Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Τ. 2 Παγκόσμια οικολογικά προβλήματα, ανάπτυξη και ηθική

Παγκόσμια οικολογικά προβλήματα, ανάπτυξη και ηθική
Γιώργος Στρογγύλης



Σήμερα το έχουμε λίγο πολύ όλοι συνειδητοποιήσει ότι έχουμε μπει για τα καλά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Τη χρονιά που μας πέρασε, το 2005, αυτό έγινε ακόμη πιό φανερό. Πρόσφατα η “Le Soir” του Βελγίου έγραφε ότι το 2005 φάνηκε πόσο αλληλοεξαρτημένοι είμαστε οι κάτοικοι του πλανήτη ακόμη και σε αποστάσεις χιλιάδων χιλιομέτρων. Ένας τυφώνας κτυπάει την ακτή της Λουιζιάνας στην Αμερική και οι τιμές του πετρελαίου με το οποίο ζεσταίνουμε τα σπίτια μας ανεβαίνουν. Το τσουνάμι του Ινδικού Ωκεανού είχε καταστροφικά αποτελέσματα σε τεράστιες αποστάσεις, ενώ μια βόμβα σκάει στο Ιράκ και μαθαίνουμε ότι ο καμικάζι ήταν μια γυναίκα βέλγος υπήκοος από το Μονσό του Βελγίου.
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζω δύο παγκόσμια οικολογικά προβλήματα με τα οποία έχω ασχοληθεί επαγγελματικά, την προστασία του όζοντος της ατμόσφαιρας και την κλιματική αλλαγή λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου. Σκοπός μου όμως δεν είναι να περιγράψω αυτά τα οικολογικά προβλήματα με μεγάλη λεπτομέρεια, αλλά θα ήθελα να τα χρησιμποιήσω σαν παραδείγματα του είδους των προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης.
Η αντιμετώπιση των οικολογικών απειλών του πλανήτη καθώς και άλλων προβλημάτων, όπως η πείνα, το Έιτζ, άλλες τροπικές αρρώστιες, καταποντισμοί και κατακλυσμοί όπως το μεγάλο τσουνάμι του 2004 στον Ινδικό Ωκεανό, οι μεγάλοι σεισμοί που συμβαίνουν κάθε τόσο, απαιτεί χειρισμό φαινομένων πλανητικών διαστάσεων, όπου αισθανόμαστε ανίσχυροι σαν άτομα. Προφανώς χρειάζονται οργανωμένες προσπάθειες σε παγκόσμιο επίπεδο για να αντιμετωπιστούν με κάποιο βαθμό επιτυχίας αυτά τα μεγάλα προβλήματα.
Σχετίζονται δε όλα αυτά βέβαια και με το φαινόμενο της ανάπτυξης των χωρών του τρίτου κόσμου που πολύ απασχόλησε τον κόσμο κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα, αλλά και με τη δική μας περαιτέρω ανάπτυξη των αναπτυγμένων χωρών του πλανήτη.
Πιστεύω ότι θέτουν επίσης αυτά τα παγκόσμια προβλήματα ερωτήματα ηθικής φύσης σε μας και στους παγκόσμιους οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ που ασχολούνται με αυτά. Είναι αυτά τα ερωτήματα που θα ήθελα να θέσω καθώς και να παρουσιάσω μερικές απαντήσεις που μπορούν να δοθούν σ’ αυτά.

Προστασία του όζοντος της ατμόσφαιρας

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 επιβεβαιώθηκαν οι επιστημονικές υποθέσεις ότι το στρώμα όζοντος της ατμόσφαιρας καταστρεφόταν από τα χημικά CFC που υπήρχαν στα αεροσόλ, στα ψυγεία κλπ. Το όζον της ατμόσφαιρας είναι ένα πολύ αραιό στρώμα της ατμόσφαιρας από τα 10 έως τα 50 με 60 χιλιόμετρα ύψους πάνω από τη γη και απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου, που κάνει το δέρμα μας να μαυρίζει το καλοκαίρι. Συμμετείχα μεταξύ του 1982 και του 1995 σαν αντιπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις διαπραγματεύσεις του ΟΗΕ για την Συνθήκη της Βιέννης για την προστασία του όζοντος της ατμόσφαιρας καθώς και για το Πρωτόκολλο του Μοντρεάλ, βάσει του οποίου για πρώτη φορά καταφέραμε να κλείσουμε τα εργοστάσια παραγωγής αυτών των CFC σε παγκόσμιο επίπεδο.
Πετύχαμε επίσης να χρηματοδοτήσουμε την μετάβαση σε άλλα υποκατάστατα χημικά, που ήταν πιο ακριβά, και στις περισσότερες χώρες του τρίτου κόσμου μέσω ενός ταμείου όπου οι πλούσιες χώρες πλήρωναν περίπου 100 εκατομμύρια δολλάρια τον χρόνο για αυτή τη χρηματοδότηση των φτωχών χωρών.
Ο λόγος βέβαια που καταφέραμε τα παραπάνω ήταν ότι η ανθρωπότητα κατάλαβε, ευτυχώς σχετικά έγκαιρα, ότι ο πλανήτης κινδύνευε να γίνει ακατοίκητος, αν η τρύπα του όζοντος, που εμφανίστηκε το 1985 πάνω από την Ανταρκτική, επεκτεινόταν στον υπόλοιπο πλανήτη.Έχουμε δηλαδή εδώ για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά μια συμφωνία για παγκόσμιους ελέγχους χημικών και για χρηματοδότηση συγχρόνως των φτωχών χωρών, έτσι ώστε να μπορέσουν κι αυτές να συμμετάσχουν στη καταπολέμηση του προβλήματος.
Από την άλλη μεριά όμως η ανθρωπότητα κατάφερε να συννενοηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο μόνο όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα αδιαμφισβήτητα σημάδια μεγάλης οικολογικής καταστροφής. Αυτό είναι το μάθημα της αντιμετώπισης από την παγκόσμια κοινότητα της απειλούμενης καταστροφής του στρώματος όζοντος της ατμόσφαιρας.

Η απειλή της κλιματικής αλλαγής

Θα ήθελα τώρα να συγκρίνω αυτή την επιτυχή προσπάθεια της ανθρωπότητας να αντιμετωπίσει ένα παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα με την σχετική αποτυχία μας να κάνουμε το ίδιο στην περίπτωση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Δούλεψα και με αυτό το πρόβλημα στην πενταετία 1990-1996.
Το φαινόμενο του θερμοκηπίου προέρχεται από την επισώρευση αερίων στην ατμόσφαιρα όπως το διοξείδιο του άνθρακος CO2, το μεθάνιο, το νιτρώδες οξείδιο, τα CFC που είδαμε προηγουμένως ότι επίσης καταστρέφουν το όζον της ατμόσφαιρας κλπ. Το κυριώτερο βέβαια απ’ αυτά τα αέρια είναι το διοξείδιο του άνθρακος, το οποίο προέρχεται από όλων των ειδών καύσεις άνθρακα, πετρελαίου, βενζίνης στα αυτοκίνητά μας κλπ.
Ένα μεγάλο πρόβλημα με τα περισσότερα απ’ αυτά τα αέρια του φαινομένου του θερμοκηπίου είναι ότι η διάρκεια ζωής τους στην ατμόσφαιρα είναι της τάξης των 50 με 150 χρόνων. Αυτό σημαίνει ότι το διοξείδιο του άνθρακα που παρήγαγε το αυτοκίνητό μας για να έλθουμε εδώ, θα συνεχίσει να υπάρχει για πολλά χρόνια αφού εμείς θα έχουμε φύγει απ’ αυτό τον κόσμο. Αυτή η μεγάλη διάρκεια των αερίων αυτών στην ατμόσφαιρα δημιουργεί μ’ αυτό τον τρόπο και διαχρονικά ηθικά προβλήματα.
Ένα πρώτο τέτοιο πρόβλημα είναι το πρόβλημα των επερχόμενων γενεών. Η επισώρευση από την δική μας και από προηγούμενες γενιές ποσοτήτων ικανών να προκαλέσουν κλιματική αλλαγή μεγάλης έκτασης δημιουργεί ένα μεγάλο ηθικό πρόβλημα για μας απέναντι στις γενιές των παιδιών, εγγονιών μας κλπ. Οπότε τίθεται το ερώτημα: Έχουμε το δικαίωμα να τους κληροδοτήσουμε ένα πλανήτη στα πρόθυρα της καταστροφής;
Αλλά και η ολική καταστροφή του πλανήτη να μην έλθει, η αλλαγή του κλίματος της γης μπορεί να επιφέρει πολλά και ποικίλα κακά πάνω στον πλανήτη, ιδιαίτερα στις πιο φτωχές χώρες. Αυτά είναι:
- Έλλειψη νερού καθώς και επίταση της ήδη υπάρχουσας έλλειψης νερού σε πολλές περιοχές του πλανήτη, ενώ μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες πλημμύρες σε άλλες
- Πιθανότητα πρόκλησης πολλών θανάτων από βίαια καιρικά φαινόμενα
- Επέκταση τροπικών νόσων όπως η ελονοσία σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη
- Μείωση της αγροτικής παραγωγής που μπορεί να προκαλέσει μεγάλους λιμούς σε φτωχές χώρες
- Δημιουργία εκατομμυρίων προσφύγων σε συνθήκες πείνας και έλλειψης στέγης.


Από περιβαλλοντική άποψη μεγάλη κλιματική αλλαγή μπορεί να οδηγήσει επίσης σε μεγάλες απώλειες στο ζωικό κεφάλαιο του πλανήτη:
- μείωση της βιοποικιλότητας με σημαντική αύξηση στην απώλεια για πάντα πολλών ζωικών ειδών
- καταστροφή πολλών σπάνιων οικοσυστημάτων
- θάνατος πολλών εκατομμυρίων διαφόρων ζωικών οργανισμών.
Μακροπρόθεσμα βέβαια μια εκτός ελέγχου κατάσταση μπορεί να οδηγήσει στην αποσταθεροποίηση των παγκόσμιων κλιματικών συστημάτων με ανυπόλογιστες συνέπειες για όλες τις μορφές ζωής πάνω στη γη.
Υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ των δυο παγκόσμιων οικολογικών προβλημάτων που περιέγραψα πιο πάνω. Η διαφορά αυτή είναι ότι στην περίπτωση του φαινομένου του θερμοκηπίου δεν έχουμε ακόμη πλήρη απόδειξη της απειλής, η οποία όμως διαγράφεται από πλήθος ενδείξεων σε διάφορους επιστημονικούς τομείς, όπως η τήξη των πάγων της Αρκτικής και των Άλπεων, το ξεπάγωμα της τούντρας της Σιβηρίας, η αλλαγή στη ροή του Gulf Stream κλπ. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσον θα υπακούσουμε στην αρχή της προφύλαξης (precautionary principle) και θα αναλάβουμε δράση εναντίον της κλιματικής αλλαγής πριν να έχουμε πλήρη απόδειξή της, διότι αν περιμένουμε όσο περιμέναμε και στην περιπτωση του όζοντος, τότε θα είναι ίσως αδύνατο να την αναστρέψουμε.
Αυτή η αρχή της προφύλαξης είναι σήμερα μέρος της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλων των ευρωπαϊκών κρατών. Δεν συμφωνούν όμως οι Αμερικανοί, οι οποίοι προτείνουν μια άλλη αρχή, αυτή της πολιτικής «no regrets», δηλαδή μιας πολιτικής που να μη συνεπάγεται κόστος στην οικονομία τους και ιδιαίτερα στις βιομηχανίες τους. Τι πρέπει όμως να βάλουμε πρώτο στην ιεραρχία των αξιών μας, την υγεία του πλανήτη πάνω στον οποίο ζούμε ή την υγεία μερικών βιομηχανιών;

Ανάπτυξη, κλιματική αλλαγή και ενέργεια

Στο πρόβλημα όμως της κλιματικής αλλαγής δεν υπάρχουν μόνο ευθύνες προς τις υπόλοιπες γενιές, όπως ήδη είδαμε, αλλά διερωτάται κανείς για το ποιές είναι οι ευθύνες του ανεπτυγμένου κόσμου προς όλους τους υπο ανάπτυξη λαούς της γης. Η βιομηχανική εποχή ξεκίνησε λιγότερο από διακόσια χρόνια πριν, το δε διοξείδιο του άνθρακα διαρκεί κατά μέσο όρο περίπου 140 χρόνια μέσα στην ατμόσφαιρα της γης. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εκπομπών βρίσκεται ακόμη στην ατμόσφαιρα και θα βρίσκεται εκεί για πάρα πολλές ακόμη δεκαετίες, αφού το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής ανάπτυξης έλαβε χώρα στη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Τι θα γίνει όμως όταν οι Κίνα, Ινδίες, Βραζιλία και όλες οι άλλες πολυπληθείς χώρες του τρίτου κόσμου αρχίσουν να βρίσκουν τον δρόμο τους προς την βιομηχανική ανάπτυξη δυτικού τύπου; Ήδη το 2005 η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύθηκε σε δυσθεώρητα ύψη, βασικά λόγω της πρόσθετης μεγάλης ζήτησης για πετρέλαιο στην γρήγορα αυξανόμενη οικονομία της Κίνας.
Οι χώρες του τρίτου κόσμου δεν δικαιούνται να πουν σε μας τους δυτικούς ότι αρκετά αναπτυχθήκαμε και ότι τώρα ήλθε η σειρά τους να εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα από τις καινούργιες τους βιομηχανίες, οι οποίες θα είναι τουλάχιστον τόσο ενεργοβόρες όσο και οι δικές μας; Σε ποιό δικαστήριο παγκοσμίου κύρους θα πάμε να λύσουμε τις διαφορές μας αυτές; Και πόσο θα πρέπει να πληρώσουν οι αναπτυγμένες χώρες στις υπό ανάπτυξη χώρες για τις τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα που έχουν επισωρεύσει στην ατμόσφαιρα με την αλόγιστη κατανάλωση άνθρακα και πετρελαίου τα τελευταία 150 χρόνια;
Η απάντηση των ΗΠΑ σ’ αυτά τα ερωτήματα; Αν δεν δεχθούν και χώρες σαν την Κίνα, τις Ινδίες, την Βραζιλία κλπ. να αρχίσουν να ελέγχουν τα αέρια του θερμοκηπίου που εκπέμπουν, τότε δεν πρόκειται οι Αμερικανοί να δεχθούν να ελέγξουν τις δικές τους εκπομπές αυτών των αερίων.
Η εφημερίδα Μόντ στις αρχές Ιανουαρίου 2006 έγραψε ότι η κρίση για την τιμή του φυσικού αερίου που παίρνει η Ουκρανία από την Ρωσία ήταν από τις πρώτες αψιμαχίες του πρώτου παγκόσμιου πολέμου του 21ου αιώνα. Ευτυχώς η συμφωνία για τον διπλασιασμό μόνο και όχι τον τετραπλασιασμό της τιμής που πληρώνει η Ουκρανία στη Ρωσία για το φυσικό της αέριο ήλθε γρήγορα, αλλά δυστυχώς είναι σίγουρο ότι για την ώρα και τα πιο απαισιόδοξα σενάρια για την παγκόσμια επάρκεια από τις διάφορες μορφές ενέργειας και για το τι θα σημαίνουν αυτά τα σενάρια για την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη του κόσμου δεν μπορούν να αποκλειστούν.
Η διεθνής συμφωνία που διέπει την χρήση της ενέργειας και τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου είναι βέβαια το Πρωτόκολλο του Κυότο. Η συμφωνία αυτή προβλέπει περιορισμό των εκπομπών των αερίων αυτών και βαθμιαία αντικατάστασή τους από ήπιες μορφές ενέργειας, όπως η ηλιακή, η αιολική, η βιομάζα κλπ. Προβλέπει επίσης μηχανισμούς χρηματοδότησης της μετάβασης των υπό ανάπτυξη χωρών σε ένα κόσμο που θα χρησιμοποιεί πολύ λιγότερη ενέργεια για κάθε μονάδα παραγωγής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και οι περισσότερες βιομηχανικές χώρες, εκτός από τις ΗΠΑ και την Αυστραλία οι οποίες ενώ υπέγραψαν το Πρωτόκολλο τελικά αρνήθηκαν να το επικυρώσουν και να το εφαρμόσουν, έχουν θέσει ένα συνολικό στόχο μείωσης των εκπομπών των αερίου του θερμοκηπίου κατά 8%. Οι επιστήμονες μας λένε όμως ότι χρειάζεται μείωση κατά 60% τουλάχιστον των παγκοσμίων εκπομπών των αερίων αυτών για να σταματήσει η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της γης. Υπολογίζεται ότι κατά μέσο όρο η ατμόσφαιρα της γης θερμάνθηκε κατά ένα σχεδόν βαθμό τα τελευταία 100 χρόνια.. Άρα το Πρωτόκολλο του Κυότο είναι μόνο ένα πρώτο βήμα στη μάχη κατά της υπερβολικής θέρμανσης της γης.

Περιβάλλον και ηθική

Θέτω λοιπόν εδώ το ερώτημα: Μήπως είναι καιρός, αντί να ασχολούμαστε μόνο με διεθνή δικαστήρια που δικάζουν εγκληματίες πολέμου ή συνοριακές διαφορές μεταξύ κρατών, να ιδρύσουμε διεθνή δικαστήρια που να επιληφθούν κρατών όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία, τα οποία θέτουν εαυτά εκτός της παγκόσμιας ηθικής τάξης που αντιπροσωπεύεται από το Πρωτόκολο του Κυότο;
Μια που μιλάμε για διεθνή δικαστήρια αξίζει να θυμηθούμε ότι γύρω στις 150 χώρες έχουν συμφωνήσει για την ίδρυση του Παγκόσμιου Ποινικού Δικαστηρίου που θα έχει την έδρα του στη Ρώμη. Ποιά όμως μεγάλη χώρα δεν έχει δεχτεί να υπογράψει τη σχετική συμφωνία; Φυσικά οι ΗΠΑ, οι οποίες ούτε καν δέχονται να συζητήσουν την άρνησή τους για αμερικανούς πολίτες να δικαστούν εκτός της χώρας τους.
Υπάρχουν διάφορα εξειδικευμένα περιοδικά για το περιβάλλον με άρθρα σχετικά με το περιβάλλον και την ηθική. Μέσα σ’ αυτά περιγράφονται δύο είδη τέτοιων μελετών:
Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει μελέτες φιλοσόφων που εξετάζουν τα ηθικά προβλήματα που τίθενται από τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την παραβίαση νομικών πλαισίων και ιδιαίτερα τη παραβίαση της ζωής ζώων ή ακόμα και την απειλή εξαφάνισης πολλών ζωικών ειδών, το δικαίωμα δράσης του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη σε σύγκριση με τα συγκριτικά δικαιώματα άλλων έμβιων μορφών να υπάρξουν και να επιβιώσουν επίσης κλπ. Προσπαθούν δηλαδή οι φιλόσοφοι αυτοί να αναπτύξουν ηθικούς κανόνες για μια πιο σωστή συμπεριφορά του ανθρώπου σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.
Η δεύτερη κατηγορία άρθρων σχετικών με την οικολογία και την ηθική έχει να κάνει με τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από τον συνδυασμό ή την συνεργία των περιβαλλοντικών επιπτώσεων δράσης του ανθρώπου σε πλανητικό επίπεδο, της παγκόσμιας οικονομίας και των κοινωνικών προβλημάτων που υπάρχουν, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι δε αυτοί οι τρεις παράγοντες, το περιβάλλον, η οικονομία και η κοινωνία, οι τρεις πυλώνες της βασικής έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως αυτή έχει πλέον γίνει γενικά αποδεκτή. Πρέπει δηλαδή να είναι αυτοί οι τρεις παράγοντες σε ισορροπία αν θέλουμε να πετύχουμε μια ανάπτυξη που θα έχει διάρκεια πάνω στον πλανήτη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προσπαθήσει να κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης με την συμφωνία το 2000 της Στρατηγικής της για την Βιώσιμη Ανάπτυξη, χωρίς όμως να έχει σημειωθεί ακόμη μεγάλη πρόοδος στην εφαρμογή αυτής της Στρατηγικής από τα κράτη μέλη.
Ο πιο γενικά αποδεκτός ορισμός της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης είναι αυτός που έδωσε η πρώην πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Χάρλεμ Γκρο Μπρούντλαντ στην αναφορά του ΟΗΕ που υπάρχει και σε βιβλίο με τον τίτλο «Το κοινό μας μέλλον». Ο ορισμός αυτός δεν είναι άλλος από το ότι η παγκόσμια ανάπτυξη δεν θα πρέπει να θέσει σε κίνδυνο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του πλανήτη που θα χρειάζονται στις επόμενες γενιές. Βλέπουμε δηλάδή ότι τίθεται πάλι το θέμα της ευθύνης της δικής μας γενιάς απέναντι στις γενεές που θα έλθουν στο μέλλον σε σχέση με την κατάσταση του πλανήτη που θα τους κληροδοτήσουμε.

Το πρόβλημα της ανάπτυξης του τρίτου κόσμου

Έχουμε ήδη αναφερθεί παραπάνω στο θέμα της ανάπτυξης, ιδιαίτερα των πιο φτωχών χωρών της γης, γιατί είδαμε ήδη ότι το πρόβλημα της ανάπτυξης έχει άμεση σχέση με τα παγκόσμια οικολογικά προβλήματα που περιγράψαμε.
Η συνεχής ανάπτυξη είναι βέβαια το κύριο μέλημα όλων των χωρών του καπιταλιστικού κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα. Οι οικονομολόγοι έχουν υπολογίσει ότι αν η οικονομία μιας χώρας δεν αναπτυχθεί κατά 2 με 3% τον χρόνο, τότε η χώρα αυτή θα έχει προβλήματα οικονομικής ύφεσης, όπως αυξανόμενη ανεργία, ή πληθωρισμό ή μπορεί και τα δύο.
Η ανάπτυξη των φτωχών χωρών του τρίτου κόσμου σήμερα φαίνεται να περνάει μέσα από ένα πλέγμα αποφάσεων που παίρνονται σε παγκόσμιο επίπεδο σε διάφορους διεθνείς οργανισμούς. Οι κυριώτερες απ’ αυτές είναι:
- οι τρεις παγκόσμιες Διασκέψεις του ΟΗΕ για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, της Στοκχόλμης του 1972, του Ρίο ντι Τζανέϊρο του 1992, και του Γιοχάνεσμπουργκ του 2002
- Η Διεθνής Συνδιάσκεψη του 2000 που συμφώνησε τους Παγκόσμιους Στόχους της Χιλιετίας για την Ανάπτυξη των φτωχών χωρών (Millennium Development Goals). Η συμφωνία αυτή προβλέπει φιλόδοξους στόχους, όπως η μείωση στο 50% της φτώχειας στον κόσμο μέχρι το 2015, ή την μείωση στο 50% των πληθυσμών που δεν έχουν σήμερα πόσιμο νερό κ.ά.
- οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), δηλαδή ο γύρος της Ντόχα για την ανάπτυξη και
- Η Διάσκεψη του Μόντερεϋ του 2000, όπου οι αναπτυγμένες χώρες συμφώνησαν να συνεισφέρουν τουλάχιστον το 0,7% του ακαθάριστου εθνικού τους προϊόντος για οικονομική βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες του τρίτου κόσμου. Σήμερα βέβαια βλέπουμε ότι μόνο λίγες χώρες όπως η Δανία, η Σουηδία και η Νορβηγία έχουν τηρήσει αυτή την υπόσχεση που έδωσαν στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Οι διαπραγματεύσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου επικεντρώνονται στο αγροτικό πρόβλημα, όπου οι αναπτυσσόμενες χώρες διεκδικούν το άνοιγμα των εσωτερικών αγορών της Αμερικής, της ΕΕ κλπ στα αγροτικά προϊόντα τους. Σε αντάλλαγμα οι αναπτυσσόμενες χώρες θα δέχονταν να ανοίξουν τις αγορές τους στον τομέα των υπηρεσιών.
Αν στις αναπτυγμένες χώρες ο αγροτικός τομέας της οικονομίας τους έχει φτάσει να είναι λίγα εκατοστά της οικονομίας τους, στις αναπτυσσόμενες χώρες τα αγροτικά προϊόντα τους αντιπροσωπεύουν συνήθως το 50% της οικονομίας τους και πολλές φορές ακόμη και το 80% ή και το σύνολο της οικονομικής τους δραστηριότητας. Είναι δηλαδή για αυτές τις χώρες πάρα πολύ σημαντικό να μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους στις πλούσιες χώρες, και είναι ό μόνος τρόπος ίσως για να αντιμετωπίσουν τα τεράστια προβλήματα φτώχειας που έχουν.
Θα θελήσουν όμως οι αναπτυγμένες χώρες, και ας μη ξεχνάμε εδώ μιλάμε για τις δικές μας χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να φτάσουν σε μια παγκόσμια συμφωνία στα πλαίσια του ΠΟΕ που να βοηθάει πραγματικά τις αναπτυσσόμενες χώρες να μπορέσουν να πουλήσουν τα αγροτικά τους προϊόντα στις δικές μας αγορές; Τίθεται βέβαια εδώ ένα στη βάση του ηθικό δίλημμα: ποιους πρέπει να βοηθήσουμε πρώτα, τους δικούς μας αγρότες ή τους αγρότες των αναπτυσσόμενων χωρών;

Συμπέρασμα

Το άρθρο αυτό επικεντρώθηκε σε δύο μόνο παγκόσμια οικολογικά προβλήματα. Υπάρχουν όμως πολλά άλλα με σημαντικότερα την έλλειψη υδάτινων πόρων και πόσιμου νερού σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, την καταστροφή της βιοποικιλότητας, την καταστροφή των τροπικών δασών, την αυξανόμενη απερήμωση κλπ.
Καταδείξαμε την άμεση σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη σωστή αντιμετώπιση των παγκόσμιων οικολογικών προβλημάτων και στις προσπάθειες που γίνονται για την ανάπτυξη των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών.
Δυστυχώς δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο σημείο να προσπαθήσουμε να επιτύχουμε μια συνολική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχει βέβαια η προσπάθεια του ΟΗΕ που γίνεται στα πλαίσια της Επιτροπής του ΟΗΕ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (CSD) που εδρεύει στη Νέα Υόρκη. Δυστυχώς όμως δεν έχει προχωρήσει πολύ αυτό το πλαίσιο παγκόσμιας δράσης.
Προσπαθούμε να λύσουμε αυτά τα προβλήματα με επι μέρους συμφωνίες είτε στον οικολογικό είτε στον οικονομικό τομέα χωρίς να κατανοούμε τη βαθύτερη σχέση μεταξύ αυτών των προβλημάτων. Και όταν γίνει μια προσπάθεια για κάποια πιο συνολική αντιμετώπιση, όπως αυτή της συμφωνίας για τους Παγκόσμιους Στόχους της Χιλιετίας για την Ανάπτυξη των φτωχών χωρών (UN Millennium Development Goals), οι πιο πλούσιες χώρες δεν αναλαμβάνουν τις πολιτικές και τις οικονομικές τους ευθύνες.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ανάπτυξη χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη, πολιτική ισότητα, μη καταπίεση των μειονοτήτων και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα ήταν οπωσδήποτε στρεβλή. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε τη μεγάλη δυσκολία που έχουν πολλές χώρες της Αφρικής, της Ασίας κλπ. να διακυβερνηθούν με αυτό που λέμε εμείς δημοκρατικό τρόπο. Οι διαφορετικές φιλοσοφίες που έχουν αυτοί οι λαοί, οι διάφοροι πολιτισμοί που έχουν, καθώς και τα ιστορικά κατάλοιπα της δυτικής αποικιοκρατίας, όλα αυτά κάνουν πολύ σύνθετα τα προβλήματα που προσπαθούμε να λύσουμε με αυτές τις παγκόσμιες συνδιασκέψεις που ανέφερα πιο πάνω.
Μεγάλες βέβαια διαφορές υπάρχουν και στις διάφορες φιλοσοφικές προσεγγίσεις που προσπαθούν να βρουν ένα πιο σωστό μοντέλο ανάπτυξης για τον κόσμο σ’ αυτή την μετά την πτώση του κομμουνισμού εποχή. Για παράδειγμα ο Γάλλος καθηγητής Serge Latouche σε άρθρο του στη Monde diplomatique, το οποίο επίσης μεταφράστηκε στα ελληνικά και δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία θέτει το ερώτημα: Πώς μπορούμε να δρομολογήσουμε τον ενάρετο κύκλο (δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο του φαύλου κύκλου) της απο-ανάπτυξης, εξασφαλίζοντας παράλληλα την κοινωνική δικαιοσύνη;
Ένα σχέδιο για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας που θα στηρίζεται στην αυτονομία και στην εξοικονόμηση συναντά μεγάλη αποδοχή, παρά το γεγονός ότι οι οπαδοί του είναι στρατευμένοι κάτω από διαφορετικές σημαίες:
- της απο-ανάπτυξης
- της εναντίωσης στον παραγωγισμό
- του κινήματος για τον αναπροσδιορισμό της ανάπτυξης
- ακόμα και της βιώσιμης ανάπτυξης
Αναφέρω αυτές τις ιδέες μόνο σαν τίτλους, γιατί αξίζουν ιδιαίτερης ανάλυσης όλες τους. Αναφερθήκαμε βέβαια παραπάνω στην ιδέα της βιώσιμης ανάπτυξης.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι μια νέα παγκόσμια ηθική, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο αλα Ρουσό, που να δένει τις αναπτυγμένες με τις αναπτυσσόμενες χώρες σε μια πολιτική, οικονομική και κοινωνική στήριξή τους προς μία προσπάθεια για να μπούμε σ’ ένα δρόμο πιο ισορροπημένης ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Πιστεύω ότι δεν έχουμε άλλο τρόπο παρά να προσπαθήσουμε να συνεννοηθούμε με όλους αυτούς τους λαούς, μια και έχουμε ήδη έλθει τόσο κοντά τους μέσω της παγκοσμιοποίησης. Η ιδέα αυτή βέβαια έχει προταθεί κατά καιρούς σε διάφορα διεθνή πλαίσια συζήτησης.
Συγχρόνως ίσως να είναι αυτός ο καλύτερος και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα τα μεγάλα οικολογικά προβλήματά της σε παγκόσμιο επίπεδο, με πρώτο τον μεγάλο κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής, αλλά και άλλα σοβαρά προβλήματα, όπως την έλλειψη υδάτινων πόρων, την προϊούσα απερήμωση, την καταστροφή των τροπικών δασών, την καταστροφή της βιοποικιλότητας του πλανήτη κλπ.
Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε σήμερα παγκόσμιους ηθικούς κανόνες για να μπορέσουμε σαν ανθρωπότητα να βάλουμε μια σειρά στα πράγματα, έτσι ώστε να μπορέσουμε να κληροδοτήσουμε ένα πλανήτη στα παιδιά μας που δεν θα απειλείται από μύρια προβλήματα οικολογικά, πολιτικά και οικονομικά.
Αυτή τη στιγμή σίγουρα αυτό μοιάζει με όλες τις άλλες ουτοπίες που ο άνθρωπος έχει κατά καιρούς εφεύρει για την καλυτέρευση της ζωής του σ’ αυτό τον κόσμο. Σίγουρα δεν θα είναι εύκολο να βρούμε μια πιο ηθική τάξη πραγμάτων όταν έχουμε την Αμερική, τη μεγαλύτερη δύναμη στη γη σήμερα – τη χώρα που θέλει ακόμη να είναι ο αρχηγός των ελεύθερων δημοκρατιών πάνω στη γη – να κάνει ένα πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας, όπως τον ονομάζει, χωρίς να σέβεται τον ΟΗΕ, να βομβαρδίζει όπου θέλει κατά βούληση, να καταπατεί στο Γκουαντάναμο την Συνθήκη της Γενεύης για το πώς πρέπει κανείς να μεταχειρίζεται αιχμαλώτους πολέμου, κλπ.
Από την άλλη μεριά δεν είναι και τόσο δύσκολο να κάνουμε ένα μεγάλο πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Φτάνει να εφαρμοστούν όλες οι παγκόσμιες συμφωνίες όπως οι αποφάσεις του ΟΗΕ, συμφωνίες σαν αυτή του Όσλο για το Μεσανατολικό κλπ.
Παρ’ όλα αυτά ο κόσμος προσπαθεί. Αυτές τις μέρες γίνονται οι δύο μεγάλες ετήσιες συγκεντρώσεις ανθρώπων σε δύο νέους πόλους πλανητικού γίγνεσθαι: στο Ντάβος της Ελβετίας, οι ισχυροί της γης μαζί με τον κόσμο των παγκόσμιων επιχειρήσεων, συζητούν και κατά βάση προσπαθούν να βρούν μια άκρη στα προβλήματα που ανέφερα, έτσι ώστε να μπορέσει ο κόσμος να συνεχίσει τον φρενήρη δρόμο του προς την παγκόσμια ανάπτυξη.
Ο άλλος πόλος, αυτός του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, The World Social Forum, έχει τη συνάντησή του φέτος στο Καράκας της Βενεζουέλας. Δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι οι φτωχές χώρες του κόσμου, μαζί με όλους αυτούς που τις υποστηρίζουν πολιτικά, οικονομικά αλλά και ηθικά θα έλεγα, συσκέπτονται στην πρωτεύουσα της Λατινικής Αμερικής που πρώτη τόλμησε να εκλέξει δημοκρατικά τους ενδογενείς ινδιάνους στη διακυβέρνηση της χώρας τους, μετά από πεντακόσια χρόνια καταπίεσής τους. Η Βολιβία μόλις έκανε το ίδιο πριν από λίγο καιρό.
Ίσως η ουτοπία που προτείνω να έχει μέλλον. Δεν μπορεί παρά να έχει μέλλον αν έχουμε πίστη στον άνθρωπο και στην ικανότητά του να αντεπεξέλθει σε όλες της μεγάλες δυσκολίες της ύπαρξής του.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) World Commission on Environment and Development, “Our Common Future”, Oxford University Press, 1987
2) Serge Latouche, “Ecofascisme ou écodémocratie”, Le Monde Diplomatique, Novembre 2005
3) La Revue Durable, Décembre 2005
4) Alternatives Internationales, Mars 2005
5) L’ écologie : Humanisme ou naturalisme ?, Ethique, No 13, 1994/3
6) The Sustainable Development Agenda, OECD, 2001
7) A European Union Strategy for Sustainable Development, European Commission, 2002
8) Indicators for Sustainable Development, Eurostat, 1997
9) Mikhail Gorbachev, The World: Nature Will Not Wait, World-Watch, March/April 2001
10) Paul and Anne Ehrlich, The United States: Another Leap Backward, World-Watch, March/April 2001
11) Stephen J. Decanio, Economic Analysis, Environmental Policy, and Intergenerational Justice in the Reagan Administration, The Case of the Montreal Protocol, International Environmental Agreements: Politics, Law and Economics 3: 299-321, 2003
12) Winning the battle against global climate change, Commission Staff Working Paper, Brussels, 9.2.2005

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007

Τ.2 Σχόλια στο άρθρο του κ. Στρογγύλη με τίτλο

Σχόλια στο άρθρο του κ. Στρογγύλη με τίτλο
“Παγκόσμια οικολογικά προβλήματα, ανάπτυξη και ηθική”

Κασσάνδρα Ελλαδικού

Στο άρθρο του κ. Στρογγύλη έχω μερικά σχόλια-αντιρρήσεις και μερικά σχόλια συμπληρωματικά. Ο αναγνώστης πρέπει να έχει διαβάσει ήδη το άρθρο του κ. Στρογγύλη γιατί το παρακάτω κείμενο δεν γράφτηκε ως αυτόνομο κείμενο.
Πρώτα απ’ όλα η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν είναι κάτι το καινούργιο, στο οποίο έχουμε μπει για τα καλά πρόσφατα. Πρόκειται μάλλον για μια συνεχή και διαρκή πορεία κατάκτησης του κόσμου από την Δύση. Ο όρος ‘παγκοσμιοποίηση’ έχει λάβει ουσιαστικά την έννοια την σημερινή μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επί προεδρίας των ΗΠΑ του κ. Μπους (πρεσβύτερου) και σημαίνει την εξάπλωση πλέον σε όλο τον πλανήτη του καπιταλιστικού συστήματος της αποκαλούμενης ‘ελεύθερης αγοράς’ (ό,τι και να σημαίνουν αυτά).
Η αλληλεξάρτηση στην οποία αναφέρεται το άρθρο είναι πραγματική, τα παραδείγματα όμως δεν έχουν σχέση με την ‘παγκοσμιοποίηση’ όρος που χρειάζεται να ορισθεί ή να περιγραφεί. Πρώτον οι τυφώνες δεν χτυπάνε την περιοχή του κόλπου του Μεξικού λόγω παγκοσμιοποίησης ούτε και ανεβαίνουν οι τιμές του πετρελαίου λόγω παγκοσμιοποίησης. Ανεβαίνουν γιατί η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου έχει φθάσει στο ζενίθ της και δεν μπορεί να αυξηθεί πλέον. Συγκεκριμένα, οι καταστροφές στις πλατφόρμες του κόλπου του Μεξικού από τυφώνες είναι αιτία αύξησης της τιμής του πετρελαίου, γιατί η απώλεια ικανότητας εξόρυξης μερικών εκατοντάδων χιλιάδων βαρελιών πετρελαίου ανά ημέρα δεν μπορεί να καλυφθεί με αύξηση του ρυθμού εξόρυξης σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη. Το τσουνάμι δεν είναι νέο φαινόμενο ούτε και σχετίζεται με την παγκοσμιοποίηση. Ούτε βέβαια και η υπηκοότητα βομβιστών-αυτοκτονίας είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Τα δυο πρώτα παραδείγματα είναι απλά φαινόμενα που συνδέονται με την αύξηση της ανθρωπότητας, με αυτό που αποκαλούμε ανάπτυξη, και όχι με την παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής ιδεολογίας που έγινε μόδα μετά την κατάρρευση της ΣΕ. Εάν η ανθρωπότητα της παγκοσμιοποίησης ήταν μικρότερη σε μέγεθος δεν θα υπήρχε τέτοιο πρόβλημα.
Δεύτερο στοιχείο για το οποίο έχω αντίρρηση είναι η σχέση των φαινομένων αυτών “με το φαινόμενο της ανάπτυξης των χωρών του τρίτου κόσμου που πολύ απασχόλησε τον κόσμο κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα, αλλά και με τη δική μας περαιτέρω ανάπτυξη των αναπτυγμένων χωρών του πλανήτη”. Ποια είναι η σχέση αυτή; Οι αναπτυγμένες χώρες είναι υπεύθυνες για την μερίδα του λέοντος των περιβαλλοντολογικών προβλημάτων και τώρα συνειδητοποιούν ότι θεοποιώντας την ανάπτυξη-αύξηση έδωσαν παράδειγμα που όλος ο κόσμος ονειρεύεται να μιμηθεί και ότι αυτό δεν είναι εφικτό χωρίς την άνευ προηγουμένου καταστροφική περιβαλλοντική αλλαγή. Το λάθος και συχνά η υποκρισία είναι προφανή. Τι θα γινόταν χωρίς τις αναπτυσσόμενες χώρες; Θα σταματούσαμε την ‘δική μας περαιτέρω ανάπτυξη’ πριν δημιουργηθούν τα προβλήματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο; Φυσικά όχι. Ούτε καν τώρα που απειλείται η δυνατότητα του πλανήτη να διατηρεί ζωή δεν θέλουμε να σταματήσουμε την αύξηση μας.
Το άρθρο θίγει ορισμένα σημαντικά θέματα αλλά το κάνει αρκετά επιφανειακά και δεν παίρνει ουσιαστικά θέση σχετικά με αυτά.
Το πρώτο θέμα είναι η απαίτηση επιστημονικής απόδειξης όποιας θεωρίας υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε περιβαλλοντική καταστροφή είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας. Πολύ σωστά αναφέρεται λοιπόν στην “αρχή της προφύλαξης”. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει η αρχή αυτή λύση του προβλήματος. Θα ήταν άραγε αρκετό να πιστεύουν μερικοί άνθρωποι ότι κάποια δραστηριότητα είναι επιβλαβής για να την σταματήσει η κοινωνία βασιζόμενη στην αρχή αυτή; Φυσικά όχι. Η απαίτηση επιστημονικής απόδειξης είναι παράλογη για πολλούς λόγους, ο σημαντικότερος από τους οποίους είναι απλά ότι αποδείξεις τέτοιου είδους δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν. Ακόμη και να υπήρχαν, πόσοι μπορούν να τις καταλάβουν; Το θέμα είναι ποιος αποφασίζει και σε ποια βάση αποφασίζει. Το άρθρο σωστά θίγει και αυτό το θέμα όταν αναφέρεται σε διεθνή δικαστήρια. Όμως είναι φανερό ότι οι υπάρχοντες θεσμοί είναι ανθρώπινες δημιουργίες μιας εποχής χωρίς τέτοια προβλήματα, μιας εποχής όπου η αέναη αύξηση φαινόταν όχι μόνον εφικτή αλλά και επιθυμητή παρόλο που άνθρωποι σαν τον Μάλθους εδώ και αιώνες προσπάθησαν να δείξουν ότι η αέναη αύξηση της ανθρωπότητας είναι αδιέξοδο. Οι υπάρχοντες θεσμοί λοιπόν δεν μπορούν να δώσουν λύση. Χρειάζεται φρόνηση και όχι επιστημονική απόδειξη. Χρειάζεται περισσότερη και αμεσότερη συμμετοχή στις αποφάσεις μια και το δημοκρατικό έλλειμμα της πολιτικής της αντιπροσώπευσης, δηλαδή του υπαρκτού κοινοβουλευτισμού, είναι τεράστιο. Σχεδόν όλος ο πληθυσμός του πλανήτη απλά δεν συμμετέχει σε αποφάσεις τέτοιας φύσης.
Το άρθρο επίσης αναφέρεται στην “βιώσιμη ανάπτυξη”. Η ανάπτυξη είναι όρος βιολογικός και αναφέρεται στην μεταβολή των ζωντανών οργανισμών από την γέννηση έως τη ενηλικίωση και κατόπιν τον θάνατο. Όταν αναφέρεται σε κοινωνίες ανθρώπινες σημαίνει ουσιαστικά αύξηση. Απεριόριστη αύξηση παραγωγής και κατανάλωσης, αύξηση και του συνολικού και του κατά κεφαλή περιβαλλοντικού αποτυπώματος της κοινωνίας, αύξηση του ΑΕΠ κτλ. Σε ένα πλανήτη πεπερασμένου μεγέθους που όλη η δραστηριότητα βασίζεται φυσικά στην πρωτογενή ‘παραγωγή’ ο όρος “βιώσιμη ανάπτυξη” αποτελεί ένα τέλειο οξύμωρο σχήμα και οδηγεί σε αδιέξοδες πολιτικές. Για παράδειγμα, η επιβράδυνση της πληθυσμιακής αύξησης στις αναπτυγμένες χώρες αποτελεί για τους οικονομολόγους και τους πολιτικούς αντιπροσώπους όλων ανεξαιρέτως των αποχρώσεων πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είτε με επιδότηση της πολυτεκνίας είτε με εισαγωγή ανθρώπων από το εξωτερικό (ώστε να μπορούν να πληρώνονται οι συντάξεις της τρίτης ηλικίας από το περίσσευμα των εργαζομένων της παραγωγικής ηλικίας). Κανείς δεν αναρωτιέται πώς θα πληρωθούν οι συντάξεις των όλο και περισσότερων εργαζομένων στο μέλλον που το πρόβλημα θα είναι οξύτερο; Είναι λοιπόν η αύξηση ανάγκη του οικονομικού συστήματος και ταυτόχρονα αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του χρηματοπιστωτικού συστήματος (επιτόκια). Χωρίς αύξηση οποιαδήποτε σημερινή οικονομία μπαίνει σε κρίση από την οποία εάν δεν βγει επιστρέφοντας στη αύξηση θα καταρρεύσει.. Αντί λοιπόν να σκεφτούμε ότι η ανάπτυξη-αύξηση είναι το ουσιαστικό πρόβλημα, νομίζουμε ότι είναι η λύση. Το σύστημα υπόσχεται αύξηση και, φυσικά, όταν δεν θα μπορεί να την πραγματοποιήσει, θα καταρρεύσει.
Η οικονομική βοήθεια προς τις υπανάπτυκτες χώρες θα έπρεπε να συνδέεται άμεσα με την απαίτηση περιορισμού και τελικά τερματισμού της πληθυσμιακής αύξησης διότι διαφορετικά το μόνο που μπορεί να επιτευχθεί είναι μια μικρή καθυστέρηση και μια αναπόφευκτη αύξηση του μεγέθους του προβλήματος.
Ο ορισμός της βιώσιμης ανάπτυξης που δίνεται μέσα στο άρθρο (“που έδωσε η πρώην πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Χάρλεμ Γκρο Μπρούντλαντ στην αναφορά του ΟΗΕ που υπάρχει και σε βιβλίο με τον τίτλο «Το κοινό μας μέλλον»”) είναι παράλογος, ασαφέστατος, τελείως υποκειμενικός και θρησκευτικού χαρακτήρα (ορίζεται ως “παγκόσμια ανάπτυξη” που “δεν θα πρέπει να θέσει σε κίνδυνο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του πλανήτη που θα χρειάζονται στις επόμενες γενιές”)∙ είναι επίσης ελλιπής και άχρηστος. Εξηγώ. Πρώτα απ’όλα αυτή η κατηγοριοποίηση των πηγών (πλουτοπαραγωγικές και μη-πλουτοπαραγωγικές) είναι εντελώς αυθαίρετη, υποκειμενική και ανθρωποκεντρική. Δεύτερον, οι “πηγές του πλανήτη” που μας ενδιαφέρουν είναι, σύμφωνα πάντα με τον ορισμό αυτό, “πλουτοπαραγωγικές”. Συνεπώς οι μη πλουτοπαραγωγικές πηγές είναι αναλώσιμες και δεν μας ενδιαφέρουν. Το να αναγνωρίσουμε όμως ποιες είναι πλουτοπαραγωγικές πριν αυτές γίνουν πλουτοπαραγωγικές (σε κάποια ιστορική περίοδο) είναι φυσικά στις περισσότερες περιπτώσεις αδύνατο. Τρίτον, υποθέτει η Μπρούντλαντ ότι οι επόμενες γενεές θα έχουν εξίσου με εμάς τον σκοπό να πλουτίσουν με τον ίδιο τρόπο της αέναης αύξησης. Θα ήταν πιο τίμιο, ορθό και κατανοητό να δοθεί ο ορισμός της βιωσιμότητας ως ένας τρόπος ζωής που χρησιμοποιεί μόνον ανανεώσιμα υλικά, με ρυθμούς αυστηρά ανανεώσιμους από ένα σταθερό, μη αυξανόμενο ανθρώπινο πληθυσμό. Κάτι τέτοιο θα απαγόρευε οποιαδήποτε εξόρυξη και γραμμική, μη αντιστρέψιμη βιο-χημική μεταβολή υλικών, θα απαγόρευε δηλαδή σχεδόν στο σύνολό του τον σημερινό τρόπο ζωής..
Η λογική εδώ είναι ότι πρέπει να διατηρηθεί ο σημερινός τρόπος ζωής ο οποίος δεν είναι βιώσιμος έτσι όπως είναι σήμερα και χρειάζεται διορθώσεις. Ότι εφ’ όσον η αγορά δεν είναι τέλεια, μια και καταστρέφει το περιβάλλον, συμπεραίνουμε ότι εάν διορθωθεί ο ‘μηχανισμός τιμολόγησης’ ώστε να περιλαμβάνει τα ‘εξωτερικά κόστη’ (δηλαδή την ζημιά) τότε οι αγορές θα βρουν την βέλτιστη ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική δραστηριότητα και την περιβαλλοντική ζημιά.1 Όλα αυτά έχουν οδηγήσει τους ‘επιστήμονες’ στο να υπολογίζουν τη χρηματική αξία του πλανήτη όπως και την χρηματική αξία της ζημιάς που υφίσταται ο πλανήτης από την ανθρωπότητα (όπως είναι και η αγορά εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην οποία αναφέρεται το άρθρο). Η ‘λογική’ είναι ότι δεν είναι δίκαιο ούτε και ορθολογικό να περιορίζουμε τις οικονομικές δραστηριότητες περισσότερο απ’όσο πρέπει, και αυτό το πόσο πρέπει μπορούμε να το ξέρουμε αποτιμώντας την ζημιά σε χρηματικές μονάδες. (Την σημαντικότερη τέτοια μελέτη την έχει χρηματοδοτήσει η ΕΕ). Έτσι ώστε οποιοδήποτε κόστος περιορισμού της ζημιάς να μην είναι μεγαλύτερο από την προστιθεμένη αξία που δημιουργείται μέσω της εν λόγω οικονομικής δραστηριότητας. Φυσικά μια τέτοια λογιστική είναι τελείως παράλογη εκτός εάν πρέπει να δεχτούμε ότι η ανθρωπότητα δεν αλλάζει μέσα σε 100000 χρόνια (μια από τις πιο εξωπραγματικές υποθέσεις που γίνεται για να έχει νόημα αυτού του είδους η άλγεβρα-λογιστική)2 και ότι όλα ανεξαιρέτως, από την ανθρώπινη ζωή έως την κλιματική αλλαγή έχουν μια χρηματική αξία και είναι αντιστρέψιμα. Όσο για την μονάδα μέτρησης, το χρήμα, είναι τελείως ακατάλληλη μια και είναι κοινωνική σύμβαση και τίποτε περισσότερο.
Η ιδέα της απο-ανάπτυξης του Serge Latouche που αναφέρεται στο άρθρο είναι η μόνη μη παράλογη σε αντίθεση με αυτές που κυριαρχούν σήμερα, οι οποίες ουσιαστικά προϋποθέτουν ότι με εργαλείο την τεχνο-επιστήμη η ανάπτυξη-αύξηση θα είναι απεριόριστα εφικτή, δηλαδή βιώσιμη. Φυσικά αυτές ισοδυναμούν με αυτοκτονία μια και στη φύση η υπερβολική ανάπτυξη οποιουδήποτε οργανισμού (υπερκορεσμός του οικοσυστήματος) ακολουθείται από κατάρρευση ή και εξαφάνιση του είδους.
Σε ένα σημείο αναφέρεται το άρθρο σε “μελέτες φιλοσόφων που εξετάζουν τα ηθικά προβλήματα που τίθενται από τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την παραβίαση νομικών πλαισίων και ιδιαίτερα τη παραβίαση της ζωής ζώων ή ακόμα και την απειλή εξαφάνισης πολλών ζωικών ειδών, το δικαίωμα δράσης του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη σε σύγκριση με τα συγκριτικά δικαιώματα άλλων έμβιων μορφών να υπάρξουν και να επιβιώσουν επίσης, κλπ.” και λέει ότι “προσπαθούν” “οι φιλόσοφοι αυτοί να αναπτύξουν ηθικούς κανόνες για μια πιο σωστή συμπεριφορά του ανθρώπου σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.” Αυτό μας έλειπε να περιμένει η ανθρωπότητα από ‘φιλοσόφους’ κάτι τέτοιο. Πώς θα κατέληγαν οι ‘φιλόσοφοι’ σε κάποιο σύνολο κανόνων και πώς θα τους επέβαλλαν; Εκτός από ουτοπικό αυτό θα ήταν θρησκευτικός φανατισμός. Ο Μωυσής και ο Μωάμεθ κάνανε τέτοια. Χώρια που το πρόβλημα της ερμηνείας των κανόνων θα παρέμενε φυσικά πάντα ανοικτό. Οι κοινωνίες δημιουργούν συνεχώς, ακόμη και αν δεν το συνειδητοποιούν, τους ηθικούς κανόνες τους. Αν περιμένουμε να αναγνωρισθούν τα δικαιώματα των ζώων για να σωθεί ο πλανήτης από αφανισμό, δεν υπάρχει ελπίδα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αντικατάσταση του θεσμού της δουλείας με τον θεσμό της μισθωτής εργασίας, ο περιορισμός του ρατσισμού και όλα αυτά τα ωραία και επιθυμητά πραγματώθηκαν σε μια εποχή αέναης ανάπτυξης και ήταν σε σημαντικό ποσοστό αποτελέσματα πρακτικής ανάγκης (μηχανές αντικαθιστούν τους δούλους που είναι οικονομικά ασύμφοροι, για παράδειγμα) και όχι κάποιας ηθικής. Όσο για το κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσσώ, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο, δεν έγινε ποτέ, είναι προϊόν της φαντασίας του Ρουσσώ (δεν θα επιμείνω σ’ αυτό, μια και δεν είναι πρωτεύον ζήτημα).
Το άρθρο καταλήγει στο ότι “χρειαζόμαστε σήμερα παγκοσμίους ηθικούς κανόνες” (για να βρούμε το σωστό μοντέλο ανάπτυξης) και καταδικάζει τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στους διεθνείς οργανισμούς και στην τρομοκρατία. Διαφωνώ με την ιδέα της ανάπτυξης, αντιθέτως αυτό που χρειαζόμαστε είναι σταμάτημα της ανάπτυξης και εξέλιξη χωρίς αύξηση. Έχουμε σήμερα παγκοσμίους ηθικούς κανόνες με την μορφή κερδοσκοπίας, της αγοράς και της αέναης αύξησης.. Όσο για τις μη αναπτυγμένες χώρες παρατηρώ ότι oι διαφορές τους από τις αναπτυγμένες είναι απλά το ότι δεν είναι αναπτυγμένες, όχι ότι δεν επιδιώκουν όπως και οι αναπτυγμένες την απεριόριστη ανάπτυξη, και ότι κατά κανόνα είναι και πολύ λιγότερο δημοκρατικές.
Όσο η φαντασία η ανθρώπινη ονειρεύεται κυριαρχία πάνω στην φύση μέσω της τεχνο-επιστήμης και μια άνευ ορίων ανάπτυξη, δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε οτιδήποτε για τις επόμενες γενεές. Η κοινωνία σήμερα είναι, όπως έλεγε ο Κ. Καστοριάδης, “άφρων και ζει μέσα στην ύβρη” διότι δεν αναγνωρίζει όρια ούτε στις πράξεις της ούτε στους σκοπούς που θέτει στον εαυτό της.
Συμφωνώ με το άρθρο στο ότι χρειαζόμαστε θεσμούς που θα κάνουν τη συνεννόηση σε μεγάλη κλίμακα εφικτή και δημοκρατική. Όσο όμως δεν αναγνωρίζουμε την ανάπτυξη ως το βασικότερο πρόβλημα και αιτία της απελπιστικής μας κατάστασης εξακολουθώντας να προσπαθούμε να θεραπεύσουμε τα συμπτώματα (όπως το όζον, η μόλυνση κτλ), το μόνο που θα καταφέρνουμε είναι να επιδεινώνουμε την θέση μας. Η εμμονή μας να χρησιμοποιούμε την τεχνική ως εργαλείο απεριόριστης αύξησης είναι σίγουρο ότι τελικά θα λειτουργήσει εις βάρος μας, μια και στη φύση η υπερβολική επιτυχία οποιουδήποτε οργανισμού είναι πάντοτε προοίμιο κατάρρευσης.. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει συνεννόηση σε παγκόσμια κλίμακα την ώρα που οι συνεννοούμενες κυβερνήσεις (και κερδοσκοπικοί και μη οργανισμοί ή ομάδες όπως επίσης και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού) εξακολουθώντας να αποσκοπούν σε ένα απεριόριστο μέλλον, ουσιαστικά αγνοούν την πραγματική αιτία και διάσταση του προβλήματος;


Βρυξέλλες , Ιούνιος 2006





Σημειώσεις

1 NATURE, Pricing the planet, 1995
2 ΕxternE , Externalities of Energy, European Commission study

Τ.2 Η εγγύτητα των ανθρώπων

Η εγγύτητα των ανθρώπων
και το πρόβλημα του πόνου



Lambros Kouloubaritsis, La Proximité et la question de la souffrance humaine, Ousia, ébauches, 2005, pp 759.


Το νέο βιβλίο του καθηγητή Λάμπρου Λ. Κουλουμπαρίτση, πέρα απ’ τον αποκαλυπτικό του τίτλο, αγγίζει εκ βαθέων σημαντικά ερωτήματα της ανθρώπινης φύσης και μάλιστα στο πλαίσιο ενός γόνιμου διαλόγου του φιλοσοφικού λόγου όχι μόνο με την παράδοση της φιλοσοφίας, αλλά και με τις ευρύτερες επιστήμες του ανθρώπου. Παρά το ότι ο χωρισμός σε κεφάλαια είναι σαφής, όπως θα δούμε, στις σελίδες του έργου ο συγγραφέας φιλοξενείται άνετα στη σκέψη της αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης, στις πολυδαίδαλες ατραπούς των νεώτερων και σύγχρονων φιλοσοφικών ρευμάτων, στα πορίσματα της ψυχιατρικής αλλά και των ψυχαναλυτικών ρευμάτων, στη λογοτεχνία, στην ποίηση, στην οικονομία, στην κοινωνιολογία, κ.ο.κ. Πρόκειται για επιβλητικό περίπλου ο οποίος εντυπωσιάζει όχι μόνο για την ευρυμάθεια του φιλοσόφου, αλλά και για την προσληπτική του ικανότητα η οποία στέκεται αρωγός στην πρώτη και μέγιστη μέριμνά του, στη σχέση δηλαδή εγγύτητας και πόνου.

Η αρχιτεκτονική του βιβλίου είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη γιατί ο κ. Κουλουμπαρίτσης, εμπνεόμενος απ’ τον Πλωτίνο και γνώστης του παιγνίου του κόσμου, απ’ τον Ηράκλειτο μέχρι τους σύγχρονους στοχαστές, προτιμάει το θέατρο του κόσμου, ένα πρωτότυπο θέατρο στο οποίο σκηνοθέτες και θεατές, ηθοποιοί, και σεναριογράφοι, ντεκόρ και κομπάρσοι, διαλληλίζονται και περιχωρούνται στη μέγιστη μέριμνα προσέγγισης του πυρήνα του όλου και εντονότερα εγειρόμενου και αντιμετωπιζόμενου προβλήματος. Αντιλαμβανόμαστε καθαρά πως δεν πρόκειται απλά για θέατρο, αλλά για δρώμενον στο ισχυρό νόημα του όρου και αυτό θυμίζει την πρωτογενή έννοια του όρου, σε αντίθεση με τις ιστορικές του περιπέτειες και παλινωδίες. Θα απαιτούταν όντως βαθιάς και μακράς πνοής προσπάθεια προσέγγισης των επιμέρους θεματικών οι οποίες κατά βάθος συνάδουν με την κύρια και πρωταρχική, αλλά στο παρόν σημείωμα θα περιοριστούμε στην επισήμανση των κύριων συνθετουσών της μελέτης και γι’ αυτό θα αποφύγουμε την παράθεση μεγάλων ονομάτων, όπως και την απέραντη βιβλιογραφία.

Κατά πρώτο λόγο, υπό τον όρο εγγύτητα εννοούμε την χωροχρονική εγγύτητα η οποία ορίζεται ως μετρήσιμο μέγεθος, αλλά και τη διαπροσωπική εγγύτητα η οποία, παρά το ότι ξεφεύγει απ’ τις σταθερές των μετρήσιμων μεγεθών, δεν είναι δυνατό να εκφρασθεί χωρίς την πρώτη της διάσταση…Υπάρχει μια πολυπλοκότητα, μια σημαντική πολυπλοκότητα η οποία δοκιμάζει την προσπάθεια και εδώ η σκέψη των κλασικών της ελληνικής φιλοσοφίας, τους οποίους ο συγγραφέας γνωρίζει άριστα, είναι σημαντική. Όντως, οι Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Πλάτων, Αριστοτέλης, Πλωτίνος και άλλοι, προσπάθησαν με πάθος να διασυνδέσουν τον κόσμο της εγγύτητας με τον κόσμο της απόστασης προσφεύγοντας σε θεμελιώδεις αρχές οι οποίες όμως προσέφεραν συγκεκριμένες θεωρήσεις, σχήματα (configurations), ‘‘σχηματικές’’ δηλαδή θεωρήσεις, διαμορφωμένες θέσεις με τις οποίες θα ήταν δυνατή μια διασυσχέτιση της εγγύτητας με την απόσταση σε έναν τόσο πολυσύνθετο κόσμο…Με απλούστερα λόγια, η εγγύτητα δεν είναι δυνατή χωρίς τις θεωρήσεις, αλλά οι τελευταίες γίνονται εκφραστές με τρόπους οι οποίοι προσφέρονται απ’ την εξωτερικότητα, όσο κι αν τα σχήματα που προκύπτουν είναι διανοητικής φοράς. Η μεγάλη συνεισφορά της αρχαίας ελληνικής σκέψης και γραμματείας γενικότερα συνίσταται σ’ αυτό το οποίο συνεχίστηκε εξάλλου με τη μεγάλη ευρωπαϊκή παράδοση. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία φανερώνει αυτήν ακριβώς τη μέριμνα η οποία βρίσκεται και στη βάση της αξιοζήλευτης διανοητικής της πανοπλίας: Προσπάθησε να οριοθετήσει τον κόσμο της εγγύτητας, πάντα σε συσχετισμό με τα χωροχρονικά δεδομένα τα οποία συνθέτουν την απόσταση και επιβάλλουν κατά κάποιο τρόπο περιορισμούς, κάνοντας το εγχείρημα αρκετά δύσκολο. Ήδη, η επίκληση των επιστημών και κυρίως των επιστημών του ανθρώπου είναι επιτακτική. Απαραίτητη όμως είναι και η προσφυγή στις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα στη φυσιολογία και στη νευρολογία, αφού η αμεσότητά μας δεν είναι εκφραστή χωρίς τη σωματική μας κατάσταση και κυρίως τη δομή του εγκεφάλου μας.

Παρόμοια σκηνοθεσία η οποία δεν είναι δυνατό να αποφύγει μεγάλες στιγμές της διανθρώπινης μέριμνας οι οποίες δεν επαναπαύονται μόνο στη φιλοσοφική προσφορά των μεγάλων φιλοσόφων, αλλά και στον ιδρώτα των νευρολόγων, των ερευνητών του εγκεφάλου, των ψυχαναλυτών, κυρίως των Φρόυδ και Λακάν και των σχολών τους, των μεγάλων θεωρητικών της εγγύτητας διαμέσου του συ, της υπευθυνότητας και έτσι η έρευνα κατευθύνεται σε μια πραγματικά πρωτότυπη θεώρηση της μεταφυσικής με αφετηρία πια την παρουσία των άλλων. Ήδη, η πιστότητα, η εμπιστοσύνη, η αφοσίωση, η διαθεσιμότητα, εγείρονται και συνιστούν πόλους μεταφυσικής προσέγγισης του πόνου, ως κατεξοχήν τόποι της εγγύτητας.

Παρεμβαίνουν πάντα μεγάλες θεωρήσεις, γιατί η εγγύτητα δεν είναι διανοητή χωρίς την αντιπέραν όχθη η οποία προκαλεί το άλγος των προσώπων και τις μέγιστες κρίσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις. Πλάι στην αγάπη, στην αδελφότητα, στη φιλοξενία, στη λύτρωση, στην κατανόηση, υπάρχουν το μίσος, το πάθος, ο σαρκασμός, η περιφρόνηση, η βία και η σκληρότητα με κορυφαίες ίσως εκφράσεις το σαδισμό και το μαζοχισμό… Η αναστροφή του συγγραφέα με τις καταστάσεις οι οποίες προσφέρουν πραγματικό άλγος (το οποίο και διακρίνει απ’ τον πόνο) είναι εντυπωσιακή. Μέγιστος δείκτης αυτής της διανθρώπινης δοκιμασίας είναι η μαρτυρία της λογοτεχνίας και η εντυπωσιακή ανάλυση ωραίων στιγμών της και πάντα σε αναφορά με τη θεματική.

Το θέατρο του κόσμου ο οποίος, ζώντας την απόσταση, επικαλείται την εγγύτητα, εκεί όπου, όπως ήδη είπαμε, θεατές, διευθύνοντες, ηθοποιοί, σεναριογράφοι και σκηνοθέτες διαπλέκονται, δεν είναι δυνατό να μην εκτείνεται στις πρόσφατες κοινωνικοοικονομικές του εκφράσεις υπό την ποδηγεσία της τεχνικής και της πληροφορικής, της εμπορευματοποίησης και της παγκοσμιοποίησης…Ο φιλόσοφος διακρίνει την οικονομική παγκοσμιοποίηση (globalisation) απ’ την παγκοσμιότητα (mondialisation) διατεινόμενος πως η μεν οικονομικοτεχνική παγκοσμιοποίηση υποτάσσει στη βασιλεία του πράγματος, του εμπορεύματος, της οικονομίας, της αγοράς, ενώ η παγκοσμιότητα του ανθρώπου φωτίζει εκείνες τις πτυχές του ανθρωπίνου οι οποίες καθιστούν δυνατή όχι μόνο την προσέγγιση του πόνου, αλλά και την εγγύθεν αντιμετώπισή του…

Πώς όμως μπορεί κανένας να προβαίνει σε φιλοσοφικές εκτιμήσεις σχετικές με το πρόβλημα του πόνου και μάλιστα με αφετηρία την εγγύτητα, σε έναν κόσμο ο οποίος, παρά το ότι φαίνεται θεατρικά, παρά το ότι δηλαδή προσλαμβάνεται ως δρώμενον, γιατί υπ’ αυτό το πνεύμα θεωρεί ο φιλόσοφος-συγγραφέας τον κόσμο, παρουσιάζεται τόσο κερματισμένος υπό τα πλήγματα των αλλεπάλληλων δοκιμασιών του; Ποιος τελικά αποφασίζει για το ανθρώπινο πεπρωμένο και πώς ο πόνος είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί; Ο συγγραφέας, αναστρεφόμενος, όπως ήδη τονίζαμε με αξιοθαύμαστες και κλασικές στιγμές της ανθρώπινης δημιουργίας, αναγνωρίζει το δύσκολο του εγχειρήματος και υπερβαίνει κατά τη γνώμη μας τους περιοριστικούς όρους των σχολών. Αυτό πιστοποιείται άνετα σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, αφού η φιλοξενία τόσων και τόσων ρευμάτων σκέψης είναι πραγματικά σπάνια. Απ’ αυτήν ακριβώς την αναστροφή όμως αναδύεται και ο λόγος του ίδιου του στοχαστή και αυτόν ακριβώς οφείλουμε να εκτιμήσουμε, γιατί αποτελεί το κύριο βάρος της όλης προσπάθειας.

Κατά πρώτο λόγο ο Λάμπρος Κουλουμπαρίτσης είναι βέβαιος πως με την ελληνική φιλοσοφία ο μύθος δεν ξεπεράστηκε (σελ. 79, 80), ούτε παρήλθε, γιατί, αν μύθος είναι ο αρχέγονος λόγος, το λέγειν είναι ανόρθωση του κόσμου, η προσπάθεια όρθωσης νοήματος, η μυθική-συμβολική διήγηση έχει φιλοσοφικό βάθος το οποίο φωτίζεται όχι τόσο στον αναπόφευκτο καθαρό λόγο, όσο στην προσπάθεια σύλληψης του ανθρωπίνου και του κοσμικού είναι. Φυσικά αρχίζει ουσιαστικά η μεγάλη περιπέτεια με τους αγλαούς της καρπούς, αλλά και με τα μεγάλα προβλήματα. Ήδη, όλα στα μεγάλα συστήματα δεν είναι παρά αυτή η αναμέτρηση που κατά βάθος μεταφράζεται σε οριακή αναζήτηση των σχέσεων αμεσότητας και εξωτερικότητας, εγγύτητας και αισθητού κόσμου και εδώ προβάλλουν οι διάφορες μορφοποιήσεις υπό την οδηγία του λόγου.

Ωστόσο, όσο μεγάλη και αν είναι η συνεισφορά κυρίως των επιστημών του ανθρώπου, η μεγάλη φιλοσοφική οδοιπορία των αιώνων οδηγεί το συγγραφέα στην κατεύθυνση μιας μεταφυσικής η οποία, έξω απ’ τη ενίζουσα ή και μονίζουσα φορά της καθαρής οντολογίας, προσβλέπει στην καθαρότητα του συ και άγεται σε πραγματικά ουσιαστική θεώρηση του ανθρωπίνου υπό το φως των μεγάλων αξιών οι οποίες αναδύονται απ’ την καθαρότητα των σχέσεων του εγώ με το συ και με το εμείς. Ήδη, δεν προσεγγίζεται η εγγύτητα, αλλά και ο πόνος σε όλες του τις μορφές. Ο άνθρωπος δεν είναι πράγμα, ούτε αντικείμενο, όπως τον θέλει η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, αλλά εκφραστής αξιών οι οποίες θα μπορούσαν να βρίσκονται στην αφετηρία ουσιαστικής αντιμετώπισης του πάσχειν υπό οποιαδήποτε μορφή. Πρόκειται για την αλήθεια της παγκοσμιότητας του ανθρώπου την οποία τόσο εύγλωττα μας προσφέρει η λαμπρή σπουδή του στοχαστή.

Νίκος Μακρής, δρ. φ.

Τ.2 O Jacques Lacarrière, «Παγιδευτής του Χρόνου»

O Jacques Lacarrière, «Παγιδευτής του Χρόνου»*

André
Velter


O συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ πέθανε το Σάββατο 17 Σεπτέμβρη 2005 σε ηλικία 79 χρόνων.
Οδοιπόρος, μυθιστοριογράφος, αφηγητής, βιογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ιστορικός, ετυμολόγος, χορευτής ρεμπέτικου στα νειάτα του και ηθοποιός που διάλεξε τον ρόλο της Κασσάνδρας στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, επίσης σκηνοθέτης, φωτογράφος, προσωπογράφος, περαματάρης κειμένων, περαματάρης στις φιλίες, περαματάρης παθών, ο Ζακ Λακαριέρ ήταν ο άνθρωπος κάθε ζέσης, κάθε ακτινοβόλας υπόσχεσης, ένας από τους πολύ σπάνιους που γιόρταζαν και ξαναγήτευαν το πραγματικό, ένας πολύ σπάνιος που κατοικούσε σαν ποιητής όχι μόνο τον κόσμο, αλλά το σύμπαν ολόκληρο.

Αποκαλούσε τον εαυτό του «παγιδευτή του Χρόνου» και ήθελε ν’ αποπειράται η γραφή «τη σύλληψη του εφήμερου, για να το κλείσει μέσα στη διάρκεια», ενώ φανερωνόταν σαν ένας παγιδευτής δοσμένος στις πιο απέραντες αποδημίες, ένας που πιάνει τα σημάδια, ένας πλάνητας με χαρμόσυνη εμβρίθεια, ακροβάτης της γνώσης και της ύπαρξης που κοινωνούσε εξίσου με τη χλόη, τις φτέρες, το θαλασσοβρόχι, όπως με τ’ αστέρια, που αρμένιζε οραματικά μέσ’ στους μύθους, στους θρύλους, στις μεγάλες μυστικές παραδόσεις, που συνέδεε ασταμάτητα το ασήμαντο με το υπέρτατο, πάντοτε διαλύοντας τα τεχνητά σκοτάδια, πάντοτε χρησιμοποιώντας την πιο σίγουρη γνώση με ζωηρότητα, κέφι, αίσθηση του μοιράσματος και σχεδόν της αυτοθυσίας.

Γεννημένος την 2 Δεκεμβρίου 1925 στις Limoges (Λιμόζ) (Haute-Vienne), o Jacques Lacarrière μεγάλωσε σ’ έναν κήπο του Val de Loire (της Κοιλάδας του Λίγηρα) και είχε συχνά βρει καταφύγιο ανάμεσα στα κλαδιά μιας φλαμουριάς, δέντρου που το είχε για πρώτο του δάσκαλο. Εκεί, στα 6 του χρόνια, ήταν που άρχισε να γράφει ποιήματα, βρίσκοντας με μιας και οριστικά τον δρόμο της περιπλάνησης, που θα ήταν και ο προορισμός του. Αμέσως μετά τον πόλεμο ενώθηκε στο Παρίσι με την υπερρεαλιστική ομάδα και εφάρμοσε για λίγο την αυτόματη γραφή, πριν αφήσει τη Γαλλία για την Εγγύς Ανατολή και για την Ελλάδα, όπου επρόκειτο να κατοικήσει μέχρι το φασιστικό πραξικόπημα των συνταγματαρχών, το 1967.

Τα δεκαπέντε χρόνια που πέρασε μεταξύ των νησιών Ύδρας και Πάτμου, στην Αθήνα, στην Επίδαυρο και στο Άγιον Όρος, έμειναν για τον Λακαριέρ μια διαρκής πηγή έμπνευσης, πραγματικά το αναδημιουργούμενο υφάδι του έργου του∙ ένα νήμα κυανού φωτός. Γιατί στην Ελλάδα κατάλαβε ότι οι αληθινές «ανθρωπιστικές σπουδές» είναι εκείνες που μαθαίνεις με το σακκίδιο στον ώμο, αυτές που βιώνονται και βεβαιώνονται στα μονοπάτια. Με το L’ Eté grec (Plon, « Terre humaine », 1976) (Το ελληνικό καλοκαίρι), το βιβλίο που τον αποκάλυψε σ’ ένα τεράστιο κοινό, ο Ζακ Λακαριέρ επινοούσε ένα είδος το οποίο καταγόταν από το δοκίμιο, από το σημειωματάριο του ταξιδευτή, από το πεζοτράγουδο, αυτοσχεδιαζόμενο στον ρυθμό της πορείας, και από το αφήγημα, ελευθερωμένο απ’ όλους τους τυπικούς κώδικες. Τίποτα δεν ανέκοπτε την ορμή, την ευδιαθεσία, τον θυμό, την ειρωνεία που ανάσταινε σελίδα τη σελίδα ξαναβάζοντας τα βήματα της γραφής του μέσα στα βήματα του νεαρού εαυτού του, που τόσο καλά όρισε ο φίλος του Αbidine Dino, ο οποίος τον έβλεπε ακόρεστο «να ερευνά, να βρίσκει, να λέει χωρίς ποτέ να ξαναλέει».

Tο έργο του Ζακ Λακαριέρ στο σύνολό του εμφανίζεται κάπως έτσι: σε συνεχόμενη κίνηση και διαρκή επέκταση, ακριβές αλλά και διαφεύγον, διαυγές και ανοιχτό σε όλα τα όνειρα. Τόσο η ίδια η φύση του όσο και οι ελευθεριακές πεποιθήσεις του τον έφεραν κοντά σε πνεύματα επαναστατικά και σε ανθρώπους του περιθωρίου, με ομολογουμένως μια προτίμηση για τους μυστικούς της ρήξης με την κάθε ορθοδοξία: τους Γνωστικούς, τους ασκητές της αιγυπτιακής ερήμου, τους περιπλανώμενους σοφούς σούφι της Ανατολής, τους Καθαρούς. Αφιέρωσε πολυάριθμα έργα, μελέτες, διηγήματα ή μυθιστορήματα σε αυτούς τους «αιρετικούς», τους συνήθεις υπόπτους για τους κρατούντες των δογμάτων και των εξουσιών, τους συχνά διωγμένους αν όχι εξοντωμένους.

Από τα κυριότερα έργα του Λακαριέρ οφείλουμε να αναφέρουμε: Les Hommes ivres de Dieu (Fayard)=Οι Ένθεοι (Ι. Χατζηνικολή), Les Gnostiques (Albin Michel) [Οι Γνωστικοί], Chemin faisant (Fayard) [Διανύοντας], Le Pays sous l’ écorce (Seuil) [Η χώρα υπό τον φλοιό], Sourates [Σουράτες], Marie d’ Egypte (éd. Philippe Lebaud)=Μαρία η Αιγυπτία ή ο πυρπολημένος πόθος (Ι. Χατζηνικολή), Αu coeur des mythologies: en suivant les Dieux (Philippe Lebaud) [Στην καρδιά των Μυθολογιών: ακολουθώντας τους Θεούς], A la tombée du bleu (Fata Morgana) [Στη δύση του γαλάζιου], Chemins d’ écriture (Plon) [Μονοπάτια της γραφής], L’ Envol d’Icare (Seghers) [Η πτήση του Ίκαρου], Paroles de la Grèce antique (Albin Michel) [Λόγια της Αρχαίας Ελλάδας], Ce bel et nouvel aujourd’hui (Lattès) [Αυτό το ωραίο και νέο Σήμερα], Un jardin pour mémoire (Pocket) [Ένας κήπος για τη Θύμηση], Dictionnaire amoureux de la Grèce (Plon)= Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας  (Χατζηνικολή)

Έν γένει θέματα σοβαρά, ίσως και τραγικά, ο Ζακ Λακαριέρ τα πραγματεύθηκε με συνείδηση, με απόλυτη εντιμότητα, με γνώση και συνέπεια αλλά χωρίς στόμφο. Η ιδιοσυγκρασία του δεν τον ωθούσε να υψώσει τους τόνους ή να υπερτονίσει τις γραμμές. Διακατεχόταν ελάχιστα από το αίσθημα του απέλπιδου. Μην κουρνιάζοντας σε κανενός είδους ψευδαίσθηση, διέθετε το μέγα χάρισμα του αφυπνισμού της αρμονίας, της υπεράσπισης της σύμπνοιας. Γεγονός που ουδόλως τον εμπόδισε να υιοθετήσει κανόνες συμπεριφοράς αρκετά ριζοσπαστικούς για να συνθηκολογούν έστω και ελάχιστα με τους αντίστοιχους της εποχής. Έτσι, κάποιες διδαχές του αποθησαυρισμένες στην Τελευταία Σουράτα, οι οποίες για αρκετό καιρό επείχαν θέση «εφοδίου», αποκτούν τώρα τη δύναμη διαθήκης:

«Η ζωή και η γραφή. Η αγάπη και η γραφή. Το αλλού και η γραφή. Όχι φιλοδοξία. Όχι παραχωρήσεις. Λίγα χρήματα. Πολλή αγάπη. Πολλούς φίλους. Όχι υπολογισμοί.
Άρνηση και των πιο ζηλευτών αξιωμάτων. Των προδιαγεγραμμένων πορειών . Των δημοσίων οδών. Των συμβιβασμών. Των θεσμών.

Να γράφεις για να υπάρχεις. Για να δεσμευθείς. Προς τους άλλους. Με τους άλλους. Να γράφεις για να παρεκκλίνεις προς τον άνθρωπο που θα γεννηθεί. Τίποτα άλλο.»

Μέσα σε αυτό το «τίποτε άλλο» υπήρχε όλη η φιλοδοξία, χωρίς ματαιοδοξία, του Λακαριέρ, ο οποίος στα προσωπικά του επισκεπτήρια δεν ανέγραφε παρά μια μόνο ιδιότητα: “Ηomo Sapiens”. Αυτό το χιούμορ, που ήταν κατ’ εικόνα του, ερμηνεύεται ως ικανότητα να κινείται έξω από κάθε συμβατικότητα, αποστασιοποιημένος από κάθε επιθετικότητα. Υπήρχε πάντα μέσα στο γαλάζιο της καθαρής ματιάς του ένα σύννεφο για το δρόμο προς την Ολυμπία, προς την Κωνσταντινούπολη ή την καρδιά του Θιβέτ. Υπήρχε πάντα σε αυτόν η υπόσχεση ενός αδερφικού χαμόγελου.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην παρισινή εφημερίδα Le Monde της 20ής Σεπτεμβρίου 2005.

Τ. 2 Η Φοινικιά

Η Φοινικιά
(Από τα "Περσικά ποιήματα" και Τέσσερα ποιήματα από την ενότητα "Νοτιάς")

Γιώργος Χαβουτσάς

Από τα «Περσικά ποιήματα»




Ας είναι τούτα τα ποιήματα
η πιο ευγενική συνέπεια
της απουσίας μου απ’ το Σιράζ.




1

Στην κάθοδό τους οι ακτίνες του ήλιου
λίγο πριν μαραθούν επιθυμούν
ν’ αγγίξουν τις παρειές της ενατένισης για ένα ρόδο
τον διάφανο αέρα της προσευχής της Παρασκευής
τα ρόδα που μοιάζουν μ’ άλλα ρόδα
τους ροδώνες.

2

Ας βοηθήσουν οι κινήσεις του λεπτοδείκτη
τόσο αργά τόσο γρήγορα που κινούνται
να αρμόσει η Περσία του νου μου
σ’ ένα βαθυγάλαζο στιλπνό μου όνειρο.
Ας κατακερματιστεί ο χώρος
–γεμάτος άνθινα μοτίβα και διπλόπτερες ανταύγειες–
σε ισόποσες νησίδες κήπων
που πάνω τους φύονται ρόδα
μόνο ρόδα.

3

Στο εικοστό ένατο απ’ τα τριάντα φύλλα
είδα νομικούς και δικαστές να καταποντίζονται
είδα την απαξίωση της φρόνησης και της λογικής
είδα τα λόγια που ποτέ δεν θα γράψω
και που όμως είναι από τα πριν γραμμένα.


4

Από πού μου αφαιρέθηκε η δύναμη;
Ίσως από την τάση των υπολοίπων
να αισιοδοξούν και να πράττουν.
Από πού μου αφαιρέθηκε η θέληση;
Μάλλον από την επιθυμία των λουλουδιών για ευρωστία.


5

Όλα επηρεάζουν όλα
κι εγώ δοκιμάζω τα πιστεύω μου:
χαϊδεύω τα δέντρα για ν’ απαλύνω
τον πόνο του παιδιού που κλαίει στο Χοραμσάρ,
φιλώ τα λουλούδια για να μην έχει η Ταχερέ
σημάδια από τον έρωτα που χάθηκε.


6

Ευτυχώς που δεν είμαι καθόλου Γαβριήλ
και δεν νοιάζομαι καθόλου για τα φτερά μου αν θα καούν.
Όταν έρθει η στιγμή
θα χαιρετήσω τους λωτούς
οδεύοντας ολόισια στο Πυρ.

7

Είμαι ο Μετζνούν παρά τρίχα.
Είμαι ο Μετζνούν ως προς την τρέλα μονάχα.
Ας μείνουν για λίγο ακόμα διακριτά τα πράγματα.
Όταν μιλώ για δέρμα
ας τραγουδώ μονάχα το δικό σου χιόνι.
Όταν μιλώ για μάτια
ας πλέω μόνο μέσα στη δική σου θάλασσα.






Τέσσερα ποιήματα από την ενότητα «Νοτιάς»



Ο ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Στο τσόφλι της ημέρας
καταναλώθηκα από λύπη.

Ας καταρρεύσουν όλα τα προσχήματα
οι προσποιήσεις της υπαλληλίας μου
το δήθεν ενδιαφέρον μου για τις Συνόδους.

Υπάρχω μόνο για τα ποιήματα
για το τιτίβισμα των λουλουδιών
για των πουλιών το άρωμα.

Κρατήστε σεις τον κόσμο σας
τις πειστικές φωνές σας που δονούνται στους διαδρόμους
την έγνοια για τα ορθά επιχειρήματα.

Κρατήστε και τα λόγια σας
τα δήθεν πιο σημαντικά
στο περιθώριο των άμοιρων συνεδριάσεων.

Καιρός να γράψω πιο απλά
να ξεμακρύνω απ’ τα μεγάλα ρεύματα
από την πρόταση να φτάσω ώς το γράμμα.

Καιρός να γιγαντώσω τα παιδιά της ηλικίας μου
να φτάσω ώς το κουκούτσι του ήλιου
ώς τον παλμό του
ολοένα πιο κοντά στων άστρων την περιδίνηση
να σβήσω να χαθώ.

Καιρός στο τσόφλι της ημέρας
να καταναλωθώ από τη λύπη.




Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Με λίγη χαρτοκοπτική του ουρανού
ψαλιδίζοντας αντίστροφα το χαρτί της γαλάζιας απόστασης
επιστρέψατε και φέτος.

Ψαλιδίζοντας αντίστροφα:
αν όχι τίποτε άλλο
αυτό και μόνο έχει την αξία.
Ψαλιδίζοντας αντίστροφα
με κινήσεις καταγωγικές
τηρώντας κι όχι λύοντας του ουρανού τη γαλάζια συνοχή
της βασιλείας του τα αναντίρρητα επιχειρήματα
επιστρέψατε σ’ αυτό που πάντα ήσασταν
όχι με κατά μέτωπο επίθεση στο μέλλον
όχι με αισιοδοξίες άχρηστες
χωρίς την αυταπάτη ενός ανώφελου καινούργιου.
Επιστρέψατε σε ό,τι πάντα ήσασταν.
Τούτο αρκεί για να ονοματίσω
μια μικρή ιδιότυπη μετενσάρκωση τον γυρισμό σας
στο ίδιο πάτημα ζωής
στα ίδια φτερουγίσματα
στην ίδια εναπόθεση ελπίδων στη φωλιά.

Ψάξτε, ψάξτε τώρα βιολόγοι μου
τις άφταστες κινήσεις της πλοήγησης.
Όσο και να το θέλετε
ποτέ το μυστικό δεν θα βρείτε.

Άγιο Πάσχα, 11/4/2004




ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Έγγραφο υπηρεσιακό
από τη χώρα των Πασαργάδων:
στην κεφαλή του «Εν ονόματι του Θεού»
στην άνω δεξιά μεριά του
εγκυρότητα δοσμένη από αριθμό πρωτοκόλλου
πιο κάτω ερωτήσεις για εισαγωγές και για μαύρους χρυσούς
τηλέφωνα και άλλα χρήσιμα.

Καταλαβαίνω αμέσως τους ελιγμούς του Θεού
πώς εισχωρεί αδόκητος σε χαρτιά και ζωές
πώς μηχανεύεται βαθμίδες ποσοστών απόσταξης
ή και απώλειες κατ’ όγκον,
πώς διαλέγεται με την πυρόλυση, με πολυμερισμούς
πώς απ’ τους διαλύτες εύστοχα
–σαν γνήσιος εκλεκτικός–
διαλέγει μόνο τους εκλεκτικούς,
πώς καταγίνεται με ισομερισμούς και με αποθειώσεις
με εκχυλίσματα και κινηματικά ιξώδη.

Λέω ένας τρόπος του είναι κι αυτός
να ασχολείται με τεχνικές ανθρώπων
και με έγκατα γης,
με φανερώσεις του σε έγγραφα υπηρεσιακά
και με αλκυλιώσεις
από τη χώρα των Πασαργάδων.

Άλλος του τρόπος είναι
λέω
κάποιες φορές
κι η ενασχόληση με τα φιλιά που χάθηκαν.

24/10/2003
***


Κάτι ανεξάρτητο
η θάλασσα ας πούμε
ο δροσερός αέρας στις μεντρέσες της Ασίας

κάτι ανεξάρτητο
απ’ τη ζωή αυτή
κάτι πιο ανεξάρτητο…


21/8/2003

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2007

Τ. 2 Ψηφιδωτό, η τέχνη των μουσών

Ψηφιδωτό, η τέχνη των μουσών

Πελαγία Αγγελοπούλου




Το ψηφιδωτό είναι ένα πολύ αρχαίο, πολύ σύγχρονο και πολύ αμφιλεγόμενο εί­δος των εικαστικών τεχνών. Θα προσπαθήσω λοιπόν να αναπτύξω σύντομα, τις διάφορες φάσεις της εξελικτικής του πορείας και τις τεχνικές ώστε να γίνουν κατανοητά ο ρόλος και η μορφή που έχει ή που θα έπρεπε να έχει σαν μια μνημειακή τέχνη στον 21ο αιώνα. Είναι δε ένα ξεχωριστό είδος που πρέπει να αξιολογείται και να εκφράζεται με τους δι­κούς του όρους γιατί έχει δικούς του κανόνες και ύφος.

Η λέξη μωσαϊκό προέρχεται από την ελληνική λέξη μούσα. Η επίσης ελληνική ονομασία ψηφιδωτό προέρχεται από την λέξη «ψήφος» (μικρή πέτρα). Ένας ορισμός της τέχνης αυτής θα μπορούσε να είναι ο εξής:

Ψηφιδωτό είναι μια εικόνα συνεκτική της οποίας το κάθε επί μέρους στοιχείο είναι κτισμένο από μικρά ή μεγάλα κανονικά ή ακανόνιστα κομμάτια πέτρας, μαρμάρου, γυα­λιού, κεραμικών κτλ συνδεδεμένα με κονίαμα. Καλύπτουν δε ολόκληρη ή μέρος μιας επίπε­δης ή καμπύλης επιφάνειας ή ακόμη κι ένα τρισδιάστατο σχήμα.

Το ψηφιδωτό αντιμετωπίζονταν σαν μια μορφή ζωγραφικής με μεγαλύτερη αντο­χή και διάρκεια στον χρόνο και στις συνθήκες περιβάλλοντος, υγρασίας και θερμοκρασί­ας. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκε η ζωγραφική της αιωνιότητας.

Ο καλλιτέχνης του ψηφιδωτού θα πρέπει να είναι βαθύς γνώστης των σύνθετων προβλημάτων των τεχνικών και της αισθητικής του μέσου.

Οι τεχνικές του ψηφιδωτού

Το υπόστρωμα των εντοίχιων ψηφιδωτών είναι λιθοδομή ή πλινθοδομή και επάνω σε αυτήν έχουν τοποθετηθεί στρώματα ασβεστοκονιάματος με αυξανόμενο πάχος.

Στα δάπεδα, αφού πιεζόταν το χώμα και ισιωνόταν κατά το δυνατόν η επιφάνεια, έβαζαν ένα παχύ στρώμα ασβεστοκονιάματος με χοντρό χαλίκι και κομμάτια κεραμικού και μετά δεύτερο με μικρότερα χαλίκια. Και στις δυο περιπτώσεις τοίχων και δαπέδων, το τελικό στρώμα κονιάματος, όπου και γίνεται η ψηφοθέτηση, είναι ασβέστης, άμμος ποταμού, κεραμικό σε μορφή σκόνης και θηραϊκή γη.

Επίσης είναι σημαντικό να δοθεί προσοχή στην ποιότητά τους, διαφορετικά υπάρχει πρόβλημα αποκόλλησης από το εσωτερικό υπόστρωμα, ή διάλυσής τους από την υγρασία.

Οι ψηφίδες που είναι από μάρμαρα, σμάλτα, πέτρες ή ακόμα και βότσαλα πιέζο­νται στο τελευταίο στρώμα κονιάματος, όταν είναι ακόμη νωπό και εύπλαστο. Παρα­μένει δε υγρό για περίπου 4-5 ώρες και ο ψηφοθέτης βάζει καθημερινά τόση ποσότητα, όση χρειάζεται για να εργαστεί στο χρονικό διάστημα μέχρι να στεγνώσει.

Εξυπακούεται ότι ο καλλιτέχνης εκτός από την έμπνευση και την αισθητική πρέπει να έχει και υψηλού επιπέδου τεχνικές ικανότητες και γνώσεις.

Τα ιστορικά ψηφιδωτά είχαν φιλοτεχνηθεί από δημιουργούς που ανήκαν στις αυτοκρατορικές αυλές ή τις πολιτείες και όχι από τον απλό λαό. Κάθε καλλιτέχνης είχε την δική του ποικιλία χρωματικών αποχρώσεων. Στην αρχαιότητα και την Ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιούσαν κυρίως φυσικές πέτρες. Ενώ στους Βυζαντινούς χρόνους η χρή­ση σμάλτων είναι πιο συνήθης. Έτσι λοιπόν μικρά εργαστήρια παρήγαν αυτό το είδος υαλόμαζας, που όφειλε την εξαιρετική ποιότητα και τα λαμπερά της χρώματα, σε οξείδια μέταλλων και ορυκτά άλατα. Οι χρυσές ψηφίδες ήταν κατασκευασμένες από κανονικό γυαλί, πάνω σε αυτό ρευστό, καθαρό χρυσό και τέλος ένα πολύ λεπτό, διάφανο στρώμα γυαλιού για προστασία. Έτσι το χρυσό διατηρούσε την λάμψη του για εκατοντάδες χρόνια.

Για να κοπούν τα μεγάλα κομμάτια πέτρας και μαρμάρου χρησιμοποιείται ένα ει­δικό ατσάλινο σφυρί, με δυο πολύ κοφτερές πλευρές και ένα μεγάλο ατσάλινο επίσης κο­φτερό δόντι, στηριγμένο σε μια βάση από συμπαγές ξύλο. Ένα ακόμα εργαλείο είναι η πένσα με την οποία ο ψηφιδογράφος κόβει τις πέτρες σ’ όποιο μέγεθος και σχήμα επιθυ­μεί.

Δυο είναι οι βασικές μέθοδοι ψηφοθέτησης: Η κατ’ ευθείαν, που είναι και η αρ­χαιότερη, και η έμμεση, η αντίστροφη.

Η κατ’ ευθείαν χρησιμοποιήθηκε στους αρχαίους και βυζαντινούς χρόνους. Είναι η μόνη που μπορεί να δώσει καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και την τέλεια αίσθηση της ανάγλυφης κυματιστής επιφάνειας , που συλλαμβάνει το φως και το αντανακλά, με ένα τρόπο σαν να παράγεται απ’ αυτήν. Καθώς κάθε πέτρα πιέζεται ξεχωριστά πάνω στο υγρό εύπλαστο κονίαμα με εξαιρετική ακρίβεια, ο καλλιτέχνης ελέγχει κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου.

Στον έμμεσο τρόπο υπάρχει αντίστροφα σχεδιασμένη πάνω σε χαρτί η καμπότο, η σύνθεση που θα γίνει ψηφιδωτό. Κατόπιν κάθε ψηφίδα τοποθετείται στο χαρτί η το ύφασμα με την μπροστινή όψη προς τα κάτω, χρησιμοποιώντας μια κόλλα που διαλύεται με νερό, όπως η αλευρόκολλα. Βέβαια δεν υπάρχει δυνατότητα ποικιλίας στην ψηφο­θέτηση και η τελική επιφάνεια γίνεται αρκετά επίπεδη. Το πλεονέκτημα αυτού του τρόπου είναι ότι γίνεται ευκολότερα. Όμως η διαδικασία της αντίστροφης ψηφοθέτησης έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ημί-βιομηχανοποίηση του ψηφιδωτού και έχει πάντα καθαρά διακοσμητικό αποτέλεσμα.

Ιστορική αναδρομή στο ψηφιδωτό

Προσπαθώντας μια αναδρομή στην ιστορική και αισθητική εξέλιξη της τέχνης αυτής, βρίσκουμε αρχικά, τις προσόψεις των Σουμμεριακών χτισμάτων που χρονολογού­νται στο τέλος της τέταρτης χιλιετηρίδας και που μπορεί να συσχετιστούν με το ψηφιδω­τό. Την δε νεολιθική περίοδο στην Κρήτη βρέθηκαν δάπεδα με ακατέργαστα βότσαλα χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο.

Τον 6ο αιώνα ψηφιδωτά από βότσαλα με συγκεκριμένα πλέον σχέδια, ανώριμα όμως αισθητικά, βρίσκονται στην Όλυνθο. Με το ίδιο επίσης υλικό τον 4ο αιώνα στην Πέλλα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας και γενέτειρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βρέθηκαν υπέροχα ψηφιδωτά με λαμπερά χρώματα και με εμφανή την βαθιά γνώση και το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για να αποδώσει την πλαστικότητα των μορφών. Υπάρχει δε η υπογραφή του, ονομαζόταν Γνώσις.

Το 325 π.Χ στον Ναό του Διός στην Ολυμπία μερικές από τις πέτρες έχουν κοπεί με αδέξιο τρόπο για μεγαλύτερη ακρίβεια. Έτσι έχουμε την γέννηση της ψηφίδας.

Στα υπέροχα ψηφιδωτά της Δήλου τέλους του 2ου αιώνα έχει επιτευχθεί η μετάβα­ση σε επιδέξια κομμένους και χρωματιστούς κύβους.

Οι Έλληνες καλλιτέχνες κράτησαν την κυρίαρχη θέση στο σχέδιο και την δη­μιουργία των ψηφιδωτών, όχι μόνο κατά τους κλασσικούς χρόνους αλλά και κατά την διάρκεια του μεσαίωνα. Ψηφιδωτά εξαιρετικής τέχνης φιλοτεχνήθηκαν σε πολλά μέρη όπως την Έφεσο, Αντιόχεια, Τυνησία, Κύπρο και την Πομπηία, όπου ανάμεσα σε αλλά το περίφημο ψηφιδωτό του Αλέξανδρου πολεμώντας τον πέρση βασιλιά Δαρείο.

Όταν ο Γκαίτε το είδε λίγες μέρες πριν πεθάνει, έγραψε: «Η δική μας και οι γενιές του μέλλοντος, δεν θα μπορούν καν να το προσεγγίσουν και με πολύ προσεκτική σκέψη και μελέτη θα είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέφουμε ξανά και ξανά με μόνο καθαρό και απλό θαυμασμό.

Ένα άλλο είδος, τα ασπρόμαυρα δάπεδα, ήταν ρωμαϊκό επίτευγμα. Η τομή ανάμεσα στα κλασσικά ρωμαϊκά και μεσαιωνικά χριστιανικά ψηφιδωτά δεν είναι καθα­ρή. Η αλλαγή κατεύθυνσης παρά την αλλαγή θρησκείας έγινε βαθμιαία και όχι επανα­στατικά.

Η πρώτη αξιοσημείωτη ένδειξη αλλαγής είναι ο θόλος της κυκλικής κιονοστοιχί­ας στην εκκλησία Stanza Constanza στην Ρώμη χρονολογούμενος πριν το 350 μ.Χ και εί­ναι το πιο φίνο και το μεγαλύτερο ρωμαϊκό ψηφιδωτό σε τόξο.

Το φόντο όπως σε όλα τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά είναι συντεθειμένο από ημίλευκες μαρμάρινες ψηφίδες, ενώ τα σμάλτα χρησιμοποιούνται για τις φιγούρες και το διάκοσμο.

Η Stanza Constanza σηματοδοτεί το τέλος της αισθητικής της όψιμης αρχαιότη­τας και την εντυπωσιακή έναρξη της χιλιετούς πορείας του ψηφιδωτού στην υπηρεσία της εκκλησίας ως του πλέον εκλεπτυσμένου και πολυτελούς είδους στις μεσαιωνικές τέχνες.

Κατά τους κλασσικούς χρόνους η πλειοψηφία των ψηφιδωτών δαπέδων είχαν πα­ραγγελθεί από ιδιώτες χορηγούς. Ενώ τον μεσαίωνα οι ψηφιδογράφοι εργάζονταν για τους άρχοντες και την εξουσία με την υπερφυσική αυθεντία, οι οποίοι είχαν και την ικα­νότητα να ξοδεύουν αξιοσημείωτα μεγάλα χρηματικά ποσά. Το γεγονός αυτό βοήθησε να επεκταθεί ο ρόλος και το μέγεθος των ψηφιδωτών. Μια άλλη αλλαγή ήταν σε αυτήν τη φύση του μέσου. Όταν τώρα είχε να καλύψει επιφάνειες τόξων, θόλων, τοίχων και όλων των σύνθετων αρχιτεκτονικών στοιχείων, ο ψηφιδωτός διάκοσμος γίνεται ένα πρόβλημα πιο σύνθετο απ’ ό,τι ήταν από την εποχή των απλών παραλληλόγραμμων δα­πέδων. Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι ο ρόλος τους δεν είναι πλέον η δια­κόσμηση σαν αυτοσκοπός αλλά επιχειρούσε να επηρεάσει ψυχολογικά το κοινό προπα­γανδίζοντας την πίστη.

Δεν φιλοδοξεί πλέον να συλλάβει και να αποδώσει τον κόσμο όπως ακριβώς ήταν αλλά να αποδώσει τους πατρόνες της εξουσίας όπως εκείνοι ήθελαν να προβάλλουν εαυ­τούς προς τους υπηκόους τους δηλαδή εξιδανικευμένους.

Το ψηφιδωτό λοιπόν που από την φύση του τείνει στην αφαίρεση και την σχημα­τοποίηση, έχει δε μορφή πολυτελή και μνημειακή, ήταν απόλυτα κατάλληλο για τον σκο­πό αυτό.

Η μακρόχρονη διαδικασία της εργασίας με ένα δύσκαμπτο και δύσχρηστο αντι­κείμενο λειτουργεί σαν φίλτρο που εξαϋλώνει και αποπροσωποποιεί την εντύπωση της πραγματικότητας και την καλλιτεχνική έμπνευση και αποστασιοποιεί το έργο από τον δημιουργό του. Οι κοινωνικοί κανόνες και αξίες, επηρεάζουν το ύφος του Βυζαντι­νού ψηφιδωτού, αλλά και το ψηφιδωτό επηρεάζει την αισθητική του βυζαντίου και κυριαρχεί ανάμεσα στις τέχνες της ιστορικής αυτής περιόδου.

Ο χριστιανικός ψηφιδωτός διάκοσμος παρ’ ότι καλύπτει μεγάλο μέρος των κτιρί­ων, είναι στοιχείο που η σύλληψη της σύνθεσής του γινόταν αφού τελείωνε η οικοδομή ακολουθώντας τις γραμμές του, αλλά ανεξάρτητα από την αρχιτεκτονική τους λειτουρ­γία.

Η δυνατότητα της χρήσης μεγάλης ποικιλίας χρυσού και χρωματιστής υαλόμαζας έχει σαν αποτέλεσμα εξαιρετικές ποιότητες, πολυτέλεια και εντυπωσιακούς ιριδισμούς του φωτός. Η αδρή επιφάνεια του ψηφιδωτού και οι κύβοι που την αποτελούν, δεν αντανακλούν ομοιόμορφα το φως, αλλά όπως ο θεατής κινείται εχει την αίσθηση μιας επιφάνειας που τρεμοπαίζει με μια απαλή λάμψη, σαν ένα πολυτελές χαλί δουλεμένο με χρυσή κλωστή.

Τα χαμηλά τμήματα των κτιρίων, καλύπτονταν από χρωματιστά μάρμαρα και τα νερά τους σχημάτιζαν συμμετρικά σχέδια. Μάρμαρα και ψηφιδωτά δημιουργούσαν πο­λυτελείς επιφάνειες που κάλυπταν την συμπαγή δομή που βρίσκονταν πίσω από αυτά. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος δείχνει σαν να αντανακλάται πάνω στους τοίχους από μια μακρινή πηγή φωτός όπως οι εικόνες πάνω στην οθόνη.

Οι θόλοι συμβολίζουν τον ουρανό και οι κίονες που τους στηρίζουν δίνουν τον μόνο απτό συσχετισμό της κλίμακας του κτιρίου με τον άνθρωπο διατηρώντας την σχέση του μέτρου αυτού του κόσμου, που διαφορετικά θα χανόταν σε ένα κόσμο άσπιλου πνεύ­ματος, όπου το βάρος και η ύλη εξαφανίζονται.

Ο έμπειρος καλλιτέχνης, γνώστης βαθύς της ισορροπίας και των οπτικών διορ­θώσεων σχεδιάζει τις συνθέσεις επιμηκύνοντας η παραμορφώνοντας τα σχήματα όταν χρειάζεται να λύσει σύνθετα προβλήματα που δημιουργούσαν τα τόξα, οι αψίδες αλλά και η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις εικόνες και τους θεατές. Η απόσταση κάνει επίσης πιο αναγκαία απ’ ό,τι στα δάπεδα, την αφαίρεση και την απλοποίηση, δεδομένου ότι φί­νες λεπτομέρειες δεν θα ήταν ευδιάκριτες. Πολλές φορές ψηφιδωτά από ατυχή σχεδια­σμό έμειναν στην αφάνεια έως ότου τα αποκαλύψει και προβάλει η σύγχρονη κάμερα. Ίσως βέβαια σε αυτό να υπάρχει και ένα στοιχείο χριστιανικού μυστικισμού όπου ο ευ­σεβής καλλιτέχνης αφιερώνει χρόνια υπομονετικής εργασίας, σαν μια μορφή ψαλμών με χρώματα προορισμένων να είναι ορατοί μόνο από τους ουράνιους άρχοντες.

Οι φιγούρες στις ψηφιδωτές συνθέσεις των βυζαντινών εκκλησιών ποικίλουν σε κλίμακα. Το θείον δεν περιγράφεται ούτε εκφράζεται με φόρμες της γήινης πραγματι­κότητας. Απλά και διακριτικά την υπαινίσσεται. Είναι σχηματοποιημένες και αυστηρές προσκολλημένες σε μια καθεστηκυία παράδοση. Έτσι συνήθως ο Χριστός και η Πανάγια είναι σε κολοσσιαίο μέγεθος στον κεντρικό θόλο η το ημιθόλιο της αψιδας.

Οι απόστολοι παρουσιάζονται σε υπερφυσικό μέγεθος αντίθετα με άλλες μορφές με δευτερεύοντες ρόλους. Η αυθαίρετη αυτή απομάκρυνση από το πραγματικό, αξιολο­γεί την θέση τους στην ιεραρχία. Ακόμη κι όταν οι μορφές εμφανίζονται σε κίνηση ανα­παριστώνται καταμέτωπο. Η ιερατική τελετουργική Βυζαντινή στάση και σχηματοποίη­ση, φέρνει τις ιερές μορφές πιο κοντά στους θεατές, ενώ την ίδια στιγμή αποστασιοποιη­μένες νοητικά απομακρύνονται στην διάσταση του μεγαλειώδους και του υπερβατικού.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά και εντυπωσιακά έργα της βυζαντινής ψηφιδογραφίας, είναι αυτά της εκκλησίας του Αγίου Βιτάλιου στην Ραβέννα του 6ου μ.Χ αιώνα και εξ αυ­τών τα πλέον προβεβλημένα εκείνα που αναπαριστούν τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τις συνοδείες τους, όπου και είναι εμφανής η επιρροή της αρχαίας ανατολής στην εξιδανίκευση, σχεδόν την θεοποίηση της βασιλικής εξουσίας.

Ίδιας περίπου εποχής είναι τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά των βυζαντινών ναών της Θεσσαλονίκης, από τα ωραιότερα δείγματα της τέχνης αυτής δηλαδή, της Ροτόντας ,του Όσιου Δαυίδ, της Αχειροποιήτου, του Αγίου Δημητρίου, που είναι του 5ου αιώνα, και των μεταγενέστερων, της Αγίας Σοφίας και των Αγίων Αποστόλων του 9ου και 14ου αντίστοιχα.

Βυζαντινοί καλλιτέχνες του ψηφιδωτού καλούνται από τον χαλίφη της Δαμασκού και αργότερα στην Κόρδοβα για να διακοσμήσουν τα τεμένη τους. Στην Ρωσία το 989 ο Μεγάλος Δούκας Βλαδίμηρε του Κίεβου, καλεί καλλιτέχνες κατευθείαν από την Κων/πολη. Έλληνες ψηφιδογράφοι κάνουν την Αγία Σοφία του Κίεβου εξαίρετο δείγμα βυζαντινής τέχνης.

Από τον 9ο αιώνα που έληξε η περίοδος της εικονοκλασίας, έως τον 12ο το βυζα­ντινό ύφος φτάνει την κορύφωση της έκφρασής του. Τα ψηφιδωτά που σώζονται στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης δεν φιλοτεχνήθηκαν με ένα συγκεκριμένο πλάνο αλλά σε διαφορετικές στιγμές σε διαφορετικούς αιώνες. Μερικά δε από αυτά είναι πορ­τραίτα ηγεμόνων αφιερωμένα από τους διαδόχους τους.

Οι προσωπογραφίες των αυτοκρατόρων είναι παγερές από την πολυτέλεια και άκαμπτες σαν μάσκες. Σε αυτές κυριαρχεί η αίσθηση της δεξιοτεχνίας και όχι της τέχνης. Αντίθετα η σύνθεση της δέησης, τέλος του 12ου αιώνα, είναι έργο ανυπέρβλητης αισθητι­κής άξιας. Αυτή απεικονίζει τον Χριστό μεγαλοπρεπή, πλαισιωμένο από την Παναγία και τον βαπτιστή Ιωάννη.

Ο εσωτερικός ψηφιδωτός διάκοσμος της Μονής της Χώρας επίσης στην Κωνστα­ντινούπολη, αποτελεί ένα υπέροχο δείγμα του 14ου αιώνα. Ο αριθμός των ψηφιδωτών που σώθηκαν στην μητρόπολη του βυζαντίου, είναι σχετικά μικρός. Γι’ αυτό μπορούν να δώσουν μια ελάχιστη μόνον ιδέα από το μεγαλείο, τη χλιδή και τη λάμψη της Πόλης. Με δύναμη αλλά και με βαθύ θρησκευτικό ύφος, ήταν τα εξαιρετικά υψηλής τέχνης ψηφιδω­τά του 12ου αιώνα στις ελληνικές μονές του Δαφνίου στην Αττική, του Οσίου Λουκά στην Φωκίδα και τη Νέα Μονή στην Χίο, τα οποία είχαν φιλοτεχνηθεί από αυτοκρατορι­κά εργαστήρια που είχαν σταλεί στην Ελλάδα και με αυτοκρατορική χορηγία.

Τα ψηφιδωτά της πρωτεύουσας αλλά και αυτά που πατρονάριζε είχαν πάντα την επίδραση του ύφους της. Δηλαδή πλούσια και επίπεδα χρώματα σε χρυσό φόντο και φόρ­μες προσδιορισμένες από καθαρά περιγράμματα. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου και των χρόνων που ακολούθησαν η σχηματοποίηση των λεπτομερειών παράγεται από σχήματα με αυστηρές γωνίες, σε αντίθεση με την κλασσική εποχή που αναζητά τις κα­μπύλες.

Ο καθεδρικός ναός του Monreale στο Παλέρμο της Σικελίας καλύφθη­κε με ψηφιδωτά μέσα σε 10 χρόνια μόνο. Αν και οι συνθέσεις έγιναν με βάση τον αρχιτε­κτονικό σχεδιασμό και παρ’ ότι διασώζονται σαν συνολικό έργο, η αισθητική τους προ­καλεί πολλά ερωτηματικά, ενώ περισσότερο προκαλεί το μέγεθός τους.

Μια άλλη αξιοσημείωτη περίπτωση είναι ο Καθεδρικός ναός στο βενετσιάνικο νησί Τορτσέλο, χρονολογούμενος περίπου το 1100, όπου οι διακοσμητικές αψίδες με τους απόστολους και η μοναχική μορφή της Παναγίας είναι έργα ελλήνων καλλιτεχνών.

Τον 13ο αιώνα το εργαστήριο του Βατικανό ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα. Ο τελευταίος καλλιτέχνης ψηφιδωτού που ήταν σχεδιαστής και εκτελεστής του έργου του, ήταν ο Maziano da Breva και έργα του χρονολογούμενα από το 1576 βρίσκονται στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης.

Παρακμή της τέχνης του ψηφιδωτού

Ακολουθεί η εποχή όπου ο ζωγράφος σχεδιάζει ψηφιδωτά τα οποία πραγματο­ποιεί τεχνίτης του είδους. Ελαιογραφίες και φρέσκα κυριαρχούν και οι προσωπικότητες των ζωγράφων καθώς και οι τεχνικές της ζωγραφικής επηρεάζουν και καθορίζουν ακόμη και την τέχνη του ψηφιδωτού προκαλώντας για μακρύ χρονικό διάστημα την παρακμή και εξαφάνιση της μετά από τα χίλια χρόνια εντυπωσιακής πορείας.

Το 1727 ο Πάπας Βενέδικτος ο 13ος ιδρύει ένα παπικό εργαστήριο όπου μετέφρα­ζαν ζωγραφικούς πίνακες σε ψηφιδωτό. Το δε εργοστάσιο σμάλτων του Βατικανό, παρή­γε εικοσιοχτώ χιλιάδες χρωματικές αποχρώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν έργα δεξιοτεχνίας, που όμως δεν είχαν τις αισθητικές αρετές ούτε του ψηφιδωτού ούτε της ζωγραφικής. Το τέλος του 18ου αιώνα δεν αντέχει πλέον οικονομικά να παράγει εκκλησιαστικά μόνο έργα. Πληθώρα πλούσιων πελατών αγοράζουν αντίγραφα κλασσικών ψηφιδωτών ενώ την ίδια εποχή αρχίζουν έργα για την αναστήλωση των ιστορικών εκκλησιών της Ρώμης.

Το 1846 ο Τσάρος Νικόλαος ο 1ος στέλνει ρώσους καλλιτέχνες να εκπαιδευτούν και κατόπιν να ιδρύσουν εργαστήριο στην Ρώμη, το οποίο έξι χρόνια μετά, μεταφέρεται στην Αγία Πετρούπολη όπου ενσωματώθηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών και κατάντησε είδος παραφυάδας της ζωγραφικής, όπως είναι σήμερα στην Beaux-Arts του Παρισιού και στην Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Στη Γαλλία ένας Φλωρεντίνος ιδρύει εργαστήριο τον 17ο αιώνα και ο Ναπολέων, που ήθελε να λαμπρύνει το στέμμα του, το θέτει υπό την αιγίδα του και γίνεται ο κυρίως χρηματοδότης του, ενώ μετά από εκατοντάδες χρόνια το ψηφιδωτό επανέρχεται σε μη θρησκευτικά θέματα.

Το 1880 περίπου ιδρύεται η Ecole Nationale de la Mosaïque. Παρ’ όλ’ αυτά η σχολή εχει ζωή μόνο μερικών δεκαετιών και μεγάλα έργα της εποχής, όπως η όπερα του Παρισιού και ο καθεδρικός ναός της Μασσαλίας, φιλοτεχνήθηκαν από βενετσιάνικο οίκο.

Το 1816 ιδρύεται ο οίκος Salviati στην Βενετία. Τα έργα που παρήγαγε ήταν άψογα από άποψη τεχνική και γινόταν προσπάθεια να είναι αισθητικά συνεπή όσο βέβαια επέτρεπαν τα σχέδια που πρότειναν οι εύποροι πελάτες, που επιθυμούσαν κυρίως μίμηση της ζωγραφικής.

Το ψηφιδωτό έρχεται πλέον στην βιομηχανοποιημένη του φάση αποκομμένο από την επανάσταση που προκαλείται την ίδια εποχή στις εικαστικές τέχνες, από τους Cézanne, Seurat και Gauguin, που ο προβληματισμός της τέχνης τους σχετικά με τη συ­ναίρεση χρωματικών κηλίδων για την παραγωγή χρώματος, συγγένευε με αυτόν του ψη­φιδωτού. Οι φόρμες και τα αντικείμενα που απεικονίζονται παραμένουν αρχαΐζοντα και στείρα ακαδημαϊκά. Ενώ και μέχρι τις ημέρες μας το πλείστο του κοινού και των ειδικών το θεωρούν σαν ένα είδος τέχνης αυστηρά μεσαιωνικής και εκκλησιαστικής.



Η πορεία του ψηφιδωτού στον 20ο αιώνα

Το 1889 τρεις νεαροί βερολινέζοι ιδρύουν ένα εργοστάσιο, αφού με δικές τους έρευνες ανακάλυψαν τις μεθόδους παραγωγής σμάλτων που ζηλότυπα κρατούσαν οι βε­νετσιάνοι. Λειτούργησε δε και σαν εργαστήριο δημιουργίας ψηφιδωτών μέχρι το 1969. Παρ’ ότι δεν έκαναν επαναστατικές τομές, με αργά βήματα συνετέλεσαν στην βαθμιαία στροφή προς το ύφος και τα θέματα του 20ου αιώνα.

Ένας από τους μεγάλους σύγχρονους καλλιτέχνες που ασχολήθηκε με το ψηφι­δωτό είναι ο Gino Severini, που όμως δεν πρόσθεσε κάτι το ουσιαστικό στην εξέλιξη της τέχνης, ούτε το εργαστήριο ψηφιδωτού της Beaux-Arts του Παρισιού, την οποία διεύθυ­νε, άφησε κάτι το αξιοσημείωτο, αφού στα ψηφιδωτά του επαναλάμβανε θέματα των οποίων τα εικαστικά προβλήματα και ερωτήματα τα είχε θέσει και λύσει με τη ζωγραφι­κή του.

Μεγάλοι ζωγράφοι όπως ο Braque, o Mattisse, o Chagal, έκαναν σχέδια των οποί­ων η μεταφορά στο ψηφιδωτό δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής. Ο ψηφιδογράφος πρέπει να είναι καλλιτέχνης με βαθειά γνώση των ιδιοτήτων της ψηφίδας. Θα μπορούσε ακόμη αν θελήσει να βασιστεί η να εμπνευστεί από έργα μεγάλων ζωγράφων, πράγμα απόλυτα θε­μιτό και που εχει γίνει από πολλά και μεγάλα ονόματα στο χώρο των εικαστικών τεχνών. Αυτό σημαίνει ότι οι ψηφίδες, δεν πρέπει να γεμίζουν απλά προϋπάρχοντα σχήματα σαν χειροτεχνία, αλλά να ερμηνεύεται το έργο στην δική τους γλώσσα. Για να γίνει κατανοη­τό φανταστείτε μεγάλους ποιητές και συγγραφείς μεταφρασμένους αυτολεξεί με ηλε­κτρονικό υπολογιστή. Στην καλύτερη περίπτωση να μην υπάρχουν ορθογραφικά λάθη.

Σήμερα στα περίφημα εργαστήρια της Ραβέννας, γίνονται αντίγραφα των ιστορι­κών ψηφιδωτών κατά εκατοντάδες και πωλούνται στα πλήθη των τουριστών. Βέβαια οι καλλιτέχνες και οι τεχνίτες που τα εργάζονται, έχουν την ευκαιρία αν έχουν την διάθεση, να μελετήσουν τον τρόπο που ψηφοθετούσαν και χρωμάτιζαν οι Βυζαντινοί ιδιοφυείς δάσκαλοι. Έτσι οι αντιγραφείς μπορεί να εξελιχθούν σε ικανούς τεχνίτες.

Το πρόβλημα είναι σήμερα ότι ο μεν καλλιτέχνης όπως ο Έλληνας η ο Ιταλός που στηρίζεται σε μια λαμπρή παράδοση, ενώ κατανοεί τις ιδιότητες της ψηφίδας, μένει παγι­δευμένος στο μεγαλειώδες παρελθόν της Ιστορίας του. Οι άλλοι σύγχρονοι καλλιτέχνες που είναι απεγκλωβισμένοι από την παράδοση αποπειρώνται να προσεγγίσουν το μέσον, όμως δεν κατανοούν τις αρχές και την αισθητική του.

Μερικά παραδείγματα σύγχρονων ψηφιδωτών που είναι πρωτοποριακά έργα τέχνης, είναι τα εξής:

Το μοναδικό ποιοτικά και ποσοτικά ψηφιδωτό του Klimt στην τραπεζαρία του Palais Stocklet στις Βρυξέλλες φιλοτεχνήθηκε μετά την επιστροφή του από την Ραβέννα το 1903. Γι’ αυτό είναι εμφανείς οι επιρροές του διακοσμητικού της βυζαντινής τέχνης. Είναι ένα κολλάζ από ζωγραφική, ψηφίδες από σμάλτο, πλακίδια με ανάγλυφα σχήματα όπως επίσης κεραμικά με συγκεκριμένες φόρμες ειδικά για το έργο.

Ο αρχιτέκτονας Antonio Gaudi προχώρησε περισσότερο, δεν ενδιαφερόταν μόνο για το εσωτερικό των κτιρίων του αλλά και για το εξωτερικό. Ήθελε τα αρχιτεκτονικά στοιχεία να έχουν από μόνα τους δύναμη. Γι’ αυτό τους γλυπτικούς όγκους πρόβαλε με το χρώμα των εφυαλωμένων πλακιδίων, που εξ αιτίας της ισπανό-αραβικής παράδοσης ήταν μια προφανής επιλογή. Χρησιμοποίησε κυρίως κομμάτια σπασμένα, μονόχρωμα ή ζωγραφισμένα. Για ποικιλία προσθέτει περιγράμματα από σπασμένες φιάλες η ακόμη και αντικείμενα σαν ένα είδος objet trouvé όπως το κεφάλι κούκλας. Οι δε επιφάνειες των μεγάλων κομματιών εναλλάσσονται με μικρές ψηφίδες από σμάλτο.

Ενώ τα στοιχεία στο έργο του Klimt στο Palais Stocklet ήταν ειδικά φτιαγμένα γι’ αυτό, ο Gaudi κάλυπτε σαν δέρμα με άχρηστα υλικά, τις περιπετειώδεις καμπύλες των χτισμάτων του. Το γεγονός ότι δίνει σημαντικό ρόλο στο εξωτερικό των κτιρίων του, αντανακλούσε και την κοινωνική αλλά και την φιλοσοφική θέση της εποχής του που ήταν πολύ πιο εξωστρεφής από την εσωτερικότητα και θρησκευτικότητα του Μεσαίωνα. Ίσως ο ισπανός αρχιτέκτονας να επηρέασε την εντυπωσιακή εξέλιξη των ψηφιδωτών στη Λατινική Αμερική αλλά και ίσως να επηρεάστηκε ο ίδιος από την μακρά ιστορία στην προ-κολομβιανή Αμερική.

Υπήρχαν δυο διαφορετικές τάσεις μία στο Περού και μια στο Μεξικό. Στο Περού μικρά σκεύη είχαν ένα είδος ψηφιδωτού από οστά, ελεφαντόδοντο, άλατα χαλκού και χρυσό. Στο Μεξικό τα ερείπια του Ολμέκ από την πρώτη χιλιετηρίδα, έχουν δάπεδα με κομμάτια σερπεντίτη και κεραμικού, που αναπαριστούν την χαρακτηριστική μάσκα του ιαγουάρου. Οι Μάγιας και οι Αζτέκοι, κάλυπταν τελετουργικά αντικείμενα, μαχαίρια, πανοπλίες, ξύλινες μάσκες, ακόμα και κρανία, με ημιπολύτιμες πέτρες. Βέβαια, απλά κάλυπταν ένα προϋπάρχον σχήμα.

Στη σύγχρονη Λατινική Αμερική το κλίμα και η φτηνή εργασία, ενθαρρύνουν και επιτρέπουν την πολύχρωμη εξωτερική διακόσμηση των κτιρίων. Οι αρχές κατανοούν ότι οι τέχνες χρησιμοποιημένες με φιλολαϊκό τρόπο, προωθούν την κατανόηση της εθνικής ταυτότητας και λειτουργούν προπαγανδιστικά όπως τα ψηφιδωτά του Βυζαντίου.

Στο Μεξικό τα όρια των τεχνών είναι ανοιχτά και oι σύγχρονοι καλλιτέχνες είναι δυνατοί και τολμηροί χρήστες του χρώματος. Η δε τέχνη τους εχει σαφή συγγένεια με τις αρχές του ψηφιδωτού, το οποίο εξελίχθηκε παράλληλα με τις άλλες τέχνες.

Στην Πόλη του Μεξικού υπάρχει το μεγαλύτερο ψηφιδωτό, που καλύπτει το κτί­ριο της βιβλιοθήκης της πόλης. Αυτό, καθώς και το κτίριο, είναι σχεδιασμένα από τον αρχιτέκτονα Juan OCorman. Παρ’ όλ’ αυτά το ψηφιδωτό απλά καλύπτει χωρίς να συ­νεργάζεται με τις επιφάνειες του κτιρίου.

Το 1951 ο ζωγράφος Diego Rivera σχεδίασε την πρόσοψη του Teatro de los In­surgentes, περιγράφοντας σκηνές από την ιστορία της πόλης χωρίς όμως και αυτό να γί­νεται στοιχείο ενταγμένο στο αρχιτεκτόνημα. Αντίθετα πράγματι ιδιοφυές είναι το γλυ­πτικό ψηφιδωτό που βρίσκεται σε ένα πάρκο της πόλης του Μεξικού και αναπαριστά την μορφή του θεού της βροχής Tatloc. Αυτό καθώς και ο περιβάλλων χώρος καλύπτονται από μεγάλες πέτρες με διαφορετικά χρώματα και σχήματα. Αυτό ίσως να είναι το ωραιότερο παράδειγμα σύγχρονου ψηφιδωτού.

Ένα άλλο είδος που εμφανίζεται την τελευταία δεκαετία, με καθαρά διακοσμητι­κό ρόλο, είναι η ψηφιακή εκδοχή μιας εικόνας, σχεδίου ή πίνακα μεταφρασμένη σε ψη­φιδωτό.


Εικαστικές τέχνες και η θέση του ψηφιδωτού ανάμεσά τους σήμερα


Για να γίνει κατανοητή η θέση του ψηφιδωτού σήμερα, θα πρέπει πρώτα να γίνει μια σύντομη ανάλυση του τι συμβαίνει γενικά στον χώρο των εικαστικών τεχνών.

Η σύγχρονη τέχνη πολλές φορές καταντάει να είναι αυτό που έγραφε ο ιστορικός της τέχνης Νικόλαος Ξύδης, «Ακαδημία του πάση θυσία μοντερνισμού». Σε προηγούμενες εποχές υπήρχαν οι πολιτικές, φιλοσοφικές ή καλλιτεχνικές ιδέες, τάσεις και θέσεις με επαναστατικό ή ανατρεπτικό χαρακτήρα εναντίον ενός συντηρητικού κατεστημένου. Σή­μερα οι «επαναστάσεις» και οι «επαναστάτες» κρατούσαν η κρατούν τις εξουσίες σε όλους του χώρους, δημιουργώντας ένα στείρο κατεστημένο των «επαναστατών», που δεν επιτρέπει καμία περαιτέρω επανάσταση ή διαφοροποίηση ιδεών και θέσεων.

Στις τέχνες λοιπόν υπάρχει η αντίφαση να αναζητείται το αυθεντικό και η πρωτο­τυπία και ταυτόχρονα να πρέπει η καλλιτεχνική δημιουργία να εντάσσεται σε συγκεκρι­μένη ομάδα, κίνημα ή τάση. Οι ιστορικοί της τέχνης, κριτικοί, επιμελητές μουσείων και γκαλερίστες, αναλαμβάνουν να κατατάξουν τα έργα και τους καλλιτέχνες σε ομάδες, κα­θώς και να τα επεξηγήσουν και να τ’ αναλύσουν. Μέχρι ένα σημείο αυτό είναι θεμιτό και κατανοητό. Υπάρχει όμως η καταφανής αγωνία των θεωρητικών να ανταγωνιστούν την εικόνα του καλλιτέχνη-δημιουργού και του έργου του και να κάνουν την παρουσία τους αναγκαία, προβάλλοντας έργα αδύναμα να λειτουργήσουν εικαστικά χωρίς την θεωρητι­κή υποστήριξη.

Από την άλλη οι γκαλερί και οι art-dealers θέλουν μεγάλη και γρήγορη παραγω­γή. Έτσι ο καλλιτέχνης προσπαθεί να παράγει ταχύτατα, έργα που να είναι ευρήματα πολλές φορές ευφυή, στα οποία όμως η λογική καταπνίγει το ταλέντο και την δημιουργι­κή φαντασία. Είναι δε ένα είδος κατευθυνόμενης, οργανωμένης και προκαθορισμένης πρωτοπορίας.

Σήμερα η τέχνη θεωρείται συνήθως επένδυση και το έργο αγοράζεται με την προο­πτική να αυξήσει το αρχικό κεφάλαιο που επενδύθηκε σε αυτό. Ένας δε ολόκληρος κύκλος ατόμων, ειδικών ή εταιρειών, περιμένει κέρδος από την εμπορευματοποίηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Τα αριστουργήματα της Αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της Αναγέννησης φιλο­τεχνήθηκαν με χορηγούς γενναιόδωρους μαικήνες με μόνη επιδίωξη την υψηλή ποιότη­τα. Στην Αθήνα της κλασσικής αρχαιότητας ήταν ιδιαίτερη τιμή να επιτραπεί σε κάποιον πολίτη να γίνει χορηγός. Η τέχνη επομένως όχι μόνο δεν έδινε κέρδος αλλά απορροφού­σε μεγάλα χρηματικά ποσά.

Το ψηφιδωτό στην ιστορική του πορεία από τον 4ο π.Χ έως τον 15ο μ.Χ. αιώνα ήταν τέχνη πολυτελής και μνημειακή. Μαρτυρίες από την Ρωμαϊκή εποχή περιγράφουν ότι οι αμοιβές των απλών τεχνιτών του ψηφιδωτού, που βοηθούσαν τον καλλιτέχνη, ήταν τριπλάσιες από αυτές των αγροτών και διπλάσιες από αυτές των υπόλοιπων εξειδικευ­μένων εργατών. Την δε εποχή του Βυζαντίου, τα υπέροχα ψηφιδωτά τα οποία βρίσκονται κυρίως σε λατρευτικούς χώρους της χριστιανικής θρησκείας, είχαν γίνει με αυτοκρατορι­κές χορηγίες από αυτοκρατορικά εργαστήρια.

Ο σημερινός καλλιτέχνης που θα ήθελε να ασχοληθεί με την τέχνη αυτή, κατ’ αρ­χήν χρειάζεται μια σημαντικότατη δαπάνη για την αγορά υλικών και εργαλείων, ώστε να στήσει ένα πρώτο στοιχειώδες εργαστήριο. Εχει επίσης να αντιμετωπίσει την επιθετική και αρνητική στάση των αρμόδιων και επαϊόντων οι οποίοι εκ προοιμίου δεν επιτρέπουν σε σύγχρονα ψηφιδωτά να είναι τέχνη.

Είναι βέβαια αλήθεια, ότι το πλείστον των σύγχρονων ψηφιδωτών θα τα χαρα­κτήριζα επιεικώς πολύ μέτρια. Αν όμως εξετάσουμε πιο προσεκτικά, παρατηρούμε ότι ο αριθμός των ψηφιδογράφων είναι πολύ μικρότερος από αυτόν των άλλων εικαστικών και είναι αλήθεια ότι ο αριθμός πράγματι αξιοσημείωτων περιπτώσεων καλλιτεχνών σε κάθε μορφή τέχνης, αναλογικά σε ποσοστιαίες μονάδες, είναι σταθερά ο ίδιος και δεν υπερ­βαίνει το 5%.

Από την άλλη μεριά ο μικρός αυτός αριθμός από πράγματι ενδιαφέροντες καλλι­τέχνες του ψηφιδωτού, δουλεύει και πειραματίζεται χωρίς να ανήκει σε ομάδες ή κινήμα­τα. Το ιδιαίτερο ύφος ή τα ευρήματά τους δεν ενδιαφέρουν τους ειδικούς, οι οποί­οι ψάχνουν για το αυθεντικό, που να εντάσσεται σε κάποιο από τα συγκεκριμένα πλαίσια αυθεντικότητας που εκείνοι έχουν καθορίσει. Επιπλέον δεν ήτανε εύκολο να πληροφορη­θεί κανείς γι’ αυτούς δεδομένου ότι δεν υπήρχαν παρουσίες τους στα μεγάλα διεθνή ει­καστικά γεγονότα. Σήμερα μόνο το διαδίκτυο δίνει μια γενική εικόνα τους, όμως όχι τόσο σαφή όσο θα έδινε το ίδιο το έργο.

Ο ένας ρόλος των σύγχρονων ψηφιδωτών είναι η διακόσμηση εκκλησιαστικών χώρων με βυζαντινότροπα έργα που γίνονται με την αντίστροφη μέθοδο και χωρίς κατα­νόηση του ύφους, του ήθους και της φιλοσοφικής θεώρησης της εποχής εκείνης. Μιμού­νται δε επιφανειακά την σχηματοποίηση των μορφών, τις οποίες καταντούν άκαμπτες και ανέκφραστες. Ο άλλος ρόλος είναι επίσης η διακόσμηση μεγάλων δημόσιων χώρων. Σε αυτή την περίπτωση , συνήθως ένας ζωγράφος συνθέτει μια εικόνα σχεδιαστικά και χρω­ματικά και ένας καλός τεχνίτης την μεταφέρει στο ψηφιδωτό. Έτσι, δεν έχουν μεν τις ει­καστικές και πλαστικές ποιότητες των βυζαντινών και των αρχαίων ψηφιδωτών, δίνουν όμως γοητευτικές, αξιοπρεπείς και με χαρακτήρα λύσεις που κοσμούν πολυσύχναστους και απρόσωπους χώρους όπως σταθμοί μετρό και τρένων, αεροδρόμια, τράπεζες, χώρους υποδοχής ξενοδοχείων και μεγάλων εταιρειών.

Η προσωπική μου επιλογή και πορεία στις εικαστικές τέχνες

Σπούδασα ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με εξαί­ρετους δάσκαλους τους Ν. Νικολάου και Ι. Μόραλη στη ζωγραφική και Ι. Κολέφα στο ψηφιδωτό, ο οποίος μετέφερε στους μαθητές του τις γνώσεις και τον ενθουσιασμό για το αντικείμενό του. Όταν τελείωσα τις σπουδές μου, ήθελα, όπως κάθε νέος, υπερόπτης, εν­θουσιώδης και αφελής, να γράψω ιστορία. Έτσι οι λύσεις ήταν προφανείς. Η εξελικτική πορεία του ψηφιδωτού σταματάει τον 15ο αιώνα ενώ στις άλλες τέχνες συνεχίζεται θριαμβευτικά μέχρι σήμερα. Ένα μέσο ανεξερεύνητο φαινόταν ιδανικό για τις προσωπι­κές μου αναζητήσεις στον χώρο των εικαστικών τεχνών.

Για να διδαχτώ όμως έπρεπε να γυρίσω στο παρελθόν και να μελετήσω σε βάθος τον τρόπο έκφρασης και τις αισθητικές λύσεις των αρχαίων ρωμαίων και βυζαντινών δη­μιουργών. Για τον λόγο αυτό ταξίδεψα εκτεταμένα στην Ιταλία, Κωνσταντινούπολη και φυσικά στην Ελλάδα. Ό,τι δεν μπόρεσα να δω στο πρωτότυπο το ερεύνησα σε εικόνες βιβλίων και διαφάνειες.

Έκανα προσεκτικές αναλύσεις με σχέδια, για να βρω την εσώτερη δομή τους. Στο προσωπικό μου έργο δεν ακολούθησα προκαθορισμένη πορεία αλλά κατευθυνόμουν από την ίδια τη δουλειά. Φυσικά, το γεγονός ότι είχα εξαιρετικά υψηλής στάθμης δείγματα του παρελθόντος αλλά όχι σύγχρονα, για να διδαχτώ όπως στις άλλες τέχνες, αποτελούσε μια μεγάλη δυσκολία.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι τα ψηφιδωτά της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου ανήκαν σε ένα οικοδόμημα έστω και αν δεν είχαν σχεδιαστεί μαζί με αυτό. Από την άλλη μεριά οι παραγγελίες για μεγάλα έργα, έχουν δεσμεύσεις για τον καλλιτέχνη από μέρους του χορηγού και δυσχεραίνουν σημαντικά την δυνατότητα πειραματισμών που επιτρέπει ένα μικρό έργο. Το μικρό όμως έργο πρέπει να μπορεί να ανήκει στον χώρο που κοσμεί. Αυτό ήταν ένα από τα κύρια θέματα της έρευνάς μου. Ήθελα λοιπόν να βρω μια λύση, ώστε το φορητό ψηφιδωτό να μη φαίνεται αποσπασμένο από μια μεγάλη σύνθεση, ούτε να ασφυκτιά αισθητικά καλυμμένο από άκρου εις άκρο με ψηφίδες.

Για τους λόγους αυτούς αποφάσισα τμήματα των έργων μου να τα δουλεύω ζω­γραφικά. Το πρόβλημα ισορροπίας ζωγραφικής και ψηφιδωτού ήταν δύσκολο αισθητικά και τεχνικά. Δεδομένου ότι ψηφοθετώ σε ασβεστοκονίαμα, μια λογική λύση θα ήταν η νωπογραφία, αλλά ο συνδυασμός της με την αδρότητα των ψηφίδων θα είχε ένα αδύναμο εικαστικά αποτέλεσμα. Μετά από πολλούς πειραματισμούς κατέληξα να δουλεύω το υλι­κό μου με σπάτουλα, όπως περίπου γινόταν στα «Φαγιούμ», που χρησιμοποιούσαν κερί και χρώματα σε μορφή σκόνης. Στην δική μου περίπτωση ο ασβέστης επιδρά στα χρώμα­τα, που είναι όμοια με αυτά των frescoes, και δημιουργεί εξαιρετικές ποιότητες.

Συνθέτω και εργάζομαι τις ψηφιδωτές, ζωγραφικές και ανάγλυφες επιφάνειες με το χρωματισμένο κονίαμα. Έτσι οι γλυπτικές φόρμες δεν είναι προαποφασισμένες ή προ­κατασκευασμένες, αλλά διαμορφώνονται από τις ψηφίδες.

Η ανάλυση με σχέδια της κίνησης των ψηφίδων στα έργα των αρχαίων και βυζα­ντινών καλλιτεχνών, αποκαλύπτει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει αυτή, στην πλαστικότη­τα, την έκφραση της φόρμας και των μορφών. Καθώς και στο χτίσιμο των όγκων και της προοπτικής.

Αυτό ήταν το αρχικό ερέθισμα για να πειραματιστώ διστακτικά και μετά με μεγα­λύτερη τόλμη ερευνώντας τις δυνατότητες του ανάγλυφου στα έργα μου, το οποίο ενι­σχύει το μνημειακό ύφος της τέχνης του ψηφιδωτού αφενός και αφετέρου συνεργάζεται καλύτερα με τις απλές γραμμές των σύγχρονων αρχιτεκτονημάτων. Τα υλικά της δου­λειάς μου, πέτρες, κρύσταλλα, μάρμαρα, και η πολυτελής και χρονοβόρα διαδικασία πα­ραγωγής των έργων μου επηρεάζουν, όπως είναι φυσικό, το ύφος και το περιεχόμενό τους.

Γιαυτό η τέχνη μου είναι ένα παιχνίδι με την απειρία των μορφών αλλά και με την ιδιότητα της ουσίας, ενώ η ύλη υπάρχει ανεξάρτητα από την μορφή της, στην ενδότε­ρη ουσία της. Θερμός θαυμαστής των πρωτοποριακών τάσεων στις τέχνες, χρησιμοποιώ την πρόκληση των δεσμεύσεων του εκφραστικού μου μέσου και, αδιαφορώντας για το υπάρχον, οραματίζομαι αυτό που ανακύπτει. Προσπαθώ να εγκλωβίσω στις εικόνες τη διάρκεια και τη σοβαρότητα των φευγαλέων πραγμάτων της σύγχρονης τέχνης και να τους δώσω αθάνατη χροιά. Συνεχίζω την πορεία μου ερευνώντας προς όλες τις κατευθύν­σεις, αλλά βρίσκομαι πάντα στην αρχή, ελπίζοντας να δημιουργήσω έργα αρκετά ικανά να υποστηρίξουν την αιτία της δικής τους ύπαρξης, αλλά και της δικής μου.