Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007

Τ. 3 Μια νέα πρόταση για το μέλλον της Ευρώπης (Τζουλιάνο Αμάτο)

Μια νέα πρόταση για το μέλλον της Ευρώπης (Τζουλιάνο Αμάτο)
Γιώργος Στρογγύλης 2006


Εισαγωγικά

Υπάρχει σήμερα ένα έντονο κλίμα απαισιοδοξίας για το μέλλον του σχεδίου Συντάγματος και για την αβεβαιότητα που αυτό έχει σαν επακόλουθο για τα τεκταινόμενα σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζουλιάνο Αμάτο πάνω σ’ αυτό το θέμα ήταν καλοδεχούμενη. Απόδειξη η υπερπλήρης αίθουσα της ομιλίας που έγινε στα πλαίσια των διαλέξεων που οργανώνει η Επιτροπή στο κτίριο της Rue Guimard στις 21 Φεβρουαρίου 2006. Ο Αμάτο ήταν βέβαια ένας από τους αντιπροέδρους της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης που διαπραγματεύθηκε το σχέδιο του Συντάγματος.
Τα τελευταία δεκαπέντε έτη ιστορίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης σηματοδοτήθηκαν από μια σειρά αναθεωρήσεων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 διαδέχθηκε η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Μετά είχαμε την Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997 και της Νίκαιας το 2001. Αυτές οι διαδοχικές αναθεωρήσεις είχαν σαν αποτέλεσμα τα κείμενα των Συνθηκών να καταστούν ένα δυσανάγνωστο σύνολο. Το Σύνταγμα της Ευρώπης συντάχθηκε για να βελτιώσει αυτή την κατάσταση αλλά επίσης για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις μιας διευρυμένης Ευρώπης με 25 κράτη μέλη και 480 εκατομμύρια κατοίκους. Σκοπός του Συντάγματος είναι να δημιουργηθεί μια Ευρώπη δημοκρατική, αποτελεσματική και στην υπηρεσία των Ευρωπαίων.
Το σχέδιο του Συντάγματος ετοιμάστηκε μετά από διαπραγμάτευση μιας Ευρωπαϊκής (Συντακτικής) Συνέλευσης στην οποία έλαβαν μέρος αντιπρόσωποι των Κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, των Κοινοβουλίων τους, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων της Ευρώπης. Αναφέρουμε την σύνθεση της Συνέλευσης που έκανε την διαπραγμάτευση, διότι το Σύνταγμα κατά καιρούς αναφέρεται σαν το Σύνταγμα του Giscard d’ Estaing, ή των Βρυξελλών ή ποιός ξέρει τι άλλο.
Σύμφωνα με την ισχύουσα ακόμη μεχρι το 2009 Συνθήκη της Νίκαιας πρέπει το σχέδιο αυτό να επικυρωθεί από όλα ανεξαιρέτως τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι σήμερα 11 κράτη έχουν κάνει αυτήν την επικύρωση, ενώ με τα δημοψηφίσματα της περασμένης άνοιξης 2005 οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί καταφήφισαν το σχέδιο αυτό του Συντάγματος.
Οπότε από την περασμένη άνοιξη 2005 έχει πλέον τεθεί το ερώτημα, τι θα γίνει τώρα με αυτό το σχέδιο Συντάγματος της Ευρώπης;
Η Βρετανική Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυστυχώς πιστή στην πολιτική της, δεν προσπάθησε καν να κάνει μια συζήτηση γι’ αυτό το θέμα μεχρι το τέλος του 2005. Η Βρετανική Κυβέρνηση μάλιστα ανέβαλε επ’ αόριστο την διεξαγωγή σχετικού δημοφηφίσματος στην χώρα για την επικύρωση.
Η Αυστριακή προεδρία του πρώτου εξαμήνου του 2006 ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να διεξαγάγει μια συζήτηση για το θέμα του Συντάγματος, διότι διαφορετικά το Σύνταγμα κινδυνεύει να πάει στις «ελληνικές καλένδες», όπως λένε οι δυτικο-ευρωπαίοι φίλοι μας.


Ομιλία Αμάτο

Ο Αμάτο ξεκίνησε λέγοντας ότι παρ’ όλο που η Ευρώπη χρειάζεται ένα νέο Σύνταγμα που θα τακτοποιεί τουλάχιστον θεσμικά θέματα μετά από την επόμενη διεύρυνση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, δεν είναι εύκολο να βρεθεί ένα σχέδιο Συντάγματος που να ικανοποιεί όλους στην Ευρώπη.
Η βασική δυσκολία είναι σύμφωνα με τον Αμάτο να βρούμε τον ιδανικό βαθμό της ένωσης που θέλουμε να έχουμε μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σύνθημα «Ένωση με διαφορετικότητα», που αποτελεί μια από τις βασικές ιδέες πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί η κοινοτική Ευρώπη μέχρι σήμερα, σημαίνει επίσης ότι όσο περισσότερη διαφορετικότητα έχουμε μέσα στην Ένωση, τόσο μεγαλύτερη ένωση χρειαζόμαστε. Στην αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος η Ένωση να πάει προς διάλυση.
Ο Αμάτο βλέπει ότι είναι σήμερα δύσκολο να βρει κανείς ηγέτες στην Ευρώπη που να είναι περισσότερο Ευρωπαίοι παρά προσκολημμένοι στα εθνικά πλαίσια της πολιτικής τους. Χρειαζόμαστε επίσης ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για να μπορεί η Ευρώπη να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών της.
Το θεσμικό πλαίσιο που απαιτείται πρέπει πρώτα να ξεπεράσει το πρόβλημα της ομοφωνίας. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα διαρκώς μεγαλύτερες σφαίρες ευρωπαϊκής δράσης γίνονται στα πλαίσια της «διακυβερνητικής Ευρωπαϊκής συνεργασίας» μεταξύ των κρατών μελών και όχι στο πλαίσιο της «κοινοτικής Ευρώπης». Το πρόβλημα αυτό ξεκίνησε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να γίνεται κάτι περισσότερο από μια κοινή αγορά. Υπήρχε τότε το ερώτημα για το πώς θα επιτυγχανόταν αυτή η διεύρυνση αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τότε βέβαια ότι αυτή η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων που θα εκχωρούσαν τα κράτη μέλη στην Ένωση θα έπρεπε να γίνει στα πλαίσια της «κοινοτικής Ευρώπης», δηλαδή με την Επιτροπή να προτείνει και το Συμβούλιο μαζί με το Κοινοβούλιο της Ένωσης να αποφασίζουν στα πλαίσια της Συνθήκης. Δυστυχώς, παρ’ όλες τις προσπάθειες της Ολλανδικής προεδρίας τότε, αυτό που εγκρίθηκε στο Μάαστριχτ το 1992 ήταν το πλαίσιο της «διακυβερνητικής Ευρωπαϊκής συνεργασίας» για τις νέες πολιτικές που αποφασίστηκαν εκεί. Δηλαδή να παίρνονται αποφάσεις από τα κράτη μέλη εκτός της Συνθήκης, εφ’ όσον υπάρχει ομοφωνία σε κάποιο θέμα.
Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε το οικοδόμημα των τριών πυλώνων της Ευρωπαϊκης συνεργασίας. Αυτοί οι τρεις πυλώνες που συνθέτουν την αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι ακόλουθοι:
• Οι κοινές πολιτικές της Κοινότητας, Οικονομική και Νομισματική Ένωση κ.λπ. (πρώτος πυλώνας)·
• η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας που εμπεριέχεται στον τίτλο V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (δεύτερος πυλώνας)·
• η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα που καλύπτεται από τον τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (τρίτος πυλώνας).
Οι δραστηριότητες της Ευρώπης στον δεύτερο και στον τρίτο πυλώνα γίνονται συνήθως με μεθόδους συνεργασίας εκτός των κοινοτικών πλαισίων. Αυτό θα μπορούσε να συνεχιστεί με τα 15 παλαιότερα μέλη της Ένωσης. Τώρα όμως με την διεύρυνση στα 25 μέλη τα περιθώρια αυτού του είδους ευρωπαϊκής συνεργασίας είναι πολύ μικρά. Το αποτέλεσμα είναι οι διαδικασίες απόφασης να έχουν μεγάλα προβλήματα. Μετά το Μάαστριχτ οι μέθοδοι συνεργασίας είναι όλο και λιγότερο αποδοτικές και πολιτικές σαν την Ευρωπαϊκή Πολιτική Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας δεν προχωρούν καθόλου. Δυστυχώς δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι την υπόθεση της Ευρώπης συμπεραίνει ο Αμάτο.
Υπάρχει η ιδέα ότι η Εξωτερική Πολιτική για παράδειγμα θα μπορούσε να προχωρήσει με την συνεργασία μόνο ενός μέρους των κρατών μελών. Αλλά τότε ποιά θα ήταν η ισχύς μιας τέτοιας πολιτικής στον σημερινό κόσμο;
Η επόμενη ιδέα είναι το τι θα μπορούσε να γίνει στα πλαίσια της Συνθήκης της Νίκαιας. Ο Αμάτο πιστεύει ότι απλές προσθήκες στην Συνθήκη της Νίκαιας δεν φτάνουν στο απαιτούμενο επίπεδο μεταρρύθμισης. Μια τέτοια προσπάθεια θα οδηγούσε σε μια αναποτελεσματική Ευρώπη, διότι δεν θα περιλάμβανε μια επαρκώς δημοκρατική διαδικασία. Τα κράτη μέλη δεν αναλαμβάνουν στα πλαίσια της Συνθήκης της Νίκαιας, όπως και με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, πραγματικές υποχρεώσεις. Μια ενισχυμένη διακυβερνητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών δεν αρκεί.


Προτάσεις του Αμάτο

Και έρχεται τώρα ο Αμάτο στις δικές του προτάσεις. Πρέπει λέει να θέσουμε υπό κρίση την Συνθήκη του Μάαστριχτ. Υπάρχουν εκατοντάδες εγγράφων και αποφάσεων που δεν παράγουν τίποτε το ουσιαστικό στο επίπεδο εφαρμογής μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής για παράδειγμα. Μπορούμε να συνεχίσουμε με τον Σολάνα; διερωτάται ο Αμάτο. Δεν θα έπρεπε να έχουμε στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής τουλάχιστον έναν Μάντελσον, κάποιον δηλαδή που θα εξέφραζε με μια μοναδική φωνή, όπως κάνει ο επίτροπος Μάντελσον στον τομέα της εμπορικής πολιτικής της Ένωσης, κοινές θέσεις όλων των κρατών μελών σε δεδομένα θέματα της παγκόσμιας πολιτικής; διερωτάται ο Ιταλός πολιτικός.
Το προτεινόμενο σχέδιο Συντάγματος έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: προσφέρει ένα αρκετά μεγάλο βαθμό μεταρρύθμισης. Δημιουργεί επίσης μια γέφυρα ανάμεσα στην «κοινοτική» Ευρώπη και αυτήν της απλής «διακυβερνητικής συνεργασίας» μεταξύ των κρατών μελών. Έτσι οι δύο αυτές Ευρώπες δεν μένουν χωρισμένες και δημιουργείται μια δυναμική για το μέλλον. Η Συνταγματική Συνθήκη έχει βέβαια πολλά άλλα πλεονεκτήματα, όπως οι σημαντικές βελτιώσεις που επιφέρει στο τομέα Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας, στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων (δημιουργείται θέση υπουργού Εξωτερικών της Ενωσης), συμπερίληψη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων για πρώτη φορά κλπ.
Υπαρχει βέβαια σήμερα το ακανθώδες θέμα της επικύρωσης της Συνταγματικής Συνθήκης. Κατά την γνώμη του Αμάτο πρέπει η διαδικασία επικύρωσης να συνεχιστεί, διότι αυτό κρατάει ζεστό και επίκαιρο το θέμα για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.
Η Γαλλία θα μπορούσε να ξανανοίξει το θέμα της επικύρωσής της στα πλαίσια των προεδρικών εκλογών του 2007, εάν βέβαια μερικοί από τους υποψήφιους σ’ αυτές τις εκλογές θα έχουν το απαιτούμενο θάρρος. Στην Ολλανδία, όπου έχουν επίσης εκλογές το 2007, τα πράγματα εμφανίζονται αντικειμενικά πιο δύσκολα, είναι αλήθεια. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπό την Γερμανική Προεδρία θα γίνει στο εξάμηνο μετά τις Γαλλικές προεδρικές εκλογές. Τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε από αυτή την πολιτική συγκυρία;
Ο πρώην Γάλλος Πρόεδρος Giscard d’ Estaing είναι ο πιο αισιόδοξος. Πιστεύει οτι μπορεί κανείς να θέσει σε ένα δεύτερο δημοψήφισμα ένα διαφορετικό κείμενο του Συντάγματος. Εδώ πρέπει να θυμίσουμε ότι το σημερινό κείμενο διαχωρίζεται σε τρία κύρια μέρη και ένα διαδικαστικό. Το πρώτο μέρος ορίζει τη θεσμική λειτουργία της Ενωσης, το δεύτερο περιλαμβάνει τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το τρίτο περιγράφει τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τον τρόπο λειτουργίας τους.
Ο Αμάτο μάς αποκαλύπτει ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το τελικό κείμενο πολλοί, όπως και ο ίδιος, υποστήριζαν ότι το τρίτο και κατά πολύ ογκωδέστερο μέρος δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στο σχέδιο Συντάγματος που θα προκρινόταν. Ο βασικός λόγος ήταν ότι το τρίτο αυτό μέρος επιμηκύνει κατά πολύ το σχέδιο του ευρωπαϊκού Συντάγματος και το κάνει ένα τεράστιο κείμενο που πολύ δύσκολα μπορεί να διαβάσει ή να καταλάβει ένας μέσος πολίτης. Ήταν ακριβώς αυτό το τρίτο μέρος, το οποίο διέγειρε και τις περισσότερες αντιδράσεις στην Γαλλία και στην Ολλανδία.
Τα δύο πρώτα μέρη μαζί αποτελούνται από 114 άρθρα, πράγμα που τα κάνει να έχουν το μέγεθος σαν κείμενο ένός μέσου ευρωπαϊκού συντάγματος. (Αυτή η σύμπτωση των 114 άρθρων παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας τους Έλληνες, που θυμόμαστε τις διαμαρτυρίες της εποχής του 1960 για το άρθρο 114 του τότε ελληνικού συντάγματος. Το ακροτελεύτιο άρθρο του τότε Συντάγματος της Ελλάδας αναφερόταν στο ότι η εφαρμογή του συντάγματος αφιερούνταν στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Για τον λόγο αυτό τα συλλαλητήρια τότε το είχαν κάνει σημαία και σύνθημά τους αφού ο κόσμος τότε ζητούσε περισσότερη δημοκρατία στην Ελλάδα.)
Ομολογεί βέβαια ο Αμάτο ότι τα δύο πρώτα μέρη πάλι θα διέγειραν τις αντιδράσεις της Μεγάλης Βρετανίας και όλων εκείνων των χωρών που εντάσσονται στο στρατόπεδο της Ευρώπης της πολιτικής συνεργασίας, όπως αναφέραμε πιο πάνω. Ο διαχωρισμός επίσης των δύο αυτών πρώτων μερών από το τρίτο δεν θα ήταν εύκολος, διότι υπάρχουν σημαντικές διασυνδέσεις τους με το παρόν τρίτο μέρος του σχεδίου.
Παρ’ όλες τις τεχνικές δυσχέρειες, ο Αμάτο ακάθεκτος προτείνει την οριστική κατάργηση των ειδικών θεσμοθετήσεων που ξεκίνησαν με την Συνθήκη του Μάαστριχτ, ιδιαίτερα αυτή της εξωκοινοτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Μετά πρέπει να προχωρήσει ακόμη περισσότερο ο εκδημοκρατισμός των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σ’ αυτό συμφωνεί ο Αμάτο με τους Γερμανούς, οι οποίοι υποστηρίζουν οτι το σύστημα αποφάσεων πρέπει να νομιμοποιηθεί δημοκρατικά. Ο ιταλός πολιτικός πιστεύει ότι υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να αναλάβει ένα εκτελεστικό όργανο όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό που χρειάζεται πλέον η Ευρώπη είναι ένα πραγματικό Κοινοβούλιο. Χρειαζόμαστε ισότητα μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου.
Υπάρχουν κράτη μέλη που μπορούν να συμφωνήσουν στη δημιουργία μιας τέτοιας πιο θεσμικά εύρωστης Ευρώπης, χωρίς όμως να παραβλέψουν να κρατήσουν επαφή με εκείνα τα κράτη μέλη που θα μείνουν πιο πίσω. Μια διαδικασία ενδυνάμωσης των ευρωπαϊκών οργάνων θα ήταν βέβαια μια μάλλον επικίνδυνη προσπάθεια, αφού κατ’ ανάγκη θα πρέπει να γίνει εκτός των Συνθηκών. Είναι δυνατή μια τέτοια προσπάθεια;
Σύμφωνα με τον Αμάτο οι Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Σλοβακία, ίσως και μερικά άλλα κράτη θα ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν μια τέτοια διαδικασία. Το Ηνωμένο Βασίλειο βέβαια θα έμενε για μια ακόμη φορά εκτός των εξελίξεων περιμένοντας να δει τι θα γινόταν. Μια νέα Συντακτική Συνέλευση θα μπορούσε να ξεκινήσει, η οποία θα είχε σαν στόχο να υποβληθεί το αποτέλεσμά της σε πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα μαζί με τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2009.
Ενας άλλος τρόπος θα ήταν να γίνει μια Διακοινοβουλευτική Συνέλευση που θα επικύρωνε το αποτέλεσμα στο τέλος αντί για δημοψήφισμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα μπορούσε κανείς να εκλέξει δύο Ευρωπαϊκά Κοινοβούλια το 2009. Ενα πραγματικά νομοθετικό Κοινοβούλιο για τις χώρες που θα προχωρούσαν με το νέο αυτό Σύνταγμα και ένα Κοινοβούλιο σαν το σημερινό για τις χώρες που θα έμεναν με τις παρούσες Συνθήκες. Παράλληλα θα μπορούσαν και το Συμβούλιο και η Επιτροπή να διαχωρισθούν στα δύο εξυπηρετώντας προσωρινά τις δύο αυτές διαφορετικές ομάδες κρατών μελών. Ενώ εκφέρει ο Αμάτο τις τολμηρές αυτές ιδέες, δεν παραλείπει να ξανατονίσει την ίδια στιγμή ότι κανείς δεν θα πρέπει να ξεχάσει να κρατήσει ανοιχτές τις πόρτες ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες χωρών. Μια καλή γέφυρα ανάμεσά τους θα διευκόλυνε βέβαια το πέρασμα από τη μία ομάδα στην άλλη.
Θα μπορούσε ένα τέτοιο σενάριο να πραγματοποιηθεί; ρωτάει ο Αμάτο. Για να βρει την απάντηση επιστρέφει σ’ αυτό που φαίνεται να είναι η conditio sine qua non για αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες του, προκειμένου να γίνουν πραγματικότητα. Και αυτή η απαραίτητη συνθήκη δεν είναι άλλη από το να υπάρξουν τολμηροί Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως για παράδειγμα ο Altiero Spinelli, που να επιχειρήσουν τα παραπάνω. Σημειώνει ο Αμάτο σ’ αυτό το σημείο ότι ο Βέλγος πρωθυπουργός Guy Verhofstadt έχει εκδώσει ένα βιβλίο που παρουσιάζει αυτό τον καιρό σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και που έχει για τίτλο: Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Στο βιβλίο αυτό κεντρική ιδέα είναι ότι αυτοί που θέλουν μια άλλη Ευρώπη δεν έχουν παρά να ενωθούν και να προχωρήσουν.
Είναι κάτι τέτοια τολμήματα σαν του Verhofstadt και του Αμάτο που κρατούν ψηλά τη θερμοκρασία των συζητήσεων στην Ευρώπη για το πώς θα βγούμε από την σημερινή κρίση. Πολλοί πολιτικοί και νομικοί επιστήμονες έχουν σκύψει με ενδιαφέρον σ’ αυτό το αίνιγμα της περαιτέρω εξέλιξης της Ευρώπης.
Στο διάλογο που ακολούθησε την ομιλία του ο Αμάτο τόνισε μερικά σημεία σε απάντηση ερωτήσεων που του τέθηκαν. Ο ρόλος της Γερμανίας θα είναι καθοριστικός σ’ αυτές τις εξελίξεις, διότι η χώρα αυτή έχει το απαραίτητο πολιτικό βάρος και μπορεί να προχωρησει με την συνεργασία μερικών μικρότερων χωρών. Ένας άλλος λόγος που πρέπει να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο η Γερμανία είναι ότι η χώρα αυτή γίνεται ισχυρότερη μέσα από μια ισχυρή Ευρώπη. Οι πολιτικοί αρχηγοί της Ευρώπης πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να πάρουν τα απαραίτητα ρίσκα για να βρεθεί λύση.
Σε απάντηση της δικής μου ερώτησης για το πώς θα μπορούσε κανείς να πείσει τους ευρωπαίους πολίτες να εγκρίνουν τις προτάσεις που κάνει, ο Αμάτο απάντησε ότι ο καλύτερος τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο είναι να αποκτήσουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί μεγαλύτερη νομιμοποίηση. Αυτό θα γινόταν πολύ καλύτερα αν οι θεσμοί αυτοί παρήγαν αποτελεσματικές πολιτικές για τα άμεσα προβλήματα των ευρωπαίων πολιτών. Με την εφαρμογή αυτών των πολιτικών θα μπορούσε η Ευρώπη να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών της.
Είναι νομίζω σημαντική η συμβολή του Αμάτο στην προώθηση της πολιτικής συζήτησης που πρέπει να γίνει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη. Θα χρειαστούν μάλλον τέτοιου είδους ριζοσπαστικές λύσεις για να μπορέσει η Ευρώπη να προχωρήσει. Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι ό χρόνος μάλλον δεν είναι με το μέρος μας σ’ αυτές τις διαδικασίες. Ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος προχωρά με γοργά βήματα και μας θέτει πλήθος πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Η συζήτηση για την οδηγία Bolkestein, τα προβλήματα ανεργίας στην Ευρώπη, οι ραγδαία ανερχόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας, οι προκλήσεις της αμερικανικής υπερδύναμης, ιδιαίτερα στην Μέση Ανατολή, κάνουν την ανάγκη να βρει η Ευρώπη τη δική της απάντηση και τη δική της φωνή σε όλες αυτές τις εξελίξεις διαρκώς επιτακτικότερη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: