Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2007

Τ.2 O Jacques Lacarrière, «Παγιδευτής του Χρόνου»

O Jacques Lacarrière, «Παγιδευτής του Χρόνου»*

André
Velter


O συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ πέθανε το Σάββατο 17 Σεπτέμβρη 2005 σε ηλικία 79 χρόνων.
Οδοιπόρος, μυθιστοριογράφος, αφηγητής, βιογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ιστορικός, ετυμολόγος, χορευτής ρεμπέτικου στα νειάτα του και ηθοποιός που διάλεξε τον ρόλο της Κασσάνδρας στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, επίσης σκηνοθέτης, φωτογράφος, προσωπογράφος, περαματάρης κειμένων, περαματάρης στις φιλίες, περαματάρης παθών, ο Ζακ Λακαριέρ ήταν ο άνθρωπος κάθε ζέσης, κάθε ακτινοβόλας υπόσχεσης, ένας από τους πολύ σπάνιους που γιόρταζαν και ξαναγήτευαν το πραγματικό, ένας πολύ σπάνιος που κατοικούσε σαν ποιητής όχι μόνο τον κόσμο, αλλά το σύμπαν ολόκληρο.

Αποκαλούσε τον εαυτό του «παγιδευτή του Χρόνου» και ήθελε ν’ αποπειράται η γραφή «τη σύλληψη του εφήμερου, για να το κλείσει μέσα στη διάρκεια», ενώ φανερωνόταν σαν ένας παγιδευτής δοσμένος στις πιο απέραντες αποδημίες, ένας που πιάνει τα σημάδια, ένας πλάνητας με χαρμόσυνη εμβρίθεια, ακροβάτης της γνώσης και της ύπαρξης που κοινωνούσε εξίσου με τη χλόη, τις φτέρες, το θαλασσοβρόχι, όπως με τ’ αστέρια, που αρμένιζε οραματικά μέσ’ στους μύθους, στους θρύλους, στις μεγάλες μυστικές παραδόσεις, που συνέδεε ασταμάτητα το ασήμαντο με το υπέρτατο, πάντοτε διαλύοντας τα τεχνητά σκοτάδια, πάντοτε χρησιμοποιώντας την πιο σίγουρη γνώση με ζωηρότητα, κέφι, αίσθηση του μοιράσματος και σχεδόν της αυτοθυσίας.

Γεννημένος την 2 Δεκεμβρίου 1925 στις Limoges (Λιμόζ) (Haute-Vienne), o Jacques Lacarrière μεγάλωσε σ’ έναν κήπο του Val de Loire (της Κοιλάδας του Λίγηρα) και είχε συχνά βρει καταφύγιο ανάμεσα στα κλαδιά μιας φλαμουριάς, δέντρου που το είχε για πρώτο του δάσκαλο. Εκεί, στα 6 του χρόνια, ήταν που άρχισε να γράφει ποιήματα, βρίσκοντας με μιας και οριστικά τον δρόμο της περιπλάνησης, που θα ήταν και ο προορισμός του. Αμέσως μετά τον πόλεμο ενώθηκε στο Παρίσι με την υπερρεαλιστική ομάδα και εφάρμοσε για λίγο την αυτόματη γραφή, πριν αφήσει τη Γαλλία για την Εγγύς Ανατολή και για την Ελλάδα, όπου επρόκειτο να κατοικήσει μέχρι το φασιστικό πραξικόπημα των συνταγματαρχών, το 1967.

Τα δεκαπέντε χρόνια που πέρασε μεταξύ των νησιών Ύδρας και Πάτμου, στην Αθήνα, στην Επίδαυρο και στο Άγιον Όρος, έμειναν για τον Λακαριέρ μια διαρκής πηγή έμπνευσης, πραγματικά το αναδημιουργούμενο υφάδι του έργου του∙ ένα νήμα κυανού φωτός. Γιατί στην Ελλάδα κατάλαβε ότι οι αληθινές «ανθρωπιστικές σπουδές» είναι εκείνες που μαθαίνεις με το σακκίδιο στον ώμο, αυτές που βιώνονται και βεβαιώνονται στα μονοπάτια. Με το L’ Eté grec (Plon, « Terre humaine », 1976) (Το ελληνικό καλοκαίρι), το βιβλίο που τον αποκάλυψε σ’ ένα τεράστιο κοινό, ο Ζακ Λακαριέρ επινοούσε ένα είδος το οποίο καταγόταν από το δοκίμιο, από το σημειωματάριο του ταξιδευτή, από το πεζοτράγουδο, αυτοσχεδιαζόμενο στον ρυθμό της πορείας, και από το αφήγημα, ελευθερωμένο απ’ όλους τους τυπικούς κώδικες. Τίποτα δεν ανέκοπτε την ορμή, την ευδιαθεσία, τον θυμό, την ειρωνεία που ανάσταινε σελίδα τη σελίδα ξαναβάζοντας τα βήματα της γραφής του μέσα στα βήματα του νεαρού εαυτού του, που τόσο καλά όρισε ο φίλος του Αbidine Dino, ο οποίος τον έβλεπε ακόρεστο «να ερευνά, να βρίσκει, να λέει χωρίς ποτέ να ξαναλέει».

Tο έργο του Ζακ Λακαριέρ στο σύνολό του εμφανίζεται κάπως έτσι: σε συνεχόμενη κίνηση και διαρκή επέκταση, ακριβές αλλά και διαφεύγον, διαυγές και ανοιχτό σε όλα τα όνειρα. Τόσο η ίδια η φύση του όσο και οι ελευθεριακές πεποιθήσεις του τον έφεραν κοντά σε πνεύματα επαναστατικά και σε ανθρώπους του περιθωρίου, με ομολογουμένως μια προτίμηση για τους μυστικούς της ρήξης με την κάθε ορθοδοξία: τους Γνωστικούς, τους ασκητές της αιγυπτιακής ερήμου, τους περιπλανώμενους σοφούς σούφι της Ανατολής, τους Καθαρούς. Αφιέρωσε πολυάριθμα έργα, μελέτες, διηγήματα ή μυθιστορήματα σε αυτούς τους «αιρετικούς», τους συνήθεις υπόπτους για τους κρατούντες των δογμάτων και των εξουσιών, τους συχνά διωγμένους αν όχι εξοντωμένους.

Από τα κυριότερα έργα του Λακαριέρ οφείλουμε να αναφέρουμε: Les Hommes ivres de Dieu (Fayard)=Οι Ένθεοι (Ι. Χατζηνικολή), Les Gnostiques (Albin Michel) [Οι Γνωστικοί], Chemin faisant (Fayard) [Διανύοντας], Le Pays sous l’ écorce (Seuil) [Η χώρα υπό τον φλοιό], Sourates [Σουράτες], Marie d’ Egypte (éd. Philippe Lebaud)=Μαρία η Αιγυπτία ή ο πυρπολημένος πόθος (Ι. Χατζηνικολή), Αu coeur des mythologies: en suivant les Dieux (Philippe Lebaud) [Στην καρδιά των Μυθολογιών: ακολουθώντας τους Θεούς], A la tombée du bleu (Fata Morgana) [Στη δύση του γαλάζιου], Chemins d’ écriture (Plon) [Μονοπάτια της γραφής], L’ Envol d’Icare (Seghers) [Η πτήση του Ίκαρου], Paroles de la Grèce antique (Albin Michel) [Λόγια της Αρχαίας Ελλάδας], Ce bel et nouvel aujourd’hui (Lattès) [Αυτό το ωραίο και νέο Σήμερα], Un jardin pour mémoire (Pocket) [Ένας κήπος για τη Θύμηση], Dictionnaire amoureux de la Grèce (Plon)= Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας  (Χατζηνικολή)

Έν γένει θέματα σοβαρά, ίσως και τραγικά, ο Ζακ Λακαριέρ τα πραγματεύθηκε με συνείδηση, με απόλυτη εντιμότητα, με γνώση και συνέπεια αλλά χωρίς στόμφο. Η ιδιοσυγκρασία του δεν τον ωθούσε να υψώσει τους τόνους ή να υπερτονίσει τις γραμμές. Διακατεχόταν ελάχιστα από το αίσθημα του απέλπιδου. Μην κουρνιάζοντας σε κανενός είδους ψευδαίσθηση, διέθετε το μέγα χάρισμα του αφυπνισμού της αρμονίας, της υπεράσπισης της σύμπνοιας. Γεγονός που ουδόλως τον εμπόδισε να υιοθετήσει κανόνες συμπεριφοράς αρκετά ριζοσπαστικούς για να συνθηκολογούν έστω και ελάχιστα με τους αντίστοιχους της εποχής. Έτσι, κάποιες διδαχές του αποθησαυρισμένες στην Τελευταία Σουράτα, οι οποίες για αρκετό καιρό επείχαν θέση «εφοδίου», αποκτούν τώρα τη δύναμη διαθήκης:

«Η ζωή και η γραφή. Η αγάπη και η γραφή. Το αλλού και η γραφή. Όχι φιλοδοξία. Όχι παραχωρήσεις. Λίγα χρήματα. Πολλή αγάπη. Πολλούς φίλους. Όχι υπολογισμοί.
Άρνηση και των πιο ζηλευτών αξιωμάτων. Των προδιαγεγραμμένων πορειών . Των δημοσίων οδών. Των συμβιβασμών. Των θεσμών.

Να γράφεις για να υπάρχεις. Για να δεσμευθείς. Προς τους άλλους. Με τους άλλους. Να γράφεις για να παρεκκλίνεις προς τον άνθρωπο που θα γεννηθεί. Τίποτα άλλο.»

Μέσα σε αυτό το «τίποτε άλλο» υπήρχε όλη η φιλοδοξία, χωρίς ματαιοδοξία, του Λακαριέρ, ο οποίος στα προσωπικά του επισκεπτήρια δεν ανέγραφε παρά μια μόνο ιδιότητα: “Ηomo Sapiens”. Αυτό το χιούμορ, που ήταν κατ’ εικόνα του, ερμηνεύεται ως ικανότητα να κινείται έξω από κάθε συμβατικότητα, αποστασιοποιημένος από κάθε επιθετικότητα. Υπήρχε πάντα μέσα στο γαλάζιο της καθαρής ματιάς του ένα σύννεφο για το δρόμο προς την Ολυμπία, προς την Κωνσταντινούπολη ή την καρδιά του Θιβέτ. Υπήρχε πάντα σε αυτόν η υπόσχεση ενός αδερφικού χαμόγελου.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην παρισινή εφημερίδα Le Monde της 20ής Σεπτεμβρίου 2005.

Δεν υπάρχουν σχόλια: