχει επίσης να αντιμετωπίσει την επιθετική και αρνητική στάση των αρμόδιων και επαϊόντων οι οποίοι εκ προοιμίου δεν επιτρέπουν σε σύγχρονα ψηφιδωτά να είναι τέχνη.

Είναι βέβαια αλήθεια, ότι το πλείστον των σύγχρονων ψηφιδωτών θα τα χαρα­κτήριζα επιεικώς πολύ μέτρια. Αν όμως εξετάσουμε πιο προσεκτικά, παρατηρούμε ότι ο αριθμός των ψηφιδογράφων είναι πολύ μικρότερος από αυτόν των άλλων εικαστικών και είναι αλήθεια ότι ο αριθμός πράγματι αξιοσημείωτων περιπτώσεων καλλιτεχνών σε κάθε μορφή τέχνης, αναλογικά σε ποσοστιαίες μονάδες, είναι σταθερά ο ίδιος και δεν υπερ­βαίνει το 5%.

Από την άλλη μεριά ο μικρός αυτός αριθμός από πράγματι ενδιαφέροντες καλλι­τέχνες του ψηφιδωτού, δουλεύει και πειραματίζεται χωρίς να ανήκει σε ομάδες ή κινήμα­τα. Το ιδιαίτερο ύφος ή τα ευρήματά τους δεν ενδιαφέρουν τους ειδικούς, οι οποί­οι ψάχνουν για το αυθεντικό, που να εντάσσεται σε κάποιο από τα συγκεκριμένα πλαίσια αυθεντικότητας που εκείνοι έχουν καθορίσει. Επιπλέον δεν ήτανε εύκολο να πληροφορη­θεί κανείς γι’ αυτούς δεδομένου ότι δεν υπήρχαν παρουσίες τους στα μεγάλα διεθνή ει­καστικά γεγονότα. Σήμερα μόνο το διαδίκτυο δίνει μια γενική εικόνα τους, όμως όχι τόσο σαφή όσο θα έδινε το ίδιο το έργο.

Ο ένας ρόλος των σύγχρονων ψηφιδωτών είναι η διακόσμηση εκκλησιαστικών χώρων με βυζαντινότροπα έργα που γίνονται με την αντίστροφη μέθοδο και χωρίς κατα­νόηση του ύφους, του ήθους και της φιλοσοφικής θεώρησης της εποχής εκείνης. Μιμού­νται δε επιφανειακά την σχηματοποίηση των μορφών, τις οποίες καταντούν άκαμπτες και ανέκφραστες. Ο άλλος ρόλος είναι επίσης η διακόσμηση μεγάλων δημόσιων χώρων. Σε αυτή την περίπτωση , συνήθως ένας ζωγράφος συνθέτει μια εικόνα σχεδιαστικά και χρω­ματικά και ένας καλός τεχνίτης την μεταφέρει στο ψηφιδωτό. Έτσι, δεν έχουν μεν τις ει­καστικές και πλαστικές ποιότητες των βυζαντινών και των αρχαίων ψηφιδωτών, δίνουν όμως γοητευτικές, αξιοπρεπείς και με χαρακτήρα λύσεις που κοσμούν πολυσύχναστους και απρόσωπους χώρους όπως σταθμοί μετρό και τρένων, αεροδρόμια, τράπεζες, χώρους υποδοχής ξενοδοχείων και μεγάλων εταιρειών.

Η προσωπική μου επιλογή και πορεία στις εικαστικές τέχνες

Σπούδασα ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με εξαί­ρετους δάσκαλους τους Ν. Νικολάου και Ι. Μόραλη στη ζωγραφική και Ι. Κολέφα στο ψηφιδωτό, ο οποίος μετέφερε στους μαθητές του τις γνώσεις και τον ενθουσιασμό για το αντικείμενό του. Όταν τελείωσα τις σπουδές μου, ήθελα, όπως κάθε νέος, υπερόπτης, εν­θουσιώδης και αφελής, να γράψω ιστορία. Έτσι οι λύσεις ήταν προφανείς. Η εξελικτική πορεία του ψηφιδωτού σταματάει τον 15ο αιώνα ενώ στις άλλες τέχνες συνεχίζεται θριαμβευτικά μέχρι σήμερα. Ένα μέσο ανεξερεύνητο φαινόταν ιδανικό για τις προσωπι­κές μου αναζητήσεις στον χώρο των εικαστικών τεχνών.

Για να διδαχτώ όμως έπρεπε να γυρίσω στο παρελθόν και να μελετήσω σε βάθος τον τρόπο έκφρασης και τις αισθητικές λύσεις των αρχαίων ρωμαίων και βυζαντινών δη­μιουργών. Για τον λόγο αυτό ταξίδεψα εκτεταμένα στην Ιταλία, Κωνσταντινούπολη και φυσικά στην Ελλάδα. Ό,τι δεν μπόρεσα να δω στο πρωτότυπο το ερεύνησα σε εικόνες βιβλίων και διαφάνειες.

Έκανα προσεκτικές αναλύσεις με σχέδια, για να βρω την εσώτερη δομή τους. Στο προσωπικό μου έργο δεν ακολούθησα προκαθορισμένη πορεία αλλά κατευθυνόμουν από την ίδια τη δουλειά. Φυσικά, το γεγονός ότι είχα εξαιρετικά υψηλής στάθμης δείγματα του παρελθόντος αλλά όχι σύγχρονα, για να διδαχτώ όπως στις άλλες τέχνες, αποτελούσε μια μεγάλη δυσκολία.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι τα ψηφιδωτά της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου ανήκαν σε ένα οικοδόμημα έστω και αν δεν είχαν σχεδιαστεί μαζί με αυτό. Από την άλλη μεριά οι παραγγελίες για μεγάλα έργα, έχουν δεσμεύσεις για τον καλλιτέχνη από μέρους του χορηγού και δυσχεραίνουν σημαντικά την δυνατότητα πειραματισμών που επιτρέπει ένα μικρό έργο. Το μικρό όμως έργο πρέπει να μπορεί να ανήκει στον χώρο που κοσμεί. Αυτό ήταν ένα από τα κύρια θέματα της έρευνάς μου. Ήθελα λοιπόν να βρω μια λύση, ώστε το φορητό ψηφιδωτό να μη φαίνεται αποσπασμένο από μια μεγάλη σύνθεση, ούτε να ασφυκτιά αισθητικά καλυμμένο από άκρου εις άκρο με ψηφίδες.

Για τους λόγους αυτούς αποφάσισα τμήματα των έργων μου να τα δουλεύω ζω­γραφικά. Το πρόβλημα ισορροπίας ζωγραφικής και ψηφιδωτού ήταν δύσκολο αισθητικά και τεχνικά. Δεδομένου ότι ψηφοθετώ σε ασβεστοκονίαμα, μια λογική λύση θα ήταν η νωπογραφία, αλλά ο συνδυασμός της με την αδρότητα των ψηφίδων θα είχε ένα αδύναμο εικαστικά αποτέλεσμα. Μετά από πολλούς πειραματισμούς κατέληξα να δουλεύω το υλι­κό μου με σπάτουλα, όπως περίπου γινόταν στα «Φαγιούμ», που χρησιμοποιούσαν κερί και χρώματα σε μορφή σκόνης. Στην δική μου περίπτωση ο ασβέστης επιδρά στα χρώμα­τα, που είναι όμοια με αυτά των frescoes, και δημιουργεί εξαιρετικές ποιότητες.

Συνθέτω και εργάζομαι τις ψηφιδωτές, ζωγραφικές και ανάγλυφες επιφάνειες με το χρωματισμένο κονίαμα. Έτσι οι γλυπτικές φόρμες δεν είναι προαποφασισμένες ή προ­κατασκευασμένες, αλλά διαμορφώνονται από τις ψηφίδες.

Η ανάλυση με σχέδια της κίνησης των ψηφίδων στα έργα των αρχαίων και βυζα­ντινών καλλιτεχνών, αποκαλύπτει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει αυτή, στην πλαστικότη­τα, την έκφραση της φόρμας και των μορφών. Καθώς και στο χτίσιμο των όγκων και της προοπτικής.

Αυτό ήταν το αρχικό ερέθισμα για να πειραματιστώ διστακτικά και μετά με μεγα­λύτερη τόλμη ερευνώντας τις δυνατότητες του ανάγλυφου στα έργα μου, το οποίο ενι­σχύει το μνημειακό ύφος της τέχνης του ψηφιδωτού αφενός και αφετέρου συνεργάζεται καλύτερα με τις απλές γραμμές των σύγχρονων αρχιτεκτονημάτων. Τα υλικά της δου­λειάς μου, πέτρες, κρύσταλλα, μάρμαρα, και η πολυτελής και χρονοβόρα διαδικασία πα­ραγωγής των έργων μου επηρεάζουν, όπως είναι φυσικό, το ύφος και το περιεχόμενό τους.

Γιαυτό η τέχνη μου είναι ένα παιχνίδι με την απειρία των μορφών αλλά και με την ιδιότητα της ουσίας, ενώ η ύλη υπάρχει ανεξάρτητα από την μορφή της, στην ενδότε­ρη ουσία της. Θερμός θαυμαστής των πρωτοποριακών τάσεων στις τέχνες, χρησιμοποιώ την πρόκληση των δεσμεύσεων του εκφραστικού μου μέσου και, αδιαφορώντας για το υπάρχον, οραματίζομαι αυτό που ανακύπτει. Προσπαθώ να εγκλωβίσω στις εικόνες τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των φευγαλέων πραγμάτων της σύγχρονης τέχνης και να τους δώσω αθάνατη χροιά. Συνεχίζω την πορεία μου ερευνώντας προς όλες τις κατευθύν­σεις, αλλά βρίσκομαι πάντα στην αρχή, ελπίζοντας να δημιουργήσω έργα αρκετά ικανά να υποστηρίξουν την αιτία της δικής τους ύπαρξης, αλλά και της δικής μου.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Τ. 3 Παγκοσμιοποίηση: είναι άραγε βιώσιμη με υψηλές τιμές πετρελαίου;







Παγκοσμιοποίηση: είναι άραγε βιώσιμη με υψηλές τιμές πετρελαίου;

Michel Wautelet
Μετάφραση: Γιώργος Γιατράς



Η εποχή μας χαρακτηρίζεται ιδίως από την ένταση της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης. Η διαδικασία αυτή τείνει να χαρακτηρίζεται ως μη αναστρέψιμη. Όλοι, ακόμη και οι υποστηρικτές της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, φαίνονται να θεωρούν ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας είναι μια έννοια που προορίζεται να συνεχιστεί εις το διηνεκές. Οι αρνητικές αντιδράσεις απέναντι σε αυτό το φαινόμενο δεν εστιάζονται στην παγκοσμιοποίηση αυτή καθεαυτή, πόσο μάλλον που όλοι επωφελούνται, ιδίως από το κυριότερο επικοινωνιακό εργαλείο της που είναι το Διαδίκτυο. Οι αντιδράσεις επικεντρώνονται περισσότερο σε ορισμένες παρεκτροπές στον κοινωνικό και τον ανθρωπιστικό τομέα καθώς και στον τομέα της ασκούμενης πολιτικής. Ωστόσο, όταν εξετάζουμε τις προοπτικές για την κατάσταση που θα μπορούσε να επικρατεί στον κόσμο περί τα μέσα του 21ου αιώνα, νομιμοποιούμαστε να αναρωτηθούμε για τη διαχρονικότητα της παγκοσμιοποίησης. Το ερώτημα αυτό δεν στερείται σημασίας για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα. Πράγματι, εάν η παγκοσμιοποίηση είναι φαινόμενο βραχυπρόθεσμης μόνο ισχύος, δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε μήπως υποθηκεύουμε το μέλλον μας και μήπως καταστρέφουμε πράγματα τα οποία θα δυσκολευτούμε πολύ να ανοικοδομήσουμε στη συνέχεια.
Για να είναι η παγκοσμιοποίηση αποτελεσματική απαιτούνται πολλές προϋποθέσεις, τόσο γεωπολιτικές όσο και τεχνικής φύσεως. Στο γεωπολιτικό επίπεδο, η παγκοσμιοποίηση συνοδεύεται από τη διαίρεση του κόσμου σε διάφορες ζώνες. Οι χώρες κατανέμονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Πρώτα έχουμε τις χώρες που παρέχουν βασικά γεωργικά προϊόντα και βασικές ορυκτές ύλες. Πρόκειται ιδίως για τις αφρικανικές χώρες και τις χώρες που εξάγουν πετρέλαιο. Στη συνέχεια έχουμε τις χώρες που προμηθεύουν φθηνό εργατικό δυναμικό και οι οποίες φέρουν εις πέρας τη μαζική παραγωγή αγαθών. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται για παράδειγμα οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης. Τέλος, έχουμε τις χώρες που παρέχουν την πληροφόρηση, τις καινοτομίες και τους χρηματοοικονομικούς πόρους, και οι οποίες καταναλώνουν αυτά που παράγουν οι υπόλοιπες. Στην κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται οι ανεπτυγμένες χώρες της Βορείου Αμερικής, η Ευρώπη, η Ιαπωνία και μερικές άλλες χώρες.
Η ταξινόμηση αυτή δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα. Ορισμένες χώρες περιλαμβάνονται σε πολλές κατηγορίες ταυτοχρόνως. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην πρώτη κατηγορία ως παγκόσμιοι προμηθευτές σιτηρών. Περιλαμβάνονται επίσης στη δεύτερη κατηγορία χάρις στις αυτοκινητοβιομηχανίες τους και την αεροναυπηγική βιομηχανία τους, πράγμα το οποίο ισχύει και για τις ευρωπαϊκές χώρες. Το ιδεώδες για μια χώρα δεν είναι να περιλαμβάνεται σε μία μόνο κατηγορία, αλλά ει δυνατόν και στις τρεις ταυτοχρόνως.
Μια τέτοια «παγκόσμια τάξη», για να μπορεί να λειτουργήσει χρειάζεται ειδικά τεχνικά εργαλεία και μέσα. Πρόκειται ιδίως για τα εργαλεία και μέσα που συνδέονται με τις επικοινωνίες και τις μεταφορές. Το Διαδίκτυο αποτελεί το απαραίτητο εργαλείο για τις επικοινωνίες. Εάν το Διαδίκτυο αναπτύχθηκε με τέτοια ταχύτητα, αυτό οφείλεται στο ότι είναι τούτο απαραίτητο ώστε εμείς, οι ισχυροί, να μπορούμε να διατηρήσουμε τόσο την οικονομική όσο και την πνευματική κυριαρχία του κόσμου για να παραμείνουμε ισχυροί.
Το άλλο απαραίτητο εργαλείο της παγκοσμιοποίησης είναι οι μεταφορές. Δεν αρκεί η επικοινωνία. Πρέπει επίσης τα εμπορεύματα να μεταφέρονται από μία περιοχή σε άλλη. Τα είδη διατροφής από την Αφρική ή τη Λατινική Αμερική πρέπει να μεταφέρονται προς τις ανεπτυγμένες χώρες, προκειμένου εν συνεχεία να διανεμηθούν. Τα ρούχα τα οποία παράγονται στη Νοτιοανατολική Ασία, πρέπει να μεταφερθούν στην Ευρώπη και να διανεμηθούν. Τα μέρη μηχανημάτων που κατασκευάζονται για παράδειγμα στην Ισπανία, πρέπει να μεταφέρονται και να παραδίδονται εγκαίρως σε εργοστάσια που βρίσκονται στη Γαλλία ή στη Γερμανία. Και η διαδικασία αυτή έχει συνέχεια. Οι μεταφορές πραγματοποιούνται συχνά με φορτηγά. Τα φορτηγά αυτά χρειάζονται πετρέλαιο για να κινηθούν. Εξ ου και η ανάγκη για ασφάλεια στον εφοδιασμό με πετρέλαιο. Οι συγκρούσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ αποτελούν διαρκή υπενθύμιση για μας του γεγονότος ότι οι στρατοί, και ιδίως οι αμερικανικοί στρατοί, επαγρυπνούν για αυτόν τον εφοδιασμό.
Αλλά η επικαιρότητα μας υπενθυμίζει επίσης ότι η εποχή του φθηνού πετρελαίου πλησιάζει στο τέλος της. Και μαζί με αυτήν, τερματίζεται η εποχή των διεθνών μεταφορών με φορτηγά και, πιθανότατα, με αεροπλάνα. Στην περίπτωση αυτή, η παγκοσμιοποίηση θα μπορεί άραγε να λειτουργήσει ακόμη; Χωρίς τα αναρίθμητα φορτηγά που διασχίζουν τους ευρωπαϊκούς αυτοκινητόδρομους, πώς θα λειτουργήσουν οι βιομηχανίες μας και τα εμπορικά μας καταστήματα, για τον εφοδιασμό των οποίων απαιτείται συνεχής ροή αγαθών; Ένα μέρος των μεταφορών θα μπορεί βεβαίως να γίνεται σιδηροδρομικώς ή με πλοία. Αλλά οι μεταφορές αυτές θα είναι βραδύτερες και λιγότερο άνετες, οι δε προθεσμίες παράδοσης θα είναι μεγαλύτερες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος οργάνωσης της οικονομίας θα μεταβληθεί σε σημαντικό βαθμό. Ποιος θα είναι άραγε τότε ο ρόλος που θα διαδραματίζουν τα μεγάλα δίκτυα διανομής αγαθών και οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες; Τα προϊόντα που παράγονται στην άλλη άκρη του κόσμου (Κίνα ή Λατινική Αμερική) θα εξακολουθήσουν άραγε τότε να διοχετεύονται με ταχύτητα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες; Κανέναν σήμερα δεν φαίνονται να απασχολούν αυτά τα ερωτήματα. Βεβαίως, τα προβλήματα αυτά έχουν μακροπρόθεσμο χαρακτήρα, και η ενασχόληση με τα οικονομικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων και τους μετόχους τους, καλύπτει συνήθως μόνο τις βραχυχρόνιες τάσεις. Τι θα γίνει όμως με τις μελλοντικές γενεές;
Εδώ και πολλές δεκαετίες, οδηγούμαστε σε μια κοινωνία όπου οι συνενώσεις ή οι συγχωνεύσεις μικρών μονάδων με στόχο τη δημιουργία επιχειρήσεων παγκόσμιας κλίμακας αποτελούν τον κανόνα. Έχει συνειδητοποιηθεί άραγε το γεγονός ότι μια τέτοια πολιτική συνδέεται με μια κοινωνία στην οποία οι μεταφορές και το πετρέλαιο είναι πανταχού παρόντα; Μήπως η παγκοσμιοποίηση συνιστά μια έννοια με εφήμερη διάρκεια; Το ερώτημα αυτό αξίζει τουλάχιστον να τεθεί.
Εάν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο, είναι καιρός να σταματήσει αυτή η διαδικασία. Και τούτο μάλιστα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση οδηγεί σε αποτελέσματα μη αναστρέψιμα, τα οποία θα δυσχεράνουν οποιαδήποτε προσπάθεια για αλλαγή προς μια βιώσιμη παγκόσμια κατάσταση. Αλλά μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού δεν θα πραγματοποιηθεί χωρίς δυσκολίες.
Η πορεία προς την παγκοσμιοποίηση μονοπωλεί τη χρησιμοποίηση σημαντικών οικονομικών πόρων. Για την έξοδο από αυτή τη διαδικασία, ώστε να οδηγηθούμε προς μια κοινωνία αειφόρου ανάπτυξης, θα απαιτηθούν πολλές προσπάθειες. Αναδιάρθρωση των μέσων μαζικής μεταφοράς καθώς και των σιδηροδρομικών και ποτάμιων μεταφορών, επιστροφή στα τοπικά εμπορικά καταστήματα και στη γεωργία τοπικού χαρακτήρα, επαναπροσδιορισμός της ανάπτυξης των βιομηχανιών, του τουρισμού και του εμπορίου …Συνεπώς, εάν η παγκοσμιοποίηση δεν είναι παρά μια εφήμερη διαδικασία, μήπως θα ήταν σκόπιμο να προηγηθεί της δράσης ο προβληματισμός, ώστε να μπορέσουμε να οικοδομήσουμε έναν κόσμο αειφόρου ανάπτυξης; Και ίσως θα έπρεπε εμείς οι Ευρωπαίοι να δώσουμε το παράδειγμα, ώστε να μπορέσουμε να δείξουμε στον κόσμο τι σημαίνει να είναι μια δύναμη παγκόσμια: να χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα και να μεριμνά για το μέλλον ολόκληρου του πλανήτη.



Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Soir στις 6 Απριλίου 2006.

Τ. 3 Μια νέα πρόταση για το μέλλον της Ευρώπης (Τζουλιάνο Αμάτο)

Μια νέα πρόταση για το μέλλον της Ευρώπης (Τζουλιάνο Αμάτο)
Γιώργος Στρογγύλης 2006


Εισαγωγικά

Υπάρχει σήμερα ένα έντονο κλίμα απαισιοδοξίας για το μέλλον του σχεδίου Συντάγματος και για την αβεβαιότητα που αυτό έχει σαν επακόλουθο για τα τεκταινόμενα σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζουλιάνο Αμάτο πάνω σ’ αυτό το θέμα ήταν καλοδεχούμενη. Απόδειξη η υπερπλήρης αίθουσα της ομιλίας που έγινε στα πλαίσια των διαλέξεων που οργανώνει η Επιτροπή στο κτίριο της Rue Guimard στις 21 Φεβρουαρίου 2006. Ο Αμάτο ήταν βέβαια ένας από τους αντιπροέδρους της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης που διαπραγματεύθηκε το σχέδιο του Συντάγματος.
Τα τελευταία δεκαπέντε έτη ιστορίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης σηματοδοτήθηκαν από μια σειρά αναθεωρήσεων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 διαδέχθηκε η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Μετά είχαμε την Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997 και της Νίκαιας το 2001. Αυτές οι διαδοχικές αναθεωρήσεις είχαν σαν αποτέλεσμα τα κείμενα των Συνθηκών να καταστούν ένα δυσανάγνωστο σύνολο. Το Σύνταγμα της Ευρώπης συντάχθηκε για να βελτιώσει αυτή την κατάσταση αλλά επίσης για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις μιας διευρυμένης Ευρώπης με 25 κράτη μέλη και 480 εκατομμύρια κατοίκους. Σκοπός του Συντάγματος είναι να δημιουργηθεί μια Ευρώπη δημοκρατική, αποτελεσματική και στην υπηρεσία των Ευρωπαίων.
Το σχέδιο του Συντάγματος ετοιμάστηκε μετά από διαπραγμάτευση μιας Ευρωπαϊκής (Συντακτικής) Συνέλευσης στην οποία έλαβαν μέρος αντιπρόσωποι των Κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, των Κοινοβουλίων τους, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων της Ευρώπης. Αναφέρουμε την σύνθεση της Συνέλευσης που έκανε την διαπραγμάτευση, διότι το Σύνταγμα κατά καιρούς αναφέρεται σαν το Σύνταγμα του Giscard d’ Estaing, ή των Βρυξελλών ή ποιός ξέρει τι άλλο.
Σύμφωνα με την ισχύουσα ακόμη μεχρι το 2009 Συνθήκη της Νίκαιας πρέπει το σχέδιο αυτό να επικυρωθεί από όλα ανεξαιρέτως τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι σήμερα 11 κράτη έχουν κάνει αυτήν την επικύρωση, ενώ με τα δημοψηφίσματα της περασμένης άνοιξης 2005 οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί καταφήφισαν το σχέδιο αυτό του Συντάγματος.
Οπότε από την περασμένη άνοιξη 2005 έχει πλέον τεθεί το ερώτημα, τι θα γίνει τώρα με αυτό το σχέδιο Συντάγματος της Ευρώπης;
Η Βρετανική Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυστυχώς πιστή στην πολιτική της, δεν προσπάθησε καν να κάνει μια συζήτηση γι’ αυτό το θέμα μεχρι το τέλος του 2005. Η Βρετανική Κυβέρνηση μάλιστα ανέβαλε επ’ αόριστο την διεξαγωγή σχετικού δημοφηφίσματος στην χώρα για την επικύρωση.
Η Αυστριακή προεδρία του πρώτου εξαμήνου του 2006 ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να διεξαγάγει μια συζήτηση για το θέμα του Συντάγματος, διότι διαφορετικά το Σύνταγμα κινδυνεύει να πάει στις «ελληνικές καλένδες», όπως λένε οι δυτικο-ευρωπαίοι φίλοι μας.


Ομιλία Αμάτο

Ο Αμάτο ξεκίνησε λέγοντας ότι παρ’ όλο που η Ευρώπη χρειάζεται ένα νέο Σύνταγμα που θα τακτοποιεί τουλάχιστον θεσμικά θέματα μετά από την επόμενη διεύρυνση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, δεν είναι εύκολο να βρεθεί ένα σχέδιο Συντάγματος που να ικανοποιεί όλους στην Ευρώπη.
Η βασική δυσκολία είναι σύμφωνα με τον Αμάτο να βρούμε τον ιδανικό βαθμό της ένωσης που θέλουμε να έχουμε μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σύνθημα «Ένωση με διαφορετικότητα», που αποτελεί μια από τις βασικές ιδέες πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί η κοινοτική Ευρώπη μέχρι σήμερα, σημαίνει επίσης ότι όσο περισσότερη διαφορετικότητα έχουμε μέσα στην Ένωση, τόσο μεγαλύτερη ένωση χρειαζόμαστε. Στην αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος η Ένωση να πάει προς διάλυση.
Ο Αμάτο βλέπει ότι είναι σήμερα δύσκολο να βρει κανείς ηγέτες στην Ευρώπη που να είναι περισσότερο Ευρωπαίοι παρά προσκολημμένοι στα εθνικά πλαίσια της πολιτικής τους. Χρειαζόμαστε επίσης ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για να μπορεί η Ευρώπη να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών της.
Το θεσμικό πλαίσιο που απαιτείται πρέπει πρώτα να ξεπεράσει το πρόβλημα της ομοφωνίας. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα διαρκώς μεγαλύτερες σφαίρες ευρωπαϊκής δράσης γίνονται στα πλαίσια της «διακυβερνητικής Ευρωπαϊκής συνεργασίας» μεταξύ των κρατών μελών και όχι στο πλαίσιο της «κοινοτικής Ευρώπης». Το πρόβλημα αυτό ξεκίνησε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να γίνεται κάτι περισσότερο από μια κοινή αγορά. Υπήρχε τότε το ερώτημα για το πώς θα επιτυγχανόταν αυτή η διεύρυνση αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τότε βέβαια ότι αυτή η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων που θα εκχωρούσαν τα κράτη μέλη στην Ένωση θα έπρεπε να γίνει στα πλαίσια της «κοινοτικής Ευρώπης», δηλαδή με την Επιτροπή να προτείνει και το Συμβούλιο μαζί με το Κοινοβούλιο της Ένωσης να αποφασίζουν στα πλαίσια της Συνθήκης. Δυστυχώς, παρ’ όλες τις προσπάθειες της Ολλανδικής προεδρίας τότε, αυτό που εγκρίθηκε στο Μάαστριχτ το 1992 ήταν το πλαίσιο της «διακυβερνητικής Ευρωπαϊκής συνεργασίας» για τις νέες πολιτικές που αποφασίστηκαν εκεί. Δηλαδή να παίρνονται αποφάσεις από τα κράτη μέλη εκτός της Συνθήκης, εφ’ όσον υπάρχει ομοφωνία σε κάποιο θέμα.
Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε το οικοδόμημα των τριών πυλώνων της Ευρωπαϊκης συνεργασίας. Αυτοί οι τρεις πυλώνες που συνθέτουν την αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι ακόλουθοι:
• Οι κοινές πολιτικές της Κοινότητας, Οικονομική και Νομισματική Ένωση κ.λπ. (πρώτος πυλώνας)·
• η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας που εμπεριέχεται στον τίτλο V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (δεύτερος πυλώνας)·
• η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα που καλύπτεται από τον τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (τρίτος πυλώνας).
Οι δραστηριότητες της Ευρώπης στον δεύτερο και στον τρίτο πυλώνα γίνονται συνήθως με μεθόδους συνεργασίας εκτός των κοινοτικών πλαισίων. Αυτό θα μπορούσε να συνεχιστεί με τα 15 παλαιότερα μέλη της Ένωσης. Τώρα όμως με την διεύρυνση στα 25 μέλη τα περιθώρια αυτού του είδους ευρωπαϊκής συνεργασίας είναι πολύ μικρά. Το αποτέλεσμα είναι οι διαδικασίες απόφασης να έχουν μεγάλα προβλήματα. Μετά το Μάαστριχτ οι μέθοδοι συνεργασίας είναι όλο και λιγότερο αποδοτικές και πολιτικές σαν την Ευρωπαϊκή Πολιτική Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας δεν προχωρούν καθόλου. Δυστυχώς δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι την υπόθεση της Ευρώπης συμπεραίνει ο Αμάτο.
Υπάρχει η ιδέα ότι η Εξωτερική Πολιτική για παράδειγμα θα μπορούσε να προχωρήσει με την συνεργασία μόνο ενός μέρους των κρατών μελών. Αλλά τότε ποιά θα ήταν η ισχύς μιας τέτοιας πολιτικής στον σημερινό κόσμο;
Η επόμενη ιδέα είναι το τι θα μπορούσε να γίνει στα πλαίσια της Συνθήκης της Νίκαιας. Ο Αμάτο πιστεύει ότι απλές προσθήκες στην Συνθήκη της Νίκαιας δεν φτάνουν στο απαιτούμενο επίπεδο μεταρρύθμισης. Μια τέτοια προσπάθεια θα οδηγούσε σε μια αναποτελεσματική Ευρώπη, διότι δεν θα περιλάμβανε μια επαρκώς δημοκρατική διαδικασία. Τα κράτη μέλη δεν αναλαμβάνουν στα πλαίσια της Συνθήκης της Νίκαιας, όπως και με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, πραγματικές υποχρεώσεις. Μια ενισχυμένη διακυβερνητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών δεν αρκεί.


Προτάσεις του Αμάτο

Και έρχεται τώρα ο Αμάτο στις δικές του προτάσεις. Πρέπει λέει να θέσουμε υπό κρίση την Συνθήκη του Μάαστριχτ. Υπάρχουν εκατοντάδες εγγράφων και αποφάσεων που δεν παράγουν τίποτε το ουσιαστικό στο επίπεδο εφαρμογής μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής για παράδειγμα. Μπορούμε να συνεχίσουμε με τον Σολάνα; διερωτάται ο Αμάτο. Δεν θα έπρεπε να έχουμε στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής τουλάχιστον έναν Μάντελσον, κάποιον δηλαδή που θα εξέφραζε με μια μοναδική φωνή, όπως κάνει ο επίτροπος Μάντελσον στον τομέα της εμπορικής πολιτικής της Ένωσης, κοινές θέσεις όλων των κρατών μελών σε δεδομένα θέματα της παγκόσμιας πολιτικής; διερωτάται ο Ιταλός πολιτικός.
Το προτεινόμενο σχέδιο Συντάγματος έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: προσφέρει ένα αρκετά μεγάλο βαθμό μεταρρύθμισης. Δημιουργεί επίσης μια γέφυρα ανάμεσα στην «κοινοτική» Ευρώπη και αυτήν της απλής «διακυβερνητικής συνεργασίας» μεταξύ των κρατών μελών. Έτσι οι δύο αυτές Ευρώπες δεν μένουν χωρισμένες και δημιουργείται μια δυναμική για το μέλλον. Η Συνταγματική Συνθήκη έχει βέβαια πολλά άλλα πλεονεκτήματα, όπως οι σημαντικές βελτιώσεις που επιφέρει στο τομέα Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας, στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων (δημιουργείται θέση υπουργού Εξωτερικών της Ενωσης), συμπερίληψη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων για πρώτη φορά κλπ.
Υπαρχει βέβαια σήμερα το ακανθώδες θέμα της επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης. Κατά την γνώμη του Αμάτο πρέπει η διαδικασία επικύρωσης να συνεχιστεί, διότι αυτό κρατάει ζεστό και επίκαιρο το θέμα για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.
Η Γαλλία θα μπορούσε να ξανανοίξει το θέμα της επικύρωσής της στα πλαίσια των προεδρικών εκλογών του 2007, εάν βέβαια μερικοί από τους υποψήφιους σ’ αυτές τις εκλογές θα έχουν το απαιτούμενο θάρρος. Στην Ολλανδία, όπου έχουν επίσης εκλογές το 2007, τα πράγματα εμφανίζονται αντικειμενικά πιο δύσκολα, είναι αλήθεια. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπό την Γερμανική Προεδρία θα γίνει στο εξάμηνο μετά τις Γαλλικές προεδρικές εκλογές. Τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε από αυτή την πολιτική συγκυρία;
Ο πρώην Γάλλος Πρόεδρος Giscard d’ Estaing είναι ο πιο αισιόδοξος. Πιστεύει οτι μπορεί κανείς να θέσει σε ένα δεύτερο δημοψήφισμα ένα διαφορετικό κείμενο του Συντάγματος. Εδώ πρέπει να θυμίσουμε ότι το σημερινό κείμενο διαχωρίζεται σε τρία κύρια μέρη και ένα διαδικαστικό. Το πρώτο μέρος ορίζει τη θεσμική λειτουργία της Ενωσης, το δεύτερο περιλαμβάνει τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το τρίτο περιγράφει τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τον τρόπο λειτουργίας τους.
Ο Αμάτο μάς αποκαλύπτει ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το τελικό κείμενο πολλοί, όπως και ο ίδιος, υποστήριζαν ότι το τρίτο και κατά πολύ ογκωδέστερο μέρος δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στο σχέδιο Συντάγματος που θα προκρινόταν. Ο βασικός λόγος ήταν ότι το τρίτο αυτό μέρος επιμηκύνει κατά πολύ το σχέδιο του ευρωπαϊκού Συντάγματος και το κάνει ένα τεράστιο κείμενο που πολύ δύσκολα μπορεί να διαβάσει ή να καταλάβει ένας μέσος πολίτης. Ήταν ακριβώς αυτό το τρίτο μέρος, το οποίο διέγειρε και τις περισσότερες αντιδράσεις στην Γαλλία και στην Ολλανδία.
Τα δύο πρώτα μέρη μαζί αποτελούνται από 114 άρθρα, πράγμα που τα κάνει να έχουν το μέγεθος σαν κείμενο ένός μέσου ευρωπαϊκού συντάγματος. (Αυτή η σύμπτωση των 114 άρθρων παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας τους Έλληνες, που θυμόμαστε τις διαμαρτυρίες της εποχής του 1960 για το άρθρο 114 του τότε ελληνικού συντάγματος. Το ακροτελεύτιο άρθρο του τότε Συντάγματος της Ελλάδας αναφερόταν στο ότι η εφαρμογή του συντάγματος αφιερούνταν στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Για τον λόγο αυτό τα συλλαλητήρια τότε το είχαν κάνει σημαία και σύνθημά τους αφού ο κόσμος τότε ζητούσε περισσότερη δημοκρατία στην Ελλάδα.)
Ομολογεί βέβαια ο Αμάτο ότι τα δύο πρώτα μέρη πάλι θα διέγειραν τις αντιδράσεις της Μεγάλης Βρετανίας και όλων εκείνων των χωρών που εντάσσονται στο στρατόπεδο της Ευρώπης της πολιτικής συνεργασίας, όπως αναφέραμε πιο πάνω. Ο διαχωρισμός επίσης των δύο αυτών πρώτων μερών από το τρίτο δεν θα ήταν εύκολος, διότι υπάρχουν σημαντικές διασυνδέσεις τους με το παρόν τρίτο μέρος του σχεδίου.
Παρ’ όλες τις τεχνικές δυσχέρειες, ο Αμάτο ακάθεκτος προτείνει την οριστική κατάργηση των ειδικών θεσμοθετήσεων που ξεκίνησαν με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, ιδιαίτερα αυτή της εξωκοινοτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Μετά πρέπει να προχωρήσει ακόμη περισσότερο ο εκδημοκρατισμός των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σ’ αυτό συμφωνεί ο Αμάτο με τους Γερμανούς, οι οποίοι υποστηρίζουν οτι το σύστημα αποφάσεων πρέπει να νομιμοποιηθεί δημοκρατικά. Ο ιταλός πολιτικός πιστεύει ότι υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να αναλάβει ένα εκτελεστικό όργανο όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό που χρειάζεται πλέον η Ευρώπη είναι ένα πραγματικό Κοινοβούλιο. Χρειαζόμαστε ισότητα μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου.
Υπάρχουν κράτη μέλη που μπορούν να συμφωνήσουν στη δημιουργία μιας τέτοιας πιο θεσμικά εύρωστης Ευρώπης, χωρίς όμως να παραβλέψουν να κρατήσουν επαφή με εκείνα τα κράτη μέλη που θα μείνουν πιο πίσω. Μια διαδικασία ενδυνάμωσης των ευρωπαϊκών οργάνων θα ήταν βέβαια μια μάλλον επικίνδυνη προσπάθεια, αφού κατ’ ανάγκη θα πρέπει να γίνει εκτός των Συνθηκών. Είναι δυνατή μια τέτοια προσπάθεια;
Σύμφωνα με τον Αμάτο οι Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Σλοβακία, ίσως και μερικά άλλα κράτη θα ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν μια τέτοια διαδικασία. Το Ηνωμένο Βασίλειο βέβαια θα έμενε για μια ακόμη φορά εκτός των εξελίξεων περιμένοντας να δει τι θα γινόταν. Μια νέα Συντακτική Συνέλευση θα μπορούσε να ξεκινήσει, η οποία θα είχε σαν στόχο να υποβληθεί το αποτέλεσμά της σε πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα μαζί με τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2009.
Ενας άλλος τρόπος θα ήταν να γίνει μια Διακοινοβουλευτική Συνέλευση που θα επικύρωνε το αποτέλεσμα στο τέλος αντί για δημοψήφισμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα μπορούσε κανείς να εκλέξει δύο Ευρωπαϊκά Κοινοβούλια το 2009. Ενα πραγματικά νομοθετικό Κοινοβούλιο για τις χώρες που θα προχωρούσαν με το νέο αυτό Σύνταγμα και ένα Κοινοβούλιο σαν το σημερινό για τις χώρες που θα έμεναν με τις παρούσες Συνθήκες. Παράλληλα θα μπορούσαν και το Συμβούλιο και η Επιτροπή να διαχωρισθούν στα δύο εξυπηρετώντας προσωρινά τις δύο αυτές διαφορετικές ομάδες κρατών μελών. Ενώ εκφέρει ο Αμάτο τις τολμηρές αυτές ιδέες, δεν παραλείπει να ξανατονίσει την ίδια στιγμή ότι κανείς δεν θα πρέπει να ξεχάσει να κρατήσει ανοιχτές τις πόρτες ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες χωρών. Μια καλή γέφυρα ανάμεσά τους θα διευκόλυνε βέβαια το πέρασμα από τη μία ομάδα στην άλλη.
Θα μπορούσε ένα τέτοιο σενάριο να πραγματοποιηθεί; ρωτάει ο Αμάτο. Για να βρει την απάντηση επιστρέφει σ’ αυτό που φαίνεται να είναι η conditio sine qua non για αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες του, προκειμένου να γίνουν πραγματικότητα. Και αυτή η απαραίτητη συνθήκη δεν είναι άλλη από το να υπάρξουν τολμηροί Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως για παράδειγμα ο Altiero Spinelli, που να επιχειρήσουν τα παραπάνω. Σημειώνει ο Αμάτο σ’ αυτό το σημείο ότι ο Βέλγος πρωθυπουργός Guy Verhofstadt έχει εκδώσει ένα βιβλίο που παρουσιάζει αυτό τον καιρό σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και που έχει για τίτλο: Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Στο βιβλίο αυτό κεντρική ιδέα είναι ότι αυτοί που θέλουν μια άλλη Ευρώπη δεν έχουν παρά να ενωθούν και να προχωρήσουν.
Είναι κάτι τέτοια τολμήματα σαν του Verhofstadt και του Αμάτο που κρατούν ψηλά τη θερμοκρασία των συζητήσεων στην Ευρώπη για το πώς θα βγούμε από την σημερινή κρίση. Πολλοί πολιτικοί και νομικοί επιστήμονες έχουν σκύψει με ενδιαφέρον σ’ αυτό το αίνιγμα της περαιτέρω εξέλιξης της Ευρώπης.
Στο διάλογο που ακολούθησε την ομιλία του ο Αμάτο τόνισε μερικά σημεία σε απάντηση ερωτήσεων που του τέθηκαν. Ο ρόλος της Γερμανίας θα είναι καθοριστικός σ’ αυτές τις εξελίξεις, διότι η χώρα αυτή έχει το απαραίτητο πολιτικό βάρος και μπορεί να προχωρησει με την συνεργασία μερικών μικρότερων χωρών. Ένας άλλος λόγος που πρέπει να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο η Γερμανία είναι ότι η χώρα αυτή γίνεται ισχυρότερη μέσα από μια ισχυρή Ευρώπη. Οι πολιτικοί αρχηγοί της Ευρώπης πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να πάρουν τα απαραίτητα ρίσκα για να βρεθεί λύση.
Σε απάντηση της δικής μου ερώτησης για το πώς θα μπορούσε κανείς να πείσει τους ευρωπαίους πολίτες να εγκρίνουν τις προτάσεις που κάνει, ο Αμάτο απάντησε ότι ο καλύτερος τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο είναι να αποκτήσουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί μεγαλύτερη νομιμοποίηση. Αυτό θα γινόταν πολύ καλύτερα αν οι θεσμοί αυτοί παρήγαν αποτελεσματικές πολιτικές για τα άμεσα προβλήματα των ευρωπαίων πολιτών. Με την εφαρμογή αυτών των πολιτικών θα μπορούσε η Ευρώπη να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών της.
Είναι νομίζω σημαντική η συμβολή του Αμάτο στην προώθηση της πολιτικής συζήτησης που πρέπει να γίνει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη. Θα χρειαστούν μάλλον τέτοιου είδους ριζοσπαστικές λύσεις για να μπορέσει η Ευρώπη να προχωρήσει. Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι ό χρόνος μάλλον δεν είναι με το μέρος μας σ’ αυτές τις διαδικασίες. Ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος προχωρά με γοργά βήματα και μας θέτει πλήθος πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Η συζήτηση για την οδηγία Bolkestein, τα προβλήματα ανεργίας στην Ευρώπη, οι ραγδαία ανερχόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας, οι προκλήσεις της αμερικανικής υπερδύναμης, ιδιαίτερα στην Μέση Ανατολή, κάνουν την ανάγκη να βρει η Ευρώπη τη δική της απάντηση και τη δική της φωνή σε όλες αυτές τις εξελίξεις διαρκώς επιτακτικότερη.